Οδηγίες για βόλτα στο σκοτάδι

Πέμπτη 27 Σεπτέμβρη. Θυμίσου, κοίτα τ’ αστέρια κι όχι τα πόδια σου: αυτό συμβουλεύει μια φεστιβαλική αφίσα / πρόσκληση «αντίστασης»…

Θα πρέπει να έχουν περάσει αιώνες, πολλοί αιώνες, από τότε που ένας τούρκος ποιητής, ο Ναζίμ Χικμέτ, έγραψε τα παρακάτω (μελοποιήθηκαν στα μέρη μας πριν από αιώνες επίσης, κάπου στα ‘70s συγκεκριμένα, απ’ τον Θάνο Μικρούτσικο· και πρωτοτραγουδήθηκαν απ’ την Μαρία Δημητριάδη):

Και να, τι θέλω τώρα να σας πω
Μες στις Ινδίες, μέσα στην πόλη της Καλκούτας,
φράξαν το δρόμο σ’ έναν άνθρωπο.
Αλυσοδέσαν έναν άνθρωπο `κει που εβάδιζε.
Να το λοιπόν γιατί δεν καταδέχουμαι
να υψώσω το κεφάλι στ’ αστροφώτιστα διαστήματα.
Θα πείτε, τ’ άστρα είναι μακριά
κι η γη μας τόση δα μικρή.

Ε, το λοιπόν, ό,τι και να είναι τ’ άστρα,
εγώ τη γλώσσα μου τους βγάζω.
Για μένα, το λοιπόν, το πιο εκπληκτικό,
πιο επιβλητικό, πιο μυστηριακό και πιο μεγάλο,
είναι ένας άνθρωπος που τον μποδίζουν να βαδίζει,
είναι ένας άνθρωπος που τον αλυσοδένουνε.

Πράγματι, θα πρέπει να έχουν περάσει αιώνες “φωτός”… Ή, ίσως, πολιτικού σκότους. Αυτού του επιτήδεια φωταγωγημένου σκοταδιού που έκανε τα πάντα σχετικά με τον κοινωνικό / ταξικό ανταγωνισμό να φαίνονται (και να είναι) “PR”. Δημόσιες σχέσεις, διαφήμιση, promotion…

Γιατί να συμβουλέψεις κάποιον να μην κοιτάει μπροστά και γύρω του, να μην κοιτάει τον ορίζοντα, αν δεν θέλεις να τον σέρνεις απ’το μανίκι ενόσω ασχολείται με τα ζώδια;

Μνήμη;

Πέμπτη 13 Απρίλη. Υποθέτουμε ότι το να βαφτίζονται δρόμοι, πλατείες, και άλλες κατασκευές δημόσιας χρήσης με ανθρώπινα ονόματα ανήκει σε μια εποχή όπου αφενός ο δημόσιος χώρος / λόγος (με την πολιτική έννοια του πράγματος) είχε πεπερασμένη, αστική (urban) συμβολική χωρητικότητα· αφετέρου η συλλογική μνήμη ήταν (ή μπορούσε να γίνει) το ίδιο άκαμπτη όσο και τα «έργα αναφοράς» της. Τα μνημεία της.

Από τότε έχει περάσει πολύς καιρός. Κυρίως έχει αλλάξει το κοινωνικό παράδειγμα όχι μία αλλά τουλάχιστον δύο φορές. Η «οδός Στουρνάρα» για παράδειγμα δεν θυμίζει με τίποτα τον τωρινό διοικητή της τράπεζας της ελλάδας, αν και πιθανά πρόκειται για μέλος της ίδιας (ευρύτερης) ιστορικής αστικής οικογένειας. Η «πλατεία Κάνιγγος» πάλι δεν θυμίζει τίποτα και σε κανέναν απ’ το πως οι μεγάλες δυνάμεις, κάποτε, έφτιαξαν το ελληνικό κρατίδιο. Το ίδιο ισχύει με όλες τις ονοματοδοσίες· ας μην αναφέρουμε παραδείγματα.

Το να «βαφτίσει» ο φαιορόζ πρωθυπουργός μια οδική σήραγγα «σήραγγα Τεμπονέρα» θα μπορούσε να θεωρηθεί ακόμα και προσβολή· αν δεν ήταν απόδειξη ενός τόσο κραυγαλέου (διανοητικού και πολιτικού) πρωτογονισμού, που προκαλεί γέλιο. Μπορεί να φανταστεί κανείς να ονομάζει (π.χ.) ένα φράγμα «φράγμα Μιχάλη Καλτέζα» ή ένα αιολικό πάρκο «πάρκο Αλέξανδρου Γρηγορόπουλου»; Θα σηκώνονταν (θα έπρεπε…) όλες οι πλάκες των πεζοδρομίων. Τελικά η πολιτική και ιδεολογική γελοιότητα του «νονού» επιβεβαιώνεται στην πράξη: η «σήραγγα Τεμπονέρα» είναι made by Aktor ή made by Vinci – από τους (ταξικούς) εχθρούς του Ν. Τεμπονέρα…

Αυτά τα ξέραμε οι μερικές χιλιάδες περιθωριακοί, από παλιά. Ένα αστείο των early ‘80s, ήταν αυτό: όταν κάποιος έλεγε στην παρέα διάφορα ξεκούδουνα, κάποιος θα γύρναγε και θα του έλεγε ειρωνικά (αντί για «παράτα μας»):

Κάτι τέτοια έλεγε και η Αλεξάνδρα και την έκαναν λεωφόρο!

Είσαι ό,τι αγοράζεις (;)

Τρίτη 11 Απρίλη. Στα ‘90s, όταν η κατανάλωση έγινε το κύριο στοιχείο ταυτότητας της μεγάλης πλειοψηφίας των ντόπιων, η κινηματική αντίδραση ήταν (και) αυτό το σύνθημα: είσαι ό,τι αγοράζεις. Άλλοτε με ερωτηματικό, άλλοτε χωρίς, αυτές οι τρεις λέξεις περιέγραφαν με ακρίβεια μια μαζική «οντολογική» εξέλιξη, που στην ελλάδα ήρθε με μικρή χρονική καθυστέρηση σε σχέση με άλλες ευρωπαϊκές κοινωνίες, αλλά εκτόνωσε με πολύ μεγαλύτερη ένταση, με την ένταση του λιγούρη, τον κανιβαλισμό της επίδειξης.

Αυτό το «είμαι ό,τι αγοράζω» δεν ήταν απλά ένας μαζικός συνειδησιακός εκφυλισμός. Ήταν, επίσης, μια ανακατασκευή των δημόσιων χωροχρόνων, τόσο με την φυσική έννοια (η πολεοδομία / χωροταξία και η δημόσια τάξη της κατανάλωσης) όσο και σε σχέση με τον «διάλογο του ιδιωτικού με το δημόσιο». Το να «είμαι ό,τι αγοράζω» σήμαινε επίσης να «γίνομαι ό,τι δείχνω»: πέρα απ’ αυτήν καθ’ αυτήν την επίδειξη των εμπορευμάτων (ρούχα, οχήματα, κοσμήματα, οτιδήποτε) οι συμπεριφορές έγιναν γενικευμένες πόζες. Κι αυτή η συν-ήθεια αναμόρφωσε επίσης το τι όφειλε να είναι το «ιδιωτικό Εγώ»: προετοιμασία για την α ή β πόζα ή απολογισμός του τι απέφερε και τι όχι.

Η νεοφιλελεύθερη προτροπή ότι ο «εαυτός μας είναι το κεφάλαιό μας» (μια διεστραμμένη ιδέα που έγινε, ωστόσο, μαζικά και ευχάριστα αποδεκτή) στην μικροαστική της έκφανση έγινε «είμαι ο νταραβεριστής του εαυτού μου»: όταν δεν ποζάρω, γίνομαι ο λογιστής μου, και μετράω κέρδη και ζημιές… Συνεπώς, πίσω απ’ την βιτρίνα του «είμαι ό,τι αγοράζω» και του «είμαι ό,τι δείχνω» φώλιασε για πάντα η δυσ-τυχία: η απειλή της (κοινωνικής) απόρριψης σαν υπαρξιακή χρεωκοπία.

Είσαι ό,τι δείχνεις

Τρίτη 11 Απρίλη. Η γρήγορη και θριαμβευτική αποικιοποίηση των ένδοξων Εγώ και των σχέσεών τους απ’ το εμπόρευμα (την εν-σωμάτωση και την επίδειξή του) έχει ωστόσο ένα ελάττωμα: απαιτεί την μεσολάβηση του χρήματος. Σε κάθε ταξική κοινωνία αυτό είναι λογικό· αλλά έτσι υπάρχει πάντα ο κίνδυνος οι «αδύναμοι» ή οι «οριακοί» καταναλωτές θα στραφούν εναντίον των υπόλοιπων…

Η ψηφιοποίηση των κοινωνικών σχέσεων (τα λεγόμενα «κοινωνικά δίκτυα» είναι η ως τώρα πιο καθαρή μορφή της) αποκατέστησε εκείνο που παρά την ιδεολογική καταναλωτική φρενίτιδα έμενε λειψό. Στον επώνυμο ή ανώμυμο κόσμο των προφίλ, των ειδώλων, ο καθένας και η καθεμιά μπορεί να μαστορεύει και να μοστράρει χωρίς χρηματικό κόστος τον Εαυτό – που – θέλει – να – δείχνει. Η επίδειξη δεν γίνεται, πια, μόνο στους «φυσικούς» χωροχρόνους. Γίνεται, όλο και περισσότερο, σαν ψηφιακή χειροτεχνία / «επικοινωνία». Επιτέλους, μπορεί ο καθένας να φτιάχνει το κοινωνικό του avatar κατά βούληση, να το αλλάζει, να το εμπλουτίζει· ακόμα και να έχει περισσότερα του ενός: ένας δημοκρατικός θρίαμβος της φαινομενικότητας! (Και της παράνοιας επίσης!!!)

Όμως το «δωρεάν» της ψηφιοποίησης των κοινωνικών σχέσεων δεν είναι «τζάμπα»! Υπάρχει ένα ηλεκτρονικό εισιτήριο που πληρώνει διαρκώς ο καθένας και η καθεμία για να μοστράρεται στο ψηφιακό θέατρο: η παραχώρηση των στοιχείων του. Των data του. Όχι μόνο εκείνων που επιλέγει να δείχνει, αλλά και όλων των υπόλοιπων, όλων όσων διατρέχουν οποιαδήποτε ψηφιακά μεσολαβημένη συναλλαγή και «συμβολική» ανταλλαγή του / της.

Αν το εμπόρευμα και η «λογική της δοσοληψίας» αποικιοποίησε σε πρώτη φάση τους Εαυτούς και τις σχέσεις μεταξύ τους εξασφαλίζοντας (όσο…) την κερδοφορία των αφεντικών, αν το «είμαι ό,τι αγοράζω» ήταν το λιπαντικό της εθελόδουλης πειθαρχίας στις καπιταλιστικές νόρμες, η ψηφιοποίηση του «είμαι ό,τι δείχνω» κάνει το ίδιο, σε έναν ανώτερο βαθμό υπεξαίρεσης, συσσώρευσης, κεφαλαιοποίησης. Και είναι πάντα εθελοντική…

Αφού η μάζα πείστηκε ότι «ο εαυτός της είναι το κεφάλαιό της» τώρα αυτοί οι «εαυτοί» γίνονται το κεφάλαιο άλλων: των υπερ-εταιρειών συγκέντρωσης και «διαχείρισης» των big data· και των κάθε είδους μυστικών υπηρεσιών…

Η προδοσία

Κυριακή 5 Μάρτη. Πόσο χειραφετικό θα ήταν για την εργατική τάξη των αρχών του 19ου αιώνα να συμμαχήσει με την ξεπεσμένη, ηττημένη (αν όχι άμεσα σίγουρα στην προοπτική του χρόνου) αριστοκρατία και το παπαδαριό εναντίον της ανερχόμενης αστικής τάξης; Όσο χειραφετικό θα ήταν κάτι τέτοιο, άλλο τόσο χειραφετικό για την σύγχρονη εργατική τάξη στην ευρώπη είναι το να συμμαχεί με τα πιο καθυστερημένα τμήματα των αφεντικών, κατά της ευρωπαϊκής καπιταλιστικής ολοκλήρωσης, στο όνομα της ξεπερασμένης (και στην πραγματικότητα μυθικής) “πολιτικής ανεξαρτησίας” του έθνους / κράτους.

Και δεν είναι καθόλου τυχαίο, όσο και να κοροϊδεύουν εαυτούς και αλλήλους διάφοροι ντόπιοι “αριστεροί” του σκοινιού και του παλουκιού, ότι κάτω απ’ τις εθνικές σημαίες συντάσσονται όχι μόνο η μαύρη αντίδραση της εκκλησίας αλλά και όλο το φάσμα του ντόπιου πολιτικού προσοδισμού.

Ούτε η ε.ε. ούτε η ευρωζώνη είναι απελευθερωτικές για την σύγχρονη εργατική τάξη! Η ευρωπαϊκή ολοκλήρωση είναι καπιταλιστική απ’ την αρχή ως το τέλος, με ότι συνεπάγεται αυτό. Γι’ αυτό τα πραγματικά ταξικά μας συμφέροντα δεν είναι να στοιχιζόμαστε πίσω απ’ τα τάδε ή τα δείνα αφεντικά. Είναι αφενός να διακρίνουμε τις πραγματικές αντιθέσεις μεταξύ τους όπου υπάρχουν τέτοιες, όπως και τις συμφωνίες τους. Αφετέρου (το κυριότερο) είναι να δρούμε αυτόνομα και “μετωπικά” απέναντί τους, σαν τάξη, ειδικά σε συνθήκες κρίσης / αναδιάρθρωσης, υιοθετώντας εκείνους τους προσανατολισμούς δράσης που μας ανατιμούν, και όχι μόνο μισθολογικά.

Άσκηση σκέψης

Κυριακή 5 Μάρτη. Ποια θα ήταν, άραγε, η σωστή στάση των εργατών ενός εργοστασίου Χ “χαμηλής οργανικής σύνθεσης”, δηλαδή με λίγες και παλιές μηχανές και ένταση εργασίας, αν μάθαιναν ότι το αφεντικό ετοιμάζεται να το συγχωνεύσει με άλλα δέκα (άλλων ιδιοκτητών), μερικά της ίδιας “σύνθεσης” αλλά αρκετά “υψηλής οργανικής σύνθεσης”, με καινούργιες και καλύτερες μηχανές; Να κινητοποιηθούν υποστηρίζοντας την “ανεξαρτησία του εργοστασίου” επειδή φοβούνται ότι μετά την συγχώνευση θα γίνουν απολύσεις; Να πανηγυρίζουν επειδή δουλεύοντας με καινούργιες μηχανές θα λιγοστέψουν τα “εργατικά ατυχήματα”;

Τίποτα απ’ τα δύο. Η σωστή εργατική στάση θα ήταν να μελετήσουν όλα τα δεδομένα αυτής της συγχώνευσης, να αναλύσουν τα κίνητρα των αφεντικών, να εντοπίσουν τους κινδύνους αλλά και τα πλεονεκτήματα για τους ίδιους, και να σημαδέψουν εύστοχα τις κινητοποιήσεις τους ώστε να βελτιώσουν την θέση / κατάστασή τους από κάθε άποψη. Μισθολογική, χρόνου εργασίας, συνθηκών εργασίας. Εννοείται επιδιώκοντας συστηματικά (έως φανατικά) την συνεργασία και την κοινή δράση με τους εργάτες των άλλων δέκα εργοστασίων.

Είναι δύσκολο να το σκεφτούν αυτό οι εργάτες του εργοστασίου Χ – ή του κοινωνικού εργοστάσιου “ελλάδα”, “ιταλία”, “πορτογαλία”, “ολλανδία” κλπ; Όχι. Υπάρχει, όμως, μια αυστηρή προϋπόθεση: να μην γίνουν ουρά ούτε της “εθνικής ανεξαρτησίας” ούτε της φαντασμαγορίας της συγχώνευσης.

Αντίθετα, όσοι προσπαθήσουν να τους κάνουν “στρατιώτες” είτε του ενός είτε του άλλου είναι αντικειμενικά χειραγωγοί. Που συστηματικά, άσχετα με τις διακηρύξεις τους, δουλεύουν γι’ αυτό: εναντίον της αυτονομίας των εργατικών συμφερόντων. Υπέρ των συμφερόντων της μιας ή της άλλης κλίκας αφεντικών.

Ξέρουμε πολλούς τέτοιους.