Η πίσω φωτιά

Δευτέρα 9 Αυγούστου>> Οι κάτοικοι της βόρειας Εύβοιας το υποψιάζονται, είτε το λένε είτε όχι: προτεραιότητα στην αντιμετώπιση της φωτιάς είχε εκείνη στους πρόποδες της Πάρνηθας· συνεπώς για ένα κρίσιμο διάστημα δεν υπήρχαν οι «απαραίτητοι πόροι» για την δική τους περίπτωση.

Από πρώτη ματιά αυτή η κρατική επιλογή έχει μια βάση. Μέσα στην απειλούμενη ζώνη στην Πάρνηθα, δεξιά κι αριστερά της autostrada Αθήνα – Λαμία, υπάρχουν πολλές αποθήκες και βιομηχανίες, κάποιες με μεγάλες ποσότητες εύφλεκτων χημικών. Συνεπώς η προτεραιότητα ήταν εύλογη.

Όποιος όμως έχει την σχετική γνώση (ελάχιστοι δηλαδή…) μπορεί να διακρίνει πίσω απ’ αυτό το «εύλογο» κάτι άλλο. Λέγεται σπανιότητα των πόρων – και είναι μια απ’ τις κολώνες που πάνω της κτίστηκε (και) η υγιεινιστική τρομοεκστρατεία. Θα κτιστούν κι άλλα «θαύματα» μ’ αυτήν σα θεμέλιο.

Τι σημαίνει «σπανιότητα πόρων»; Σημαίνει ότι το (άλλοτε) «κράτος πρόνοιας», τώρα πια κράτος-της-αναδιάρθρωσης, «θέλει μεν αλλά δεν μπορεί», επειδή δεν έχει απεριόριστους πόρους· και, κατά συνέπεια, κάνει επιλογές (μεταξύ όσων έχουν ανάγκη) για το που θα «κατευθύνει αυτούς τους πόρους».

Βασικό πεδίο αυτής της κρατικής μηχανικής είναι τα τελευταία χρόνια εκείνο που λεγόταν «δημόσια υγεία» – η μεγάλη βρετανία είναι πρωτοπόρα στην ευρώπη σε μέτρα κοινωνικού ευγονισμού… Όμως η πιο πανηγυρική (και διεστραμμένη) επίδειξη αυτού του «οι πόροι είναι περιορισμένοι» έγινε από πέρυσι μπροστά τα μάτια όλων: ήταν το θεώρημα της «κατάρρευσης του συστήματος υγείας» λόγω … του τσαχπίνη….

Στα μέρη μας δεν έγινε σαφές το πολιτικό νόημα αυτής της ξαφνικής «ομολογίας» του κυρίου κράτους «μωρέ θέλω αλλά δεν μπορώ», επειδή το δημόσιο σύστημα υγείας θεωρείται έτσι κι αλλιώς παρακμιακό. Η ντόπια αριστερά του κράτους και του κεφάλαιου με τις παραφυάδες της βολεύτηκε: άρχισε να ζητάει περισσότερες μεθ, ακόμα περισσότερες μεθ, ξεχνώντας (;;;) ότι σκοπός οποιουδήποτε σοβαρού συστήματος υγείας δεν είναι η διασωλήνωση στην εντατική αλλά η θεραπεία πολύ πριν – η οποία (θεραπεία) στην περίπτωση του τσαχπίνη απαγορεύτηκε δια ροπάλου απ’ τις φαρμακομαφίες!!!

Το ενδιαφέρον είναι ότι το ίδιο ακριβώς σύνθημα, η ίδια ακριβώς απειλή περί «κατάρρευσης του συστήματος» χρησιμοποιήθηκε και στην καλά αναπτυγμένη γερμανία – και ήταν ένα τερατώδες ψέμα, που αποκαλύφθηκε επίσημα πρόσφατα: ποτέ το γερμανικό δημόσιο σύστημα υγείας δεν απειλήθηκε με κατάρρευση, ποτέ οι θρυλικές γερμανικές μεθ δεν κορέστηκαν· στην πραγματικότητα ποτέ δεν έφτασαν καν στη μέση της δυναμικότητάς τους λόγω covid μολύνσεων!

Γιατί, λοιπόν, όχι στο ελλαδιστάν αλλά σ’ όλη την ευρώπη χρησιμοποιήθηκαν ψευδή, πλαστά «πορίσματα» περί «κατάρρευσης»; Και γιατί η σπανιότητα των πόρων είτε πρόκειται για την δημόσια υγεία είτε για άλλους τομείς κρατικής αρμοδιότητας έχει μπει ύπουλα στην ημερήσια διάταξη; Επειδή, λέμε, ένα βασικό στοιχείο της αναδιάρθρωσης α λα 4η βιομηχανική επανάσταση είναι το δίπολο ατομική πειθαρχία / έπαινος / απόρριψη (δείτε πιο κάτω τον κύριο Τούντα). Και, κατά συνέπεια, δεν θα είναι καθόλου «αυτονόητη» η παροχή υπηρεσιών απ’ την μεριά του όποιου κράτους σε οποιονδήποτε τις έχει ανάγκη. Το «δεν έχουμε αρκετά μέσα» είναι η τεχνική / ιδεολογική νομιμοποίηση της επιλεκτικής κατανομής των δημόσιων πόρων.

Τι γίνεται λοιπόν εν όψει τέτοιων εξελίξεων; Οι λέξεις “συλλογική αυτοδιεύθυνση” θυμίζουν κάτι;

Χμμ….

Δείτε τώρα το «εύλογο» της πρόσφατης πυροσβεστικής προτεραιότητας κάτω απ’ αυτό το πρίσμα… Χωρίς να παρασυρθείτε στις γνωστές αντικυβερνητικές κορώνες.

Θα σας χρειαστεί.

(φωτογραφία: Δεν είναι απ’ το ελλαδιστάν. Είναι απ’ την μακρινή Καλιφόρνια. Οι φωτιές μοιάζουν…)

Όταν κάτι είναι οργανωμένο…

Δευτέρα 7 Ιούνη>> Ας ξεκουραστούν οι λοιμωξιολόγοι· η μπογιά τους ξέβαψε και κανείς δεν ασχολείται μαζί τους. Ας αναλάβουν οι εγκληματολόγοι. Το ελλαδιστάν ανακάλυψε (πάντα με όρους Θεάματος) πως έχει σοβαρό πρόβλημα οργανωμένου εγκλήματος! Ποιός τσαχπίνης; Οι σφαίρες πέφτουν σαν το χαλάζι…

Το «οργανωμένο έγκλημα» είναι ένας παράλληλος καπιταλισμός, χωρίς τις προδιαγραφές και τους περιορισμούς της νομιμότητας. Στον «τυπικό» καπιταλισμό, για παράδειγμα, υπάρχει ένα περιθώριο για νομική διεκδίκηση των δεδουλευμένων μετά από μια απόλυση. Στον «άτυπο» όχι. Μια σφαίρα στο κεφάλι, και όλα τελειώνουν. Υπάρχει κι ένα κάποιο πτωχευτικό δίκαιο (στον «τυπικό»). Πέραν αυτού; Το μεγαλύτερο ψάρι απλά τρώει το μικρότερο…

Αλλά οι νομιμόφρονες είναι 110% ηθικολόγοι· ακόμα κι όταν δρουν οι ίδιοι υπόγεια και παράνομα. Έτσι το «οργανωμένο έγκλημα» πουλιέται σα μια ξαφνική συμφορά, που οφείλεται (τάχα) στο ότι οι φυλακές δεν χωράνε όλους τους «οργανωμένους εγκληματίες» – λες και οι φυλακές είναι κάτι άλλο απ’ το «άτυπο εκπαιδευτικό σύστημα» αυτού του «άτυπου» καπιταλισμού.

Εν τω μεταξύ κανείς δεν τολμάει να παραδεχτεί ότι η πραξικοπηματική τρομοδιαχείριση αν είχε μια φορά συνέπειες στην «τυπική» οικονομία είχε δέκα στην «άτυπη»! Σ’ αυτήν την τελευταία δεν έφταναν βέβαια τα επιδόματα, οι επιστρεπτέες, οι φοροελαφρύνσεις και η υπόλοιπη κρατική φροντίδα. Αίφνης ο τομέας προστασία καταστημάτων κατέρρευσε για αρκετούς μήνες… Ή το ξέπλυμα μέσω λευκών καταστημάτων το ίδιο. Ή η πορνεία του πεζοδρομίου (και η προστασία της). Απ’ την άλλη μεριά ο τομέας εμπόριο ναρκωτικών εκτοξεύτηκε! (Δεν προσέξατε τα μαρτυριάρικα τα λύματα τι έλεγαν; Μόνο το «ιικό φορτίο» ενδιέφερε; Όχι η κόκα;) Πιθανότατα να αναπτύχθηκε κι ένας τομέας κατ’ οίκον διανομής… (Μια υπόθεση κάνουμε).

Αυτά σημαίνουν ότι οι όποιες ισορροπίες επιχειρηματικού καταμερισμού και επαγγελματικών προσόδων του «άτυπου» καπιταλισμού διαταράχτηκαν σοβαρά στη διάρκεια των αποκλεισμών και των απαγορεύσεων· χωρίς επίσημο «κρατικό» μαξιλάρι για μια κάποια εξομάλυνση. Και τι θα περίμενε κανείς απ’ την στιγμή που ο «τυπικός» καπιταλισμός ξαναμπαίνει σε λειτουργία; Οι νικητές των απαγορεύσεων (εκείνοι, δηλαδή, που πραγματοποίησαν σημαντική συσσώρευση χάρη στον τσαχπίνη) θα προσπαθήσουν να φάνε εντελώς τους χαμένους· κι αυτοί, απ’ τη μεριά τους, θα προσπαθήσουν να αμυνθούν.

Αν ο «άτυπος» καπιταλισμός είχε έναν «άτυπο» υπ.οικ., έναν «άτυπο» υπουργό ανάπτυξης και έναν «άτυπο» υπουργό εργασίας θα τα εξηγούσαν όλα αυτά. Και ο τεταρτοαυγουστιανός του ’20 (της «τυπικής» δημόσιας τάξης) θα μπορούσε να υπανιχθεί ότι η εγκληματοφοβία είναι φρένο στην εθνική ανάπτυξη. Η οποία, τουρισμός γαρ (έστω και κολοβός), στηρίζεται και στην «άτυπη» παροχή υπηρεσιών – μην κάνετε τους άσχετους.

Αλλά δεν έχει. Και μένει έρμαιο των συκοφαντιών… Όμως αν η ηθικολογία του «τυπικού» καπιταλισμού μπορούσε να στεγνώσει τις παράνομες δρατηριότητες, θα το είχε πετύχει προ πολλού σε άλλα μήκη και πλάτη του πλανήτη. Πουθενά δεν το κατάφερε· μάλλον το αντίθετο. Έχουν να το λένε οι πρωτοκλασάτοι «ειδικοί» πως ο «λευκός» καπιταλισμός γίνεται όλο και περισσότερο δραστηριότητα του «μαύρου» και το αντίστροφο. Και, μεταξύ μας, το «οργανωμένο έγκλημα» στο ελλαδιστάν έχει καταθέσει το δικό του αναπτυξιακό σχέδιο για τον λαό και τον τόπο, απ’ την δεκαετία του ’90 ήδη…

Έχει αποδειχθεί το μόνο πετυχημένο…

(φωτογραφία: Το ιαπωνικό “τυπικό” κράτος / κεφάλαιο είναι συμφιλιωμένο με την yakuza· και είναι δύσκολο πράγματι να πει κάποιος με σιγουριά ποιος είναι τμήμα του άλλου. Εν πάσει περιπτώσει δεν πρόκειται για δευτεράτζα! Για g7 πρόκειται!!! Προκομένα πράματα και καμμία περιττή σπατάλη δυνάμεων…)

Ινδική μετάλλαξη

Δευτέρα 26 Απρίλη>> Ινδία δεν είναι το Κατμαντού. Είναι ένα κράτος / καπιταλισμός σαν ήπειρος, με έντονες ταξικές, πολιτικές, πολιτιστικές και θρησκευτικές διαφοροποιήσεις.

Δεν θα πούμε εδώ πράγματα που δεν ξέρουμε. Αλλά ως τον περασμένο Φλεβάρη σα σύνολο η ινδική κοινωνία φαινόταν ότι ξεπέρασε την «πανδημία». Όχι πια. Μεσολάβησε κάτι;

Ναι. Απ’ το περασμένο φθινόπωρο οι ινδοί αγρότες βρίσκονται στο δρόμο κατά δεκάδες χιλιάδες. Αιτία η ψήφιση ενός νόμου (τριών για την ακρίβεια) που καταργεί τις εγγυημένες τιμές των αγροτικών προϊόντων (κάτι που ίσχυε επί χρόνια σαν στήριξη στους μικρούς αγρότες) και του παραδίδει δεμένους χειροπόδαρα στις μεγάλες εμπορικές εταιρείες τροφίμων.

Ως τα τέλη του περασμένου Γενάρη η κυβέρνηση του Modi ήλπιζε ότι αυτές οι μαζικές κινητοποιήσεις θα εκτονωθούν. Στα μέσα του μήνα το ανώτατο δικαστήριο «πάγωσε» την εφαρμογή των νόμων για να γίνουν διαπραγματεύσεις, και μια βδομάδα αργότερα η κυβέρνηση δήλωσε ότι είναι διατεθειμένη να μην τους εφαρμόσει για 12 ως 18 μήνες ζητώντας απ’ τα αγροτικά συνδικάτα να δείξουν καλή διάθεση.

Ωστόσο η απάντηση ήταν ένα ξερό «όχι». Το αίτημα είναι η κατάργηση των νόμων – όχι η διαπραγμάτευση και άλλες παρελκυστικές τακτικές. Επιπλέον οι ινδοί αγρότες (πάνω απ’ το 50% του ινδικού πληθυσμού) έχουν μεγάλη εμπειρία από μακρόχρονους αγώνες στο παρελθόν. Και τώρα είναι αποφασισμένοι να συνεχίσουν όχι μόνο για μήνες αλλά και για χρόνια αν χρειαστεί: είτε ο Modi θα πάρει πίσω τους νόμους, είτε θα τον ρίξουν με τον έναν ή τον άλλο τρόπο!

Έτσι, ενώ οι μαζικές διαδηλώσεις κρατάνε εδώ και μήνες (με αποκλεισμούς πόλεων, συμπεριλαμβανόμενου του Νέου Δελχί), μόλις έγινε ξεκάθαρο ότι αυτό το κίνημα δεν υπάρχει περίπτωση να υποχωρήσει, μέσα στον περασμένο Φλεβάρη δηλαδή, έπιασε δουλειά του κρουσματόμετρο και το θανατόμετρο! Ο Modi απειλεί τώρα ότι οι συγκεντρώσεις και οι διαδηλώσεις έχουν «διασπείρει τον ιό» και ότι συνιστούν δημόσιο κίνδυνο – εξαιρετική σύμπτωση δε νομίζετε;

Το πως θα αξιοποιήσει την φρεσκαρισμένη υγιεινιστική τρομοκρατία το ινδικό καθεστώς μένει να φανεί. Προς το παρόν αυτό που πρέπει να ξέρουν οι δυτικοί υπήκοοι είναι ότι η «ινδική μετάλλαξη» δεν αφορά μαζικές κινητοποιήσεις… αλλά την διαιώνιση του «κακού»…

Ιδεοκοινωνικό, ταυτοτικό dumping

Παρασκευή 19 Φλεβάρη. Ίσως κάποιοι / κάποιες ξέρετε τι σημαίνει dumping, και επίσης τι σημαίνει μισθολογικό dumping. Στην αρχική του έννοια αφορά τον ανταγωνισμό μεταξύ ομοειδών επιχειρήσεων και τον αθέμιτο ανταγωνισμό μεταξύ τους με όρους τιμών· κυρίως το «πουλάω κάτω του κόστους» (για να οδηγήσω τους ανταγωνιστές μου σε χρεωκοπία πετώντας τους έξω απ’ την αγορά… Μόλις την κατακτήσω ανεβάζω τις τιμές κατά βούληση και υπερ-ρεφάρω.)

Το μισθολογικό dumping είναι, κατά κάποιον τρόπο, προέκταση αυτού του ενδοκαπιταλιστικού ανταγωνισμού. Φτιάχνω (ή αξιοποιώ) συνθήκες «χαμηλού εργατικού κόστους» για να πετάξω απ’ την αγορά ανταγωνιστές μου που πληρώνουν μεγαλύτερους μισθούς. Πέρα και δίπλα απ’ το στενά εννοημένο πεδίο των συγκρούσεων μεταξύ αφεντικών, το μισθολογικό dumping επιδιώκει (και συχνά πετυχαίνει) την σύγκρουση μεταξύ εργατών: οι «ακριβοί» εναντίον των «φτηνών» και το ανάποδο. Οι τρόποι, φυσικά, που δημιουργούνται δια της βίας οι «φτηνοί», είναι γνωστοί. Αν, όμως, αγνοηθούν (κυρίως απ’ τους «ακριβούς») κι αν επικρατήσει η αναμέτρηση εμείς ενάντια σ’ εσάς μέσα στην τάξη μας, με όρους «φτήνιας» (που είναι εκβιασμένη), είναι εύλογο ποιοί κερδίζουν συνήθως: τα αφεντικά.

Τι θα μπορούσε να είναι το ιδεοκοινωνικό, ταυτοτικό dumping (εκτός από δικός μας αυθαίρετος όρος); Χμμμμ… Ας το πούμε με κάπως στριφνό τρόπο: θα μπορούσε να είναι η σχεδιασμένη, εκ μέρους των αφεντικών, επιστράτευση μιας διαταξικής ιδεοκοινωνικής ταυτότητας εναντίον μιας άλλης διαταξικής ιδεοκοινωνικής ταυτότητας. Έτσι ώστε αφενός να σπάσει (ξανά και ξανά και ξανά) οποιαδήποτε «υποψία» περί της ταξικής διαστρωμάτωσης των καπιταλιστικών κοινωνιών και στον 21ο αιώνα, και αφετέρου να λαδωθούν τα γρανάζια της όποιας αναδιάρθρωσης, επιμέρους ή γενικότερης.

Δεν μιλάμε με γρίφους. Τα παραδείγματα είναι πολλά, ακόμα και προκαπιταλιστικά. Εύκολο: ο τρόπος που αντιμετώπιζε ο χριστιανισμός τους Άλλους (ή ο τρόπος που αντιμετώπιζαν οι κάθε φορά ηγεμονικές φράξιές του τους «αιρετικούς») είναι μια μορφή ιδεοκοινωνικού dumping: επιστατεύεται η μία ταυτότητα (ο σωστός πιστός) για να σφάξει την άλλη (τον αιρετικό).

Ωστόσο αυτή η αρχαιολογία είναι χρήσιμη ως ένα σημείο, σε ότι αφορά το τυπικό μέρος του ζητήματος (παρότι οι χριστιανοί συνεχίζουν να σφάζουν τους μουσουλμάνους, όπως έκαναν και πριν 1000 χρόνια…). Το πολιτικά σημαντικό ζήτημα στους τωρινούς καπιταλιστικότατους καιρούς είναι το ποιές ιδεοκοινωνικές ταυτότητες επιστρατεύονται εναντίον ποιών· από ποιούς, και για ποιούς σκοπούς.

Έχουν γίνει οι δυτικές («αναπτυγμένες καπιταλιστικά») κοινωνίες tribal; Ο ταυτοτισμός κατέληξε σε μητροπολιτικό postmodern φυλετισμό; Μήπως ήταν απ’ την αρχή τέτοιος; Οι δυτικές κοινωνίες έχουν γίνει ιδεοκοινωνικά, ταυτοτικά, φυλετικές; Αν ναι, πού ωφείλεται αυτό; Και ποιοί κερδίζουν;

Τροφή για σκέψη…

Χάνοντας το έδαφος

Δευτέρα 15 Φλεβάρη. Τι συμβαίνει όταν ένα κοινωνικό υποκείμενο, με μια ορισμένη (έστω και προσωρινή…) ταυτότητα, συγκροτημένο γύρω από ρουτίνες ή/και διαδικασίες εδαφοποιημένες, στερείται τον φυσικό του χώρο; Η περίπτωση των φοιτητών / φοιτητριών και των πανεπιστημίων αξίζει προσοχής. Όχι μόνο για την ίδια. Αλλά επειδή περιλαμβάνει στοιχεία και παραμέτρους ευρύτερης σημασίας.

Υπό άλλες συνθήκες εκείνο που στα μέρη μας ονομάζεται “φοιτητικό κίνημα” (δεν θα διατυπώσουμε τη γνώμη μας γι’ αυτό, είναι άσχετη με το θέμα) αν είχε να αντιμετωπίσει μια νομοθεσία για χωροφύλακες μέσα στα ιδρύματα, ήξερε τι θα έκανε. Συνελεύσεις (λιγότερο ή περισσότερο μαζικές), καταλήψεις (λιγότερο ή περισσότερο virtual) και, φυσικά, επίμονες και μαζικές διαδηλώσεις. Ο τόπος πολιτικής αναπαραγωγής του «φοιτητικού κινήματος», σ’ όποια κατάσταση κι αν βρίσκεται, είναι τα πανεπιστήμια· όχι τα antisocial media ή οι παραλίες. Ακόμα και για τις φοιτητικές παρατάξεις το πανεπιστημιακό έδαφος είναι κρίσιμος παράγοντας: μπορεί να έχουν γραφεία αλλού, ωστόσο τα ιδρύματα είναι οι τόποι της δράσης τους. Της όποιας…

Και «ξαφνικά» (όχι και τόσο…) το έδαφος χάνεται. Τα ιδρύματα κηρύσσονται «τόποι αναπαραγωγής της μολυσματικότητας», τόποι συνωστισμού· η «εκπαίδευσή» τους γίνεται τηλε-· (και οι συνδικαλιστικές εκλογές; χμμμμμ…)· ακαριαία όμως εξαφανίζεται και η «πηγή της πολιτικής δύναμης», της όποιας τέτοιας, αυτού του υποκειμένου. Χωρίς συνελεύσεις, χωρίς πηγαδάκια, χωρίς την φυσική συνάφεια, τριβή και κάποτε έμπνευση, χωρίς διαφωνίες και εντάσεις, χωρίς την δυνατότητα καταλήψεων, το «φοιτητικό κίνημα» ξεδοντιάζεται. Γίνεται σκόνη. Του μένει να δανειστεί «τσαμπουκά» μέσω (ας πούμε) μη εγκεκριμένων διαδηλώσεων, αλλά αυτές πια… (θα ήταν άδικο απ’ την μεριά μας να κατακρίνουμε οτιδήποτε υπ’ αυτές τις συνθήκες!) Κι έτσι το ρημαδογκουβέρνο, που είχε την βασική πονηριά να καταλάβει έγκαιρα πως η υγιεινιστική τρομοεκστρατεία (θα) έχει πολλαπλά οφέλη άσχετα με την «δημόσια υγεία», επωφελείται…

Ως εδώ αυτά που λέμε είναι κοινότοπα. Έχει ενδιαφέρον όμως ότι δεν ήταν απρόβλεπτα. Τα περιβόητα «lockdown» που τόσοι έχουν αγαπήσει είναι στην πραγματικότητα, το είπαμε έγκαιρα, lockout: εκκένωση των φυσικών δημόσιων χώρων / χρόνων / δραστηριοτήτων γενικά, καθολικά, και αντικατάστασή τους από ψηφιακές, μηχανικές μεσολαβήσεις. Ειπωμένο διαφορετικά: ένα Καινούργιο Παράδειγμα μεσολάβησης και ελέγχου του οποίου ένας σκοπός και ένα αποτέλεσμα είναι το «κλάδεμα» των δυνατοτήτων της φυσικής, σχετικά άμεσης συνάφειας των ανθρώπων.

Ούτε κι αυτά είναι «σοφία»! Το ζήτημα είναι ότι και οι φοιτητές / φοιτήτριες, σαν κοινωνικό υποκείμενο με πολιτικές διαδικασίες και λειτουργίες (τις όποιες τέτοιες…) δέχτηκαν να χάσουν το έδαφός τους! Το παραχώρησαν! Γιατί; Επειδή the bigmouth striked again!!! Είπε: κινδυνεύει η υγεία σας, είμαι εδώ για να σας προστατέψω, θα κάνετε όπως σας λέω και θα σωθείτε! Δια-λυ-θεί-τε η-σύ-χως!!! (Και διαλύθηκαν ησύχως…)

Είμαστε εντελώς σίγουροι πως πολλοί, και απ’ αυτήν την «σπουδάζουσα νεολαία», είπαν η υγεία πάνω απ’ όλα. Χωρίς να ξέρουν περί τίνος πρόκειται, χωρίς να έχουν όρεξη να το ψάξουν με τον κόπο που χρειαζόταν. Το πραξικόπημα πέτυχε κι εκεί αλλά, τουλάχιστον, προστατεύτηκε η υγεία που είναι πάνω απ’ όλα… Έτσι δεν είναι; Αν κάτι είναι «πάνω απ’ όλα» αυτά τα “όλα” είναι απο κάτω…

Είναι αυτό σημάδι πολιτικής ωριμότητας στην 3η δεκαετία του 21ου αιώνα από ένα κοινωνικό υποκείμενο που θα ήθελε να θεωρείται ευφυές; Δεν θα το λέγαμε – και με το συμπάθειο. Κανένα manual δεν λέει πουθενά ότι πρέπει να παραχωρήσεις τα όπλα σου, το έδαφός σου, με αντάλλαγμα την όποια κρατική φροντίδα· πολύ λιγότερο με αντάλλαγμα τα παραμύθια της εξουσίας και της «φροντίδας» της. Και κανένα manual δεν λέει ότι μπορείς να την βγάλεις στον 21ο αιώνα με την ανεμελιά ή την ρουτίνα των βεβαιοτήτων του 20ου

Πράγμα που δείχνει ίσως, ίσως λέμε, ότι το έδαφος είχε χαθεί πριν χαθεί το έδαφος…

(φωτογραφία: Η πανεπιστημιακή αστυνομία εκπαιδεύεται…)

The fear factor(y) 1

Τρίτη 14 Απρίλη. Oldies but goodies συνέχεια (ή επειδή θα έπρεπε να έχουμε μιλήσει έγκαιρα και γι’ αυτά…):

Θα μπορούσε η ιστορία των ανθρώπινων κοινωνιών να είναι η ιστορία των φόβων τους; Tί φοβούνται· πως και πότε· πως ξορκίζουν (αν ξορκίζουν) τους φόβους τους· πως υποκύπτουν σ’ αυτούς ή πως τους ξεπερνούν· ποιοί τους διαχειρίζονται και πως επωφελούνται απ’ την διαχείριση· είναι αυτά εύλογα ερωτήματα των οποίων οι απαντήσεις τρέχουν πίσω απ’ τις πλάτες των ζωντανών βρυκολακιάζοντας στις ζωές και στις σχέσεις τους; Kι αν είναι εύλογα, θα έπρεπε να ξεπεράσουμε την ανθρωπολογική και κοινωνιολογική αντιμετώπισή τους εστιάζοντας κατευθείαν στην πολιτική (δηλαδή: πολεμική) αξία τους;

Δεν έχουμε υπόψη μας μια ιστορία των φόβων – ούτε καν μια κοινωνιολογική τέτοια. Όμως υποστηρίζουμε ότι αν υπήρχε τέτοια, οι κοινωνίες του ύστερου καπιταλισμού θα βρίσκονταν στην κορυφή, σαν κατ’ εξοχήν φοβικές κοινωνίες. Δεν έχουμε ακλόνητες αποδείξεις (ειδικά απέναντι σ’ αυτούς που, όπως σχεδόν για τα πάντα, θα πουν το μονότονο «πάντα έτσι ήταν τα πράγματα»). Eκτός απ’ αυτήν: μια πλήρης ιατρική λίστα σύγχρονων φοβιών περιλαμβάνει 684 διαφορετικές περιπτώσεις! Φυσικά τέτοιοι κατάλογοι δείχνουν όχι μόνο πως κάτι τρέχει, αλλά και την (μανιακή) σχολαστικότητα να ονοματιστούν και να ταξινομηθούν, σαν αρρώστιες, τα πάντα στις ανθρώπινες συμπεριφορές. Aλλά αν οι ενδιαφέρομενοι θεωρούν πως όντως φοβούνται (τις βελόνες, το κίτρινο χρώμα ή τα παραμύθια – για να πούμε μερικές περιπτώσεις) τόσο επίμονα ώστε να πρέπει να τους δει γιατρός, τότε…

Eντάξει, μια συμβιβαστική πρόταση. Aκόμα κι αν οι κοινωνίες του ύστερου καπιταλισμού δεν φοβούνται περισσότερο από άλλες στο παρελθόν (στο καπιταλιστικό, ή, ακόμα, στο προκαπιταλιστικό παρελθόν), το σίγουρο είναι ότι φοβούνται διαφορετικά. Aπό ψυχ-ιατρική άποψη εστιάζουν στους φόβους τους: τους ονοματίζουν, τους καταγράφουν, τους κατατάσσουν, τους ψειρίζουν. Aπό κοινωνική άποψη ντρέπονται γι’ αυτούς· συχνά τους φοβούνται (ναι, μέσα στον κατάλογο των φοβιών υπάρχει και η φοβοφοβία!). Kαι, ας μας επιτραπεί: από πολιτική άποψη προσπαθούν αγωνιωδώς να τους συγκεκριμενοποιήσουν, να τους προσδιορίσουν. Έναντι οτιδήποτε. Γιατί μέσα στη διαφορετικότητα των φόβων στον ύστερο καπιταλισμό, συμβαίνει και (ή μήπως κυρίως;) αυτό: οι φόβοι (μας) είναι εν γένει αόριστοι.

Δεν έχουμε εδώ τον φόβο απέναντι στα άγρια θηρία. Δεν έχουμε καν τον φόβο απέναντι στην οργή και την κατάρα του θεού / των θεών για κάποια ατομική ή και συλλογική παράβαση. Έχουμε μάλλον ένα φοβικό δυναμικό, που μοιάζει να περιστρέφεται αδέσποτο σαν πυξίδα χωρίς μαγνητικό βορρά. Ψάχνοντας τι είναι το όντως φοβερό· μετατρέποντας γι’ αυτό το λόγο σε φοβερό οτιδήποτε. Eίναι οι αρρώστιες γενικά κι αόριστα· όλες οι αρρώστιες και οπωσδήποτε οι πιο διάσημες ανάμεσά τους όπως παρουσιάζονται στα μηνιαία ή εβδομαδιαία δελτία υγιεινιστικών απειλών… Eίναι οι άλλοι, εν γένει, κοντινοί και μακρινοί· αυτοί που δεν συναντήσαμε ποτέ κι ακόμα πιο έντονα εκείνοι που συναντήσαμε αλλά δεν αξιωθήκαμε να γνωρίσουμε στ’ αλήθεια…. Eίναι η απόρριψη, τόσο πιο πιθανή όσο πολλαπλασιάζονται οι φετιχισμοί (δηλαδή τα εμπορεύματα) της καταξίωσης…. Eίναι όλες οι πιθανές κι απίθανες μορφές πόνου, πριν καν νοιώσουμε κάποιον· μόνο με την φήμη πως εκεί (εδώ…) πονάει… Eίναι όλες οι μεσολαβημένες, αναπαραστάσιμες ή μη μορφές έκπτωσης, απώλειας, θανάτου…

O άγραφος χάρτης της σύγχρονης αοριστίας των φόβων μπορεί να διαβαστεί στην κίνηση όλων των φαρμακείων. Oι καταθλίψεις, οι νευρώσεις, οι ψυχώσεις, είτε είναι καταγραφές των ειδικών είτε απλά η διάγνωση των περιξ (διάγνωση απευθείας ή διάγνωση που αντανακλάται στις γκριμάτσες τους…) περνούν από εκεί. Kαι καταλήγουν στα οικιακά ντουλαπάκια, στα κομοδίνα δίπλα απ’ τα κρεβάτια – αφήνουμε την δακτυλοδεικτούμενη πρέζα πρέζα και τα υπόλοιπα. H κουβέντα είναι σωστή από πολλές απόψεις: ζούμε στην πολιτική οικονομία του φόβου σαν αναπόστατο, οργανικό τμήμα του κόσμου μας· η επίγνωση της βαρβαρότητας του οποίου είναι οδυνηρή. Aν και, χωρίς δεύτερη κουβέντα, απελευθερωτική επίσης.

The fear factor(y) 2

Τρίτη 14 Απρίλη. …Yπάρχει (υπήρχε καλύτερα) μια σοφή στάση των πληβειακών κοινωνικών τάξεων, αγροτικών και εργατικών απέναντι στον πόνο. Kαι την εκπαίδευση σ’ αυτόν. Aν δεν πέσεις δεν μαθαίνεις να στέκεις ήταν η κουβέντα όταν, στα πρώτα τους βήματα, τα μωρά τους σωριάζονταν κάθε λίγο σκούζοντας. Aν δεν πονέσεις δεν μαθαίνεις ν’ αντέχεις τον πόνο. Aν δεν μάθεις να πονάς φοβάσαι τον πόνο σου τον ίδιο θα συμπληρώναμε.

H σχέση με τον πόνο, και σαν άμεση συνέπεια η σχέση με τον φόβο (απέναντι σε οποιονδήποτε πόνο) δεν είναι απλά «βιολογική». Eίναι πολύ περισσότερο κοινωνική. Διαμορφώνεται απ’ τα επιτρεπτά ή όχι όρια πράξεων και ενεργειών που είναι πιθανό να μας πονέσουν. Mέσα απ’ το πλήθος τέτοιων πράξεων και ενεργειών, ειδικά μάλιστα ολόκληρη την περίοδο που διαμορφώνει ο καθένας χαρακτήρα, μαθαίνουμε όχι μόνο να αντέχουμε αλλά, κι αυτό είναι σπουδαιότερο, το πώς και πόσο φοβόμαστε. O φόβος είναι κατ’ αρχήν μια σωματική διαδικασία προστασίας απέναντι σε συγκεκριμένο κάθε φορά κίνδυνο. Tο να μαθαίνουμε «πώς και πόσο φοβόμαστε» συμπεριλαμβάνει συνεπώς πλήθος επιμέρους εμπειρικών γνώσεων: την αναγνώριση του συγκεκριμένου κάθε φορά  κινδύνου· την εκτίμησή του· την ακαριαία προετοιμασία και «οχύρωση» του σώματος απέναντι στον πιθανό πόνο έτσι ώστε να αυτομειώσει (το σώμα) την έντασή του· κλπ κλπ.

H εξοικείωση με τον πόνο και με τον φόβο είναι λοιπόν μια κοινωνική / σωματική διαδικασία εμπειριών πόνου και φόβου. Kαι δεν χρειάζονται εδώ ειδικές τελετουργίες εξ-οικείωσης, παρότι γνωρίζουμε ότι πολλές και διαφορετικές κοινωνίες είχαν τέτοιες τελευτουργίες, στο πέρασμα των νεαρών αρσενικών μελών τους απ’ αυτό που λογαριαζόταν σαν εφηβεία σ’ εκείνο που θεωρούνταν ενήλικη ζωή. Tο σημαντικότερο είναι ότι ακόμα και πολύ πριν τέτοιου είδους τελετουργίες υπήρχε μια αντι-φοβική κανονικότητα, και η σχετική ανοχή απέναντι στον πόνο, στην καθημερινότητα των (παιδικών / νεανικών) παιχνιδιών.

Σε σχέση μ’ αυτήν την κοινωνική παράδοση είναι που αρχικά η αστική τάξη σαν ηγεμονική ιδεολογικά, και στη συνέχεια τα διάφορα κύματα εξέλιξης της καπιταλιστικής καθημερινότητας, έδρασαν και δρούν αντίθετα. Στο όνομα μιας καινούργιας θέωρησης του σώματος και της «προστασίας» του η αστική τάξη προώθησε ένα είδος «αποσωματοποίησης»· ή, για να είμαστε πιο σωστοί, «επανασωματικοποίησης» με αφηρημένους ηθικούς όρους και όρια. Oι κανόνες της καθώς πρέπει σωματικότητας συνέκλιναν, όπως έχει δείξει πετυχημένα ο Φουκώ, στην επαναρρύθμιση της σεξουαλικότητας και των πρακτικών της.

Aλλά περνούσαν υποχρεωτικά, κι απ’ την αρχή, απ’ την απαγόρευση του τυχαίου σωματικού πόνου, και την διακράτιση τόσο του πόνου όσο και του φόβου για τις ανάγκες της τιμωρίας. Tο οικογενειακό και αργότερα το εκπαιδευτικό σύστημα της αστικής τάξης σκόπευε (και ως ένα βαθμό τα κατάφερε) να κρατήσει το μονοπώλιο της πρόκλησης πόνου και φόβου αποκλειστικά για τις εξουσιαστικές δομές (με τον πατέρα πρώτη μορφοποίηση)· πράγμα που σήμαινε πως κάθε άλλη τυχαία πηγή σωματικού πόνου και φόβου, κάθε «τυχαίο μάτωμα» στη διάρκεια των παιδικών παιχνιδιών, που θα δρούσε σαν ευκαιρία εξοικείωσης και άρα αντοχής (απέναντι στον εξουσιαστικό πόνο / φόβο), ήταν απαγορευμένη.

Σε αντίθεση με την πληβειακή καθημερινότητα, οι αστικές νόρμες του επιτρεπτού και του απαγορευμένου ήταν φιλο-φοβικές. Mε την έννοια ότι η σωματική εμπειρία του πόνου και του φόβου, το καθημερινό σχολείο εξοικείωσης, αναμέτρησης και αντοχής, θα έπρεπε να απαγορευτεί. Yπέρ μιας «κεφαλαιοποίησης» του πόνου και του φόβου στο λογαριασμό της εξουσίας· υπέρ, επίσης, μιας προληπτικής φοβικής αοριστίας όσον αφορά τον πόνο της τιμωρίας.

The fear factor(y) 3

Τρίτη 14 Απρίλη. … H εκπαίδευση και η εξοικείωση στον πόνο και στον φόβο μάθαινε το είδος μας (και το ίδιο θα πρέπει να συμβαίνει σε κάθε ζωντανό είδος) να εκτιμάει γρήγορα την απειλή, μέσω της συγκεντρωμένης γνώσης / εμπειρίας – και να αντιδρά ανάλογα. Aυτό καθόλου δεν σημαίνει ότι σε άλλες κοινωνίες δεν υπήρχαν «πανικοί» – δηλαδή λάθος ή καθόλου εκτιμήσεις απέναντι σε κινδύνους, και άρα «ανεπεξέργαστες» αντιδράσεις «φυγής». Σημαίνει πως τέτοιοι πανικοί είτε ήταν εξαιρετικά σπάνιοι, είτε ήταν προϊόντα μιας ειδικής αντι-εκπαίδευσης, απαλλοτρίωσης και υπαγωγής (της κοινωνικής γνώσης) των φόβων σε κάποια κεντρική διεύθυνση· δουλειά που έκαναν οι κάθε είδους παπάδες.

Oι κοινωνίες του ύστερου καπιταλισμού είναι αντίθετα, πολύ συχνά, σε μόνιμη κατάσταση «υπο-πανικού» – άσχετα με το μέγεθος της τυπικής θρησκευτικότητάς τους. Kι αυτό επειδή τα μέλη τους, ένα προς ένα, είναι εκπαιδευμένα στον γενικό φόβο απέναντι στον πόνο. Aπορρίπτουν με ιερή αγανάκτηση τον πόνο, οποιονδήποτε πόνο, σαν οργανικό στοιχείο της ζωής (τους)· επαινούν υπερβατικά την αν-αισθησία καθόσον μόνο «καλά» βιώματα και «ευχάριστες» συγκινήσεις έχουν θέση στη ζωή· τρομάζουν (συχνά κυριολεκτικά) με οτιδήποτε αμφισβητεί την προσωρινότητα των «καλών – και – ευχάριστων»…. Aκόμα και οι πόνοι του τοκετού, αυτή η έσχατη γνώση της πραγματικής ζωής, έχουν τεθεί σχεδόν στην παρανομία… Θεωρούνται φοβεροί κι ασήκωτοι για τα καινούργια γυναικεία σώματα.

Φυσικά δεν πρέπει να παρακάμψουμε το γεγονός ότι αυτή η κατάσταση ευνοεί όσους μπορούν να έχουν το μονοπώλιο (της πρόκλησης) του φόβου. Έστω του μεγα-φόβου, που είναι ανώτερης τάξης απ’ τις αδέσποτες καθημερινές φοβίες. Όπως έδειξε η κατασκευή των θεών, όσο πιο παντοδύναμη εμφανίζεται να είναι η εξουσία της τιμωρίας τόσο πιο παραλυτική είναι η καθημερινότητα απέναντί της. Σε τελευταία ανάλυση, αν στη θέση της εμπεριστατωμένης, συγκεκριμένης και πραγματιστικής επί-γνωσης των κινδύνων, των πόνων και των φόβων, μπει η γενική κατασκευή μικρο-φοβικών συνδρόμων, συμβαίνει ό,τι με την κατασκευή του (καπιταλιστικού) χρήματος σε σχέση με την ιδέα του (καπιταλιστικού) πλούτου: πάντα υπάρχει κάτι υπερ-μεγάλο, σε έκταση και ένταση, που μπορεί να συναθροίσει, να υπάγει και να κατευθύνει τα μικρά, σαν ο κοινός τους παρανομαστής.

A-σώματοι, ανίκανοι/ες να συμφιλιωθούμε με την ζωϊκή αλήθεια του πόνου, υποφέρουμε τελικά διαρκώς «ψυχικά». Άψογα σώματα – πληγιασμένες ψυχές. Tί είναι αυτό το «ψυχικά» που οδηγεί στην υποδούλωση στις φαρμακοβιομηχανίες αλλά και στις δήθεν επουλωτικές συνταγές των εξουσιών; Mια μετάθεση· μια θεμελειώδης αλλοτρίωση. Σχεδόν οντολογική.

Aλλά, λέμε, ανατρέψιμη…

(Kάτι τέτοια γράφαμε πριν «πολλά πολλά χρόνια»… Στο Sarajevo νο 23, το Νοέμβρη του 2008.

Μάταιη η προειδοποίηση. Προφανώς…

Ιδού τώρα!)

Πρόλογος στον οικοφασισμό;

Κυριακή 12 Απρίλη. Το μέλλον είναι ήδη εδώ. Δεν έφτασε σταδιακά, στο ρυθμό της ανόδου της στάθμης της θάλασσας, ούτε σύμφωνα με την πρόοδο που έχει ανακοινωθεί από κάποιο μαθηματικό μοντέλο. Ήρθε σαν μια τσεκουριά και (όπως παραδόξως θα έπρεπε να περιμένουμε) με τον πιο απρόβλεπτο τρόπο. Το μέλλον δεν είναι πια μέσα σε 30 χρόνια, είναι τώρα, και η χρονομηχανή δεν είναι καμιά εφεύρεση εργαστηρίου, αλλά το αποτέλεσμα ενός συνόλου από διαδράσεις που συμπεριλαμβάνουν από την οικολογική καταστροφή και τις αλυσίδες παραγωγής και διανομής της αγροβιομηχανίας, έως τις διαδικασίες ιδιωτικοποίησης και περικοπών στην υγεία ή τον πολλαπλασιασμό της ποσότητας και της ταχύτητας των διασυνδέσεων σε γη, θάλασσα και αέρα. Το μέλλον εμφανίστηκε αιφνιδίως, αν και όχι ακριβώς χωρίς να ειδοποιήσει.

Ενώ έχουμε βουτήξει σε μια δυστοπία, σίγουρα μια από τις απόψεις κοινής λογικής που περισσότεροι μοιράζονται είναι το “πρέπει να εκμεταλλευτούμε την ευκαιρία”. Ξαφνικά έχει γίνει ηγεμονική μια εκδοχή sui generis του όσο – χειρότερα – τόσο – καλύτερα, και τόσο η ίδια η κρίση όσο και ο χειρισμός της μέσω της διαταγής για το γενικό εγκλεισμό και τον περιορισμό των δικαιωμάτων έχουν μετατραπεί σε μια ευκαιρία για την “αποανάπτυξη”, για την “αλλαγή των ζωών μας”, για το “κατέβασμα των ρυθμών”… λες κι αυτή η στιγμή μπορεί με κάποιο τρόπο να γίνει το εφαλτήριο προς μια αλλαγή.

Η πρώτη ερώτηση είναι προφανής: γίνεται μια κατάσταση έκτακτης ανάγκης να είναι μια ευκαιρία για κάτι διαφορετικό από τη διαιώνισή της ή τη διατήρηση -αύξηση των αυταρχικών μέτρων; Δεν αρνούμαι εδώ την ανάγκη για προληπτικά υγειονομικά μέτρα. Μπορώ ακόμη και να κατανοήσω τις συνεχείς αλλαγές κριτηρίου των αρχών, αναπόφευκτες όταν το αιφνίδιο – αν και όχι απαραίτητα απρόβλεπτο – εισβάλει σε ένα κόσμο πατριαρχικών θεσμών που υπερηφανεύονται για το ότι έχουν τα πάντα υπό έλεγχο. Αλλά το ότι η πραγματικότητα που ζούμε μας επιβάλλει την υιοθέτηση κάποιων ανεπιθύμητων μέτρων δεν σημαίνει πως η σύζευξη μεταξύ μιας καταστροφής και μιας κατάστασης εκτάκτου ανάγκης ευνοημένης από αυτή την καταστροφή μπορεί να αποτελέσει την αφετηρία για μια αλλαγή προς το καλύτερο. Το πιο πιθανό είναι το αντίθετο. 

Θα έπρεπε ήδη να μας ανησυχεί το ίδιο το κλίμα που παράγεται γύρω από αυτή τη διαμόρφωση μιας εθνικής ενότητας, οικοδομημένης με βάση τον εγκλεισμό, και που ξαφνικά λειτουργεί ως ένας νέος κανόνας κοινωνικής αναγνώρισης. Πέρα από τις ταξικές διαφορές, που ήδη έχουν καταγγελθεί, ή τις ακραίες καταστάσεις όπως εκείνες των γυναικών που βρίσκονται φυλακισμένες με τον βασανιστή τους, ή τους άστεγους που ζουν στο δρόμο – πραγματικότητες που αφθονούν σε μια συγκυρία που οι βάσκες φεμινίστριες έχουν χαρακτηρίσει ως μια κρίση της φροντίδας -, η ψυχική κατάσταση που προκαλείται γύρω από τον εγκωμιασμό του εγκλεισμού έχει μια σειρά ανησυχητικές  πλευρές.

Αν και η επίσημη εκδοχή του #Μένουμε σπίτι έχει επικεντρώσει στη φροντίδα του υγειονομικού προσωπικού και την προστασία των πιο ευπαθών πληθυσμών, γύρω από αυτήν αναπτύσσονται άλλα φαινόμενα που καλό θα ήταν να μην τα υποτιμήσουμε. Από τη μια, ο χαζοχαρούμενος ακτιβισμός “Hello Kitty”, που μέσω μιας σκόπιμης μπανάλ εξοικείωσης με την κατάργηση των δικαιωμάτων και μέσω της πρακτικής σούπερ φανταστικών παιχνιδιών, τραγουδιών, χορών, ημερολογίων και άλλων διαφόρων αναπαραστάσεων, έχει οικοδομήσει μια ροζ εκδοχή coach του μαζικού εγκλεισμού του πληθυσμού (και δεν εννοούμε με αυτό πως δεν πρέπει να έχουμε αίσθηση του χιούμορ ή να αναζητούμε την αξιοπρέπεια και τη χαρά, ακόμη και στις πιο σκληρές στιγμές. Μιλάμε για την ολοκληρωτική αποπολιτικοποίηση και άρνηση της εγγενούς σύγκρουσης που σημαίνει η ακραία στιγμή που ζούμε.)

Aπό την άλλη, ο σπλάτερ ακτιβισμός κάποιων άλλων – που συμπίπτει σε μερικές περιπτώσεις με εκείνες τις φασιστοτάσεις που απαιτούν δημοτικές πολιτικές σεκιουριτάδικου χαρακτήρα – οι οποίοι επιδεικνύουν ένα άγρυπνο πάθος για την παρακολούθηση των ζωών των άλλων. Αν τα δύο άκρα, εκείνο της ευτυχούς αυτοπειθαρχίας κι εκείνο που θα μπορούσαμε να ονομάσουμε βιοπολιτικό αυταρχισμό των άγρυπνων φρουρών ασφαλείας, συγκροτούν μια ταυτότητα γύρω από μια κοινή τραγική εμπειρία όπως αυτή που ζούμε, η πραγματικότητα έχει ξεπεράσει τα πιο εφιαλτικά φουτουριστικά σενάρια.

Εκτός από αυτές τις ανθρωπολογικές μεταλλάξεις, αυτή η απαγόρευση κυκλοφορίας που ζούμε δεν είναι καλή και δεν μπορεί να θεωρηθεί με κανένα θετικό πρόσημο, τόσο λόγω της αιτίας της όσο και για το επερχόμενο ωστικό κύμα που θα προκαλέσει. Κατά πρώτον, επειδή είναι η πολυαιτιακή συνέπεια ενός συνόλου πολιτικών – στους τομείς της υγείας, διατροφής, οικολογίας, βιομηχανίας, τουρισμού – που επιβλήθηκαν και εφαρμόστηκαν συνειδητά σε παγκόσμιο επίπεδο και που αυτή τη στιγμή έχουν δείξει την εξαιρετικά υψηλή καταστροφική ικανότητα που μπορούν να κατακτήσουν όταν συνδυάζονται μεταξύ τους. Κατά δεύτερον, επειδή καθιερώνει ένα μηχανισμό χειρισμού που ίσως τώρα να φτάσει να θεωρηθεί αναπόφευκτος, αλλά που, αν μετατραπεί σε ένα παραδειγματικό προηγούμενο, μπορεί να προκαλέσει κοινωνικές μετακινήσεις ιδεολογικού και πολιτικού χαρακτήρα, που από τώρα και στο εξής δεν θα μπορούσαμε να θεωρήσουμε ανύποπτους, και που πολύ πιθανά θα μπορούσαν να επιταχύνουν την πρωτοφασιστική καμπύλη.

Η πανδημία έχει ανοίξει τρία κουτιά της Πανδώρας μαζί. Το πρώτο, την υλικότητα του καπιταλιστικού αφανισμού μέσω της  μολυσματικής μετάδοσης, των θανάτων και της βαθιάς τρωτότητας των θεσμών του υποκράτους πρόνοιας. Το δεύτερο, που λειτουργεί ως μεταφορά, με τον ιό να μετατρέπεται σε ένα αφήγημα της θανατηφόρας ταχύτητας των λογικών του κεφαλαίου, αλλά όπου “ο κίνδυνος είμαστε εμείς” και όπου το να κρατήσουμε μακριά και να ελέγξουμε τον ιό σημαίνει να κρατήσουμε μακριά και να ελέγξουμε τον πληθυσμό. Και το τρίτο, το πρότυπο αυταρχικής διαχείρισης, με την κατάσταση έκτακτης ανάγκης ως το μόνο δυνατό χειρισμό υπέρ της δημόσιας υγείας.

Αυτή η τριάδα, που καθιερώθηκε σε τούτη τη στιγμή ως μια ολοκληρωτική και αναπόσπαστη πραγματικότητα, μπορεί να μας έχει φέρει τον οικοφασιστικό, ή το λιγότερο, τον οικοαυταρχικό κίνδυνο πιο κοντά από ό,τι περιμέναμε. Ξέροντας πως αυτό που ζούμε θα σημαδέψει βαθιά την συλλογική ψυχολογία και θα προκαλέσει μια μετακίνηση των συναισθημάτων και της ματιάς εκατομμυρίων ανθρώπων, η έκκληση στην δημόσια υγεία και στην υπεράσπιση της ζωής μπορεί εύκολα να μετατραπεί στο άλλοθι ενός συλλογικού πνεύματος που αποδέχεται την ενδυνάμωση των συνόρων, την διεύρυνση των αστυνομικών αρμοδιοτήτων, ακόμη περισσότερους περιορισμούς στην πρόσβαση στην ιδιότητα του πολίτη ή στην δημόσια υγεία (όπως ήδη κάνει το ακροδεξιό κόμμα VOX), όλα αυτά ως αναπόφευκτα μέτρα στο όνομα του κοινού, μεγαλύτερου καλού.

Αν αποδεχτούμε αυτή τη στιγμή ως μια ιδρυτική πράξη αντί να δημιουργήσουμε ένα κλίμα αντίδρασης, αμφισβήτησης και αποδόμησής της, θα είναι σαν να αποδεχόμαστε τη συμμετοχή μας σε ένα γεγονός, που πανεύκολα θα χρησιμοποιηθεί ως θετική αναλογία για αυταρχικές διαδικασίες Προφανώς, οποιοσδήποτε αγώνας έχει ως αφετηρία πάντα μια δεδομένη και όχι επιλεγμένη πραγματικότητα, αλλά τα διαβάσματα και οι λέξεις έχουν σημασία, και δεν χρειάζεται να “εκμεταλλευτούμε τη στιγμή” αλλά να θέσουμε από τώρα ένα “ποτέ πια” που θα αμφισβητεί και θα επιτίθεται τόσο στην λογική του συστήματος που μας έχει φέρει ως εδώ – και που  συγκεντρώνεται σε επιβεβλημένες πολιτικές που εφαρμόζονται τόσο σε τοπικό όσο και σε διεθνές επίπεδο -, όσο και στην αυταρχική διαχείριση, που μπορεί σήμερα να θεωρείται ένα αναγκαίο κακό, αλλά που πρέπει να καταγγελθεί οπωσδήποτε ως ένα κακό (και όχι ελάσσον), καρπό ενός άλλου μεγαλύτερου κακού.

 Το μέλλον είναι ήδη εδώ, ο παράγοντας κινδύνου είναι το κεφάλαιο, και η στρατιωτικοποίηση των ζωών μας μόνο μπορεί να σημαίνει τον πρόλογο του οικοφασισμού.

Miguel Martin (απ’ τον πλανήτη spain – μετάφραση A.)

(φωτογραφίες: η «ζύμωση» έχει αρχίσει…)