Παπιέ ντε κολ!

Τετάρτη 11 Μάρτη. Η ασταμάτητη μηχανή νόμιζε ότι πρόκειται για μικροαστικό μεν ελληνικό δε χούι: σε περίπτωση panic εφόδου στα υπερμπακάλικα, οπωσδήποτε αγορά και συσσώρευση κωλόχαρτων! Αλλά όχι. Απ’ την επικράτεια της αυτού μεγαλειότητας όταν το brexit φαινόταν σαν τρακάρισμα σε οτοστράντα με 200 χιλιόμετρα την ώρα ως την «απαγορευμένη» ιταλία· απ’ την αυστραλία ως τις ηπα· απ’ την ιαπωνία ως την γαλλία, οι έντρομοι απ’ το τιτάνα covid-19 μικροαστοί αγοράζουν και αποθηκεύουν εκτός των άλλων μεγάλες ποσότητες κωλόχαρτων!

Τί στο διάολο; Το κωλόχαρτο είναι το πιο άχρηστο είδος, και όχι μόνο απ’ τα είδη «πρώτης ανάγκης»! Δεν χρειάζεται καν για την ατομική καθαριότητα: το πλύσιμο ( ο «μπιντές»…) είναι απλό και πολύ καλύτερο – ρωτήστε τους άραβες! Γιατί η «πολιτισμένη» ανθρωπότητα του ώριμου καπιταλισμού ορμάει με τέτοιο πάθος στα κωλόχαρτα όποτε νοιώθει ότι θα ζοριστεί; Πόσο πολύ ελπίζει να χέζει σε συνθήκες “έκτακτης ανάγκης”;

Φαίνεται πως η απάντηση είναι φροϋδική: έχει (ξανα)καθηλωθεί στο πρωκτικό στάδιο!

Είναι ο μαζικός παλιμπαιδισμός επιβεβαιωμένος στη χέστρα…

Να κατέχεις ή να φαίνεσαι;

Τετάρτη 19 Δεκέμβρη. Αγοράζεις κάτι (ρούχα, παπούτσια, κατά προτίμηση). Το πηγαίνεις σπίτι σου. Το φοράς. Αυτοφωτογραφίζεσαι μ’ αυτό. Ανεβάζεις την φωτογραφία σου στα social media. Και την άλλη μέρα το επιστρέφεις…

Μια πολύ πρόσφατη έρευνα αγοράς στην αγγλία έδειξε ότι 9% του «δείγματος» (2.002 ενήλικοι μεταξύ 35 και 44 χρονών), περισσότερο οι άντρες παρά οι γυναίκες, απολαμβάνουν την φωτογραφική, social media-tion επίδειξη ψευδο-αγορών τους. Αν η έρευνα περιλάμβανε και νεότερες ηλικίες, που «κυκλοφορούν» μαζικά στο instagram, η αναλογία θα ήταν ακόμα μεγαλύτερη.

Στον ανταγωνισμό τους οι online έμποροι ρούχων έχουν καθιερώσει την τακτική «δοκίμασέ το πριν το πληρώσεις». Οι πελάτες δοκιμάζουν στο σπίτι τους αυτό που παρήγγειλαν ηλεκτρονικά, και είτε το κρατούν πληρώνοντάς το, είτε το επιστρέφουν. Ή… φωτογραφίζονται μ’ αυτό – και το επιστρέφουν.

Έχει επιτρέψει αυτή η εμπορική τακτική κάτι σαν την εκδίκηση των καταναλωτών που επιβαρύνουν με κόστη το online εμπόριο ρούχων απλά για να απολαύσουν το μοστράρισμα μπροστά στην φωτογραφική μηχανή / καθρέφτη / ψηφιακό socializing; Είναι αυτή η καταναλωτική πρακτική μια ιεροσυλία στην έννοια και στην ιστορική θέσμιση της ατομικής ιδιοκτησίας; Ή, μήπως, πρόκειται για την γυμνή και χωρίς προσχήματα ανάδειξη του σκληρού πυρήνα της (ιδέας της) ατομικής ιδιοκτησίας (ειδικά για τους μικροαστούς), που δεν είναι άλλος απ’ την επίδειξη;

Υποτίθεται ότι η έννοια της «αξίας χρήσης» (και, κατά συνέπεια, της ιδιοκτησίας πάνω σε αξίες χρήσης) ήταν στέρεη και πραγματιστική. Όταν, όμως, η μόδα είναι να φωτογραφίζει κανείς το burger που παρήγγειλε (πριν το δαγκώσει) και να κανονιοβολεί την ηλεκτρονική social media-tion του/της με την εικόνα του, ακόμα κι αυτή η σχετικά ταπεινή αξία χρήσης (το φαγητό) αποκτάει και μια διάσταση ανταλλακτικής αξίας: ανταλλαγής συμβόλων. Θυμάται τότε κανείς ότι στα τραπέζια της αριστοκρατίας (και, αργότερα, της ανώτερης αστικής τάξης) το φαγητό δεν ήταν απλά «ανάλωση τροφής με σκοπό την χόρταση». Αλλά και επίδειξη, ανταλλαγή συμβόλων, σημείων. Και ίσως καταλάβει ότι η σύγχρονη μόδα του «γκουρμέ» είναι, κυρίως, η σημειωτική αναπαράσταση κάποιας μυθικής «αριστοκρατίας της γεύσης» προσιτής πια στους μικροαστούς και στους νέους μεσοαστούς (που είναι νεόπλουτοι μικροαστοί) χάρη στην μηντιακή προβολή της, παρά η αναζήτηση της χόρτασης με καλή γεύση. Ένα είδος “κοινωνικής ανόδου” μέσα απ’ το συμβολικό στομάχι τους…

Για τους μικροαστούς ορισμένα είδη ατομικής ιδιοκτησίας (απ’ τα ρούχα τους ως τις προσόψεις των σπιτιών τους, τα έπιπλά τους, τις τουαλέτες τους, κλπ) είχαν από πάντα ισχυρή συμβολική αξία, πέρα από την (και καμμιά φορά ενάντια στην) αξία χρήσης τους. Η γενικευμένη εικονικότητα, η ψηφιακή αναπαράσταση, έχουν πλατύνει και επιταχύνει την σημειωτική ανταλλαγή, την κυριαρχία του φαίνεσθαι πάνω στο είναι / γίγνεσθαι, το συμβολικό αλισβερίσι.

Δημιουργούνται πια και online εταιρείες «ενοικίασης» ρούχων και λοιπών συμβόλων – προς selfie. Αν αυτό θέλει ο πελάτης, τότε…

Black…

Παρασκευή 23 Νοέμβρη. Όχι ότι έχει καμιά σημασία. Μόνο έτσι, για την ιστορία. Η «μαύρη Παρασκευή» είναι παλιό αμερικανικό εμπορικό έθιμο, που ακολουθεί την «ημέρα των ευχαριστιών» στις ηπα, που πέφτει πάντα την τέταρτη Πέμπτη του Νοέμβρη. Οι «ευχαριστίες» θεωρούνται στις ηπα έναρξη της χριστουγεννιάτικης εμπορικής σεζόν, κι απ’ αυτό ξεκίνησε η ιδέα μιας καπάκι «Παρασκευής προσφορών» εδώ και πάνω από μισό αιώνα (απ’ το 1952), χάρη στην επιτηδειότητα του αμερικανικού «εμπορικού κόσμου».

Οι έμποροι στο αμέρικα έγραφαν στα κιτάπια τους τις ζημιές με κόκκινο στυλό και τα κέρδη τους με μαύρο. Σκέφτηκαν πως η επόμενη μέρα της γιορτής των ευχαριστιών, με την «καλή διάθεση» του πόπολου, θα ήταν ευκαιρία μπας και ξεπουλήσουν τα στοκ τους, μέσα σε κλίμα «ξεκινάνε τα χριστούγεννα, ουουου! – πάρε κόσμε». Οπότε η Παρασκευή μετά την Πέμπτη των «ευχαριστιών» έγινε «μαύρη» επειδή, με προσφορές, εκπτώσεις κλπ, το u.s. λιανεμπόριο έγραφε κέρδη.

Η ιδεολογία ξέρει κολύμπι: η «μαύρη Παρασκευή» πέρασε τον Ατλαντικό σχετικά πρόσφατα, στις αρχές των ‘00s, χάρη στην τότε χαρούλα ότι «οι αμερικανιές είναι ωραίες». Εννοείται ότι το πρώτο κράτος του οποίου ο εμπορικός κόσμος υιοθέτησε το κόλπο ήταν η επικράτεια της αυτού μεγαλειότητας βασίλισσας κλπ, με πρωτεύουσα το Λονδίνο. Χωρίς «Πέμπτη των ευχαριστιών» – τι σημασία είχε; Στη γερμανία η ιδέα μπήκε σε εφαρμογή το 2006, στην ελβετία το 2015, ενώ σε κράτη της ανατολικής και νοτιοανατολικής ευρώπης (ελλάδα, πολωνία, ουκρανία) το 2016.

Η καταναλωτική δύναμη είναι πολύ σπουδαίο πράγμα (έως και αφροδισιακό) – αρκεί να την έχεις. Το πρόβλημα ωστόσο είναι ότι καταναλωτική εκτόξευση της «μαύρης Παρασκευής» είναι με «καβλόχαπα» – και με το συμπάθειο. Οι ελληνικοί σύλλογοι λιανεμπόρων παρατήρησαν μέσα σε μόλις δύο χρόνια ότι αυτά που γράφουν «μαύρα» (δηλαδή κέρδη) αυτήν την αφηνιασμένη καταναλωτικά Παρασκευή του Νοέμβρη, τα γράφουν μετά «κόκκινα» στην κατανάλωση πέριξ των Χριστουγέννων και της Πρωτοχρονιάς. Πολύ απλά οι ρηχές τσέπες του καταναλωτή – μάζα τα χώνουν τώρα αλλά όχι και μετά. Οπότε προσπαθούν να κάνουν την «μαύρη Παρασκευή» μαύρη βδομάδα, να μαζέψουν όσο παραπάνω χαρτί μπορούν, να στραγγίξουν τις ρηχές τσέπες. Κι ύστερα περιμένουν τον κρατικό πατερναλισμό με τις «παροχές» του, μπας και ξαναπέσουν παράδες κάτω απ’ τα χριστουγεννιάτικα δέντρα. (Αυτό λέγεται και “ανάπτυξη”…)

Απομένει, φυσικά, το ιδεολογικό (και άρα πολιτικό) όφελος, για το σύστημα συνολικά: τρέξε μαλάκα, τσαλαπατήσου, έχει τυράκια μπροστά σου… Ποντίκι τρέξε!

Φαίνεται ανεκτίμητο αυτό το όφελος. Και πολύ πιο μαύρο από σκέτο μαύρο… Μαύρο βαθύ.

(φωτογραφία: Όταν το εμπόρευμα βγάζει πόδια, προκύπτει traffico…)

Είσαι ό,τι αγοράζεις (;)

Τρίτη 11 Απρίλη. Στα ‘90s, όταν η κατανάλωση έγινε το κύριο στοιχείο ταυτότητας της μεγάλης πλειοψηφίας των ντόπιων, η κινηματική αντίδραση ήταν (και) αυτό το σύνθημα: είσαι ό,τι αγοράζεις. Άλλοτε με ερωτηματικό, άλλοτε χωρίς, αυτές οι τρεις λέξεις περιέγραφαν με ακρίβεια μια μαζική «οντολογική» εξέλιξη, που στην ελλάδα ήρθε με μικρή χρονική καθυστέρηση σε σχέση με άλλες ευρωπαϊκές κοινωνίες, αλλά εκτόνωσε με πολύ μεγαλύτερη ένταση, με την ένταση του λιγούρη, τον κανιβαλισμό της επίδειξης.

Αυτό το «είμαι ό,τι αγοράζω» δεν ήταν απλά ένας μαζικός συνειδησιακός εκφυλισμός. Ήταν, επίσης, μια ανακατασκευή των δημόσιων χωροχρόνων, τόσο με την φυσική έννοια (η πολεοδομία / χωροταξία και η δημόσια τάξη της κατανάλωσης) όσο και σε σχέση με τον «διάλογο του ιδιωτικού με το δημόσιο». Το να «είμαι ό,τι αγοράζω» σήμαινε επίσης να «γίνομαι ό,τι δείχνω»: πέρα απ’ αυτήν καθ’ αυτήν την επίδειξη των εμπορευμάτων (ρούχα, οχήματα, κοσμήματα, οτιδήποτε) οι συμπεριφορές έγιναν γενικευμένες πόζες. Κι αυτή η συν-ήθεια αναμόρφωσε επίσης το τι όφειλε να είναι το «ιδιωτικό Εγώ»: προετοιμασία για την α ή β πόζα ή απολογισμός του τι απέφερε και τι όχι.

Η νεοφιλελεύθερη προτροπή ότι ο «εαυτός μας είναι το κεφάλαιό μας» (μια διεστραμμένη ιδέα που έγινε, ωστόσο, μαζικά και ευχάριστα αποδεκτή) στην μικροαστική της έκφανση έγινε «είμαι ο νταραβεριστής του εαυτού μου»: όταν δεν ποζάρω, γίνομαι ο λογιστής μου, και μετράω κέρδη και ζημιές… Συνεπώς, πίσω απ’ την βιτρίνα του «είμαι ό,τι αγοράζω» και του «είμαι ό,τι δείχνω» φώλιασε για πάντα η δυσ-τυχία: η απειλή της (κοινωνικής) απόρριψης σαν υπαρξιακή χρεωκοπία.