Γιατί στον κόσμο αρέσουν τα σκουπίδια;

Τρίτη 21 Μάη. Ονομάζονται (στα μέρη μας) “σειρές” και όχι “σήριαλ” – μια γελοία μετονομασία, μόνο όσο χρειάζεται για τους κάτω των 35 χρόνων θεατές ώστε να είναι σίγουροι ότι δεν έχουν γίνει ίδιοι με τους γονείς τους· πιθανόν χειρότεροι… Τότε που υπήρχαν «σήριαλ» και όχι «σειρές»· σαν, ας πούμε, το peyton place…. Ανάμεσα στους τωρινούς εθελόδουλους των διάφορων «games of…» και τους γονείς τους μεσολαβούν πλήθος από σήριαλ, απ’ το «τόλμη και γοητεία» μέχρι τα «φιλαράκια», απ’ τα βραζιλιάνικα σήριαλ ως τα τουρκικά, απ’ το CSI μέχρι (…) που ξεχάστηκαν: από πολιτική άποψη εκείνο που ενώνει τις γενιές των εξαίσιων θυμάτων είναι αυτό: η απώλεια της κριτικής μνήμης. Λογιών λογιών πανέξυπνοι (έτσι νομίζουν…) οπαδοί της μίας ή της άλλης «σειράς», δεν έχουν καταλάβει το στοιχειώδες: ότι όλο το κόλπο (των «σειρών»….) είναι η λεηλασία της μνήμης τους μέσα απ’ την (όλο και πιο χειρουργική) οργάνωση των εντυπώσεων. Μια λεηλασία που ίσως δεν θα καταλάβουν ποτέ: ξεδοντιάζεται η συσχέτιση του παρόντος με το παρελθόν και το μέλλον, κι αυτό είναι στρατηγικής σημασίας. Τελικά όλα είναι ένα παρόν και μάλιστα ειδικού τύπου: είναι το αιώνιο παρόν της θέασης, προσφερόμενο σε εξαρτησιογόνες δόσεις.

Δεν είναι βαρετό, είναι εκνευριστικό το να προβάλουν διάφοροι οπαδοί τις «σεναριακές» ή τις «σκηνοθετικές» αρετές του ενός ή του άλλου σήριαλ / σειράς. Προφανώς!!! Η βιομηχανία του θεάματος έχει κάνει πολλές προόδους απ’ τα ‘60ς! Προόδους τεχνικές, ψευδοπροόδους σεναριακές. Είναι άλλο πράγμα το δι-κάμερο και άλλο το εξα-κάμερο τράβηγμα – σωστά… Είναι άλλο το μοντάζ στο χέρι και άλλο το ψηφιακό – σωστά… Όμως το σημαντικό γεγονός είναι διαφορετικό. Είναι άλλο να το γίνεσαι (mainstream) σε κλίμακα γειτονιάς, δουλειάς ή σογιού (από στόμα σε στόμα δηλαδή), και είναι άλλο να γίνεσαι το ίδιο πράγμα, global event, ψηφιακά. Η δόση της αυτοεπιβεβαίωσης στην δεύτερη περίπτωση είναι χιλιάδες mg! Εδώ η ποσοτική διάσταση μετατρέπεται σε ποιοτική! Για τον (διαρκή) συγκινησιακό έλεγχο μέσα στο κοινωνικό εργοστάσιο πρόκειται διάολε!!!

Τα υπόλοιπα; Ας ονομαστούν και ας σκηνοθετηθούν με οποιοδήποτε άρτιο τεχνικά τρόπο… Trush πολυτελείας είναι – όπου τα θύματα νομίζουν ότι βλέπουν το “περιεχόμενο” ενώ βλέπουν μόνο την συσκευασία. (Όποιος νομίζει ότι οι psy-ops είναι του “χεριού” του είναι πανηλίθιος!)

Και οι πρεζάκηδες γουστάρουν την πρέζα – για να μην ξεχνάμε τα βασικά…

(φωτογραφία πάνω: Αν παραπέμπει στον καπιταλισμό της 2ης βιομηχανικής επανάστασης και στον φασισμό, κανένα πρόβλημα. Η 4η βιομηχανική επανάσταση χρειάζεται την μαζική παραγωγή βλακείας με διαφορετικό τρόπο. Τα αναισθητικά της «αισθητικής εξοικείωσης» με ένα παρελθόν που είναι – και σκηνοθετείται – σαν εξωτικό σε σχέση με το τώρα, βοηθούν σ’ αυτό…

κάτω: το Lord of the Ring ήταν κινηματογραφικό και όχι τηλεοπτικό σήριαλ. Η επιτυχία του γέννησε ένα αναβαθμισμένο αντίγραφο, με το ίδιο νόημα “δια-σκέδασης”. Η μυθολογία ενός φανταστικού “μεσαίωνα” σαν αλληγορία για τον ύστερο καπιταλισμό: το “καλό”, το “κακό”, η σχετικότητά τους… )

Η αισθητική της εξουσίας

Κυριακή 12 Μάη. Αν κατηγορήσετε την ασταμάτητη μηχανή για το αμάρτημα της προσωποποίησης της εξουσίας (σε «προεκλογική περίοδο»…) θα έχετε σχεδόν δίκιο. Σχεδόν. Όχι εντελώς.

Γιατί αν η ιστορία του «σύγχρονου ελληνικού κράτους» χωράει σε 35 δευτερόλεπτα διαφημιστικού / προεκλογικού promo αφήνοντας άλλα 25 για την αποθέωση του παγκόσμιας εμβέλειας τενεκεδένιου (εξοχότατου πρωθυπουργού), αν δηλαδή η ιστορία παρουσιάζεται τόσο λεηλατημένη ώστε να αποτελεί φυσιολογικό αποκορύφωμά της η τωρινή πολιτική βιτρίνα των ντόπιων αφεντικών, τότε στριμώχνεσαι, εκβιάζεσαι να «υπάρχεις» σαν το φιλοθεάμον κοινό στην παρέλαση της εξουσίας! Αν όλα υπήρξαν κάτι σαν «η συνωμοσία της ιστορίας» υπέρ του π.ε.τ. (και κάθε άλλου παρόμοιου, προηγούμενου και επόμενου), τότε δενόμαστε πισθάγκωνα, αιχμαλωτιζόμαστε στα ερείπια της εικονικότητας.

Ευρισκόμενη παρά τη θέλησή της σ’ αυτήν την θέση, στιγμιαία, απέναντι στην προσβολή της Ιστορίας, η ασταμάτητη μηχανή δεν έχει να καταθέσει τίποτα άλλο εκτός από ένα σημαντικότερο καρέ, ένα καρέ που λείπει απ’ το πιο πρόσφατο προεκλογικό video του κυβερνείου· ένα καρέ το οποίο θα έπρεπε να ολοκληρώνει την προσωπολατρεία και την αποθέωση. Είναι αυτό:

Κατά μία «ανάγνωση της κοινωνίας» το ανώτατο σημείο, η κορύφωση της πολιτικής «διασημότητας», είναι να γίνεις εξώφυλλο (και πολυσέλιδο φωτογραφικό αφιέρωμα μέσα) σε ένα gossip περιοδικό. Ή, κατά μία άλλη «ανάγνωση της κοινωνίας», τα πρόσωπα της εξουσίας (οι βιτρίνες δηλαδή) πρέπει να είναι προσιτά στη «λατρεία των πολλών» αντανακλώντας θολά, μέσα απ’ το λούστρο τους, αυτούς τους «πολλούς».

Όπως και νάχει πρόκειται για πλάνα εκείνης της στιγμής όπου η πασοκική δεξιά (η οποία στην ειδωλολατρεία της εξουσίας εμφανίζεται σαν «αριστερά») αλληθωρίζει προς την άκρα δεξιά του θεάματος. Κι αυτό επειδή το (εικονικό) «σώμα της εξουσίας» κλείνει ραντεβού με τους φωτογράφους, μακιγιάρεται, ποζάρει, φτιάχνει το φωτογραφίσιμο πεδίο στα δικά του μέτρα διώχνοντας απ’ το πλάνο τους άλλους, με δυο λόγια μαστορεύει την Διασημότητα του Εαυτού (της εξουσίας) στα μέτρα όχι απλά ενός λατρευτικού «κοινού» αλλά ειδικά του εμπορίου (διασημοτήτων). Αλληθωρίζει προς την άκρα δεξιά του θεάματος επειδή αυτό το «σώμα της εξουσίας» εμφανίζεται σαν εξαιρετικό, σαν special, και ταυτόχρονα σαν πρωταγωνιστής στην παράσταση της εικονικής κοινο-τοπίας, δηλαδή της φετιχιστικής αισθητικής του εμπορεύματος.

Έχει δίκιο ο π.ε.τ. να διαμαρτύρεται που φωτογραφήθηκε λαθραία να ξεκουράζεται σε ένα μπουρζουάδικο (πλωτό) asset. Έπεσε θύμα του παράνομου εμπορίου της εικόνας του. Εδώ, όμως, τον περασμένο Νοέμβρη, ποζάρει οικειοθελώς και με χαρά. Το οργανώνει αυτό το εμπόριο, και το απολαμβάνει.

Οπότε είναι ο.κ.! (Μένουν σ’ εμάς οι αμαρτίες…)

Ποιά επέτειος;

Παρασκευή 10 Μάη.Ο ιστορικός υλιστής αφήνει τους άλλους να εξαντληθούν με την πόρνη που ονομάζεται “Μια φορά κι ένα καιρό” στο μπουρδέλο του ιστορικισμού…

Αυτό είπε ο Walter Benjamin τότε. Κάποτε. Προειδοποίησε, μπορεί μάταια, μπορεί όχι. Αν υπήρχε ιστορικός υλιστής σήμερα (υπάρχει;) θα σιχαινόταν τους ιστορικιστές κάθε είδους και ιδεολογικής ταυτότητας που χτες “γιόρτασαν” (τα εισαγωγικά απαραίτητα: ρουτινιάρικες στιγμές) την “νίκη κατά του φασισμού” στα show του συστήματος. Του Μάη στις 9, έτος 1945: το τρίτο ράιχ υπέγραψε την ήττα του στον Β παγκόσμιο. Νίκη κατά του φασισμού; Όχι δα! Νίκη κατά του τότε γερμανικού ιμπεριαλισμού στην ευρώπη; Ναι. Ως εκεί.

Ο ιστορικός υλιστής δεν πρέπει να λαθέψει για το “τότε”, για να μην λαθεύει στο κάθε “τώρα”. Πώς, για παράδειγμα, θα μπορούσε να είναι “ήττα του φασισμού” η συνθηκολόγηση της ναζιστικής γερμανίας όταν μερικές εκατοντάδες χιλιόμετρα νοτιοδυτικότερα το φασιστικό καθεστώς του Φράνκο, στην ισπανία, καθεστώς αδελφό του χιτλερικού, εκείνη την ημέρα, στις 9 Μάη του 1945, και την επόμενη και την μεθεπόμενη, ήταν ακμαίο, και κράτησε τα στρατόπεδα μαζικής συγκέντρωσης / εξόντωσης κομμουνιστών και αναρχικών ως την δεκαετία του 1970; Πώς θα μπορούσε να είναι “ήττα του φασισμού” το γεγονός πως ήδη πριν την 9η Μάη οι γνώσεις και οι τακτικές των ναζί έμπαιναν εθελοντικά στην υπηρεσία των “νικητών”, ειδικά των ηπα; Πώς θα μπορούσε να είναι “ήττα του φασισμού” οι χούντες που πολλαπλασιάστηκαν σ’ όλο τον κόσμο στο δεύτερο μισό του 20ου αιώνα;

Οι ιστορικιστές στην πραγματικότητα γιόρτασαν χτες, σαν “νίκη κατά του φασισμού”, την ενσωμάτωσή του στη “δημοκρατική τάξη”! Ο ιστορικός υλιστής μπορεί και πρέπει να παρακολουθήσει τα βήματα αυτής της ενσωμάτωσης απ’ τα μέσα του 20ου αιώνα ως τις μέρες μας. Δεν ξαφνιάζεται με την επιστράτευση του φασισμού (με τις αναγκαίες προσαρμογές, αλλοίμονο) στις τακτικές κυριαρχίας του μεταμοντέρνου καπιταλισμού. Ξέρει ότι οι επιτυχίες του, το know how του, ούτε μια στιγμή δεν υποτιμήθηκαν απ’ τους σφετεριστές του πλούτου που δημιουργεί η εργασία.

…Για τον ιστορικό υλισμό το ζήτημα είναι να συλλάβει μια εικόνα του παρελθόντος, καθώς αυτή εμφανίζεται απροσδόκητα στο ιστορικό υποκείμενο τη στιγμή του κινδύνου. Ο κίνδυνος απειλεί τόσο το περιεχόμενο της παράδοσης όσο και τους παραλήπτες του. Και για τους δύο είναι ο ίδιος: να γίνουν όργανα της κυρίαρχης τάξης. Κάθε εποχή πρέπει να κάνει τη δύσκολη προσπάθεια για την εκ νέου αρπαγή της παράδοσης από τον κoνφoρμισμό, που είναι έτoιμoς να την καταδυναστεύσει…

Κι αυτό ο Benjamin το έγραψε. Και άλλα πολλά. Ποιός καταλαβαίνει; Ποιός έχει τα κότσια να κάνει πράξη το αστραποβολητό της ιστορικής συνείδησης;

Ποιός ζει την ιστορική στιγμή του κινδύνου; Ποιός ανταλλάσσει τον φόβο με την άγνοια;

Βοήθεια, έρχονται πάλι οι σωτήρες!

Τετάρτη 8 Μάη. Είμαστε εχθρικοί σ’ αυτό που τα καθεστώτα πουλάνε σαν «γιορτή της δημοκρατίας»: τις εκλογές. Πρόκειται για εξουσιοδότηση χωρίς διαρκή και αποτελεσματικό έλεγχο: οι υπήκοοι νομιμοποιούν τις πολιτικές βιτρίνες, και η επόμενη φορά που θα ερωτηθούν (μ’ όλες τις μεθόδους χειραγώγησης της γνώμης τους) είναι μετά από χρόνια· ενόσω οι πολιτικές βιτρίνες θα έχουν ασκήσει την εξουσία τους, την μοναδική πραγματική τέτοια, που είναι οι δημόσιες σχέσεις. Οποιοσδήποτε εμφανίζεται σαν «υποψήφιος» γι’ αυτήν την δομική κατάχρηση της εξουσιοδότησης χωρίς διαρκή και αποτελεσματικό έλεγχο, σε οποιασδήποτε εκλογές, είναι απλά απατεώνας. Αλλά οι απατεώνες βρίσκουν οπαδούς – και είναι οι μόνοι που μπορούν να έχουν οπαδούς: σε μια εποχή που τόσοι καταδέχονται να μαζεύουν «likes» είναι παιχνιδάκι για μερικούς να μαζεύουν «ψήφους»…

Κατά συνέπεια είμαστε εχθρικοί και στις «προεκλογικές περιόδους». Δεν μπορούμε όμως (και δεν πρέπει) να μην θυμίσουμε αυτό (κι όσοι δεν έχουν μνήμη χρυσόψαρου το βλέπουν): πριν ελάχιστα χρόνια η καθεστωτική δημαγωγία οργίαζε για το «τέλος του δικομματισμού». Όμως η ίδια η εθνική ιδεολογία (και οι κοινωνικές ιδεολογίες που κατάγονται άμεσα ή έμμεσα απ’ αυτήν) είναι διπολική. Μανιοκαταθλιπτική. Ο μέσος όρος «πολιτικής σκέψης» στο ελλαδιστάν φτάνει ως τον μανιχαϊσμό – δεν μπορεί κάτι άλλο.

Συνεπώς το διπολικό show των ημερών είναι κομμένο και ραμμένο στο ελληνικό βαθύ εθνικό μελόδραμα. Πείθει, όχι μόνο κατανέμοντας το μαντρί ανάμεσα στους δύο ποιμένες «πόλους», αλλά αφήνοντας κάποια περιθώρια και σε «τρίτους» να εμφανίζονται σαν το «περιθώριο του διπολισμού», αν και πατάνε στο ίδιο ακριβώς έδαφος: το έδαφος της ανάθεσης. Στο έδαφος της εξουσιοδότησης μέσω “like”.

Ο λουμπενισμός του show δεν θα έπρεπε να εκπλήσσει. Είναι κι αυτός κομμένος και ραμμένος στο αισθητικό και ηθικό επίπεδο του ντόπιου μικροαστισμού. Όπως οι χουλιγκάνοι θέλουν έναν «πρόεδρο» (επιχειρηματία, ιδιοκτήτη της ομάδας τους και της ζωής τους) που να δείχνει πάθος ανάλογο του δικού τους, έτσι και οι μικροαστοί στο σύνολό τους θέλουν βία, λεκτική και όχι μόνο, για να «πορωθούν».

Σ’ όλες τις παραλλαγές του αυτό το θέαμα είναι βαθιά φασιστικό – άσχετα απ’ το συμβολικό ρεπερτόριό του. Το ότι επιτρέπεται στο εσωτερικό του κάποιοι να πουλιούνται σαν «αριστεροί», είναι απλά και μόνο θέμα σκηνοθεσίας. Αν πρόκειται να δεις το έργο με τίτλο «ο καλός, ο κακός και ο άσχημος», τότε πρέπει να δεις έναν «καλό», έναν «κακό» και έναν «άσχημο».

Δεν γίνεται αλλιώς: ο πελάτης έχει πάντα δίκιο!

Είναι επίσημο πια!

Τρίτη 7 Μάη. Ναι, είναι. Στο «ανώτατο επίπεδο» – λίγο πιο κάτω απ’ το θεϊκό (αν και ποτέ δεν ξέρεις…). Αφού το είπε ο «πομπηίας», πρέπει οι πάντες να πειθαρχήσουν.

Φυσικά ο «πομπηίας» είναι ένα πρώην στέλεχος ιδιωτικής εταιρείας που αφού έγινε βουλευτής και για ένα χρόνο διευθυντής της cia κατέληξε στην καρέκλα του υπ.εξ. σαν μπροστινός κάποιου αμερικάνου επιχειρηματία (είναι εύκολο να βρείτε ονόματα και λεπτομέρειες). Επιπλέον είναι σκληροπυρηνικός ευαγγελιστής. Ανήκει, δηλαδή, σ’ αυτή η ακροδεξιά χριστιανική φράξια, που περιμένει αύριο μεθαύριο την «δευτέρα παρουσία» (επί γης) ώστε οι εβραίοι είτε να μετανοήσουν και να γίνουν χριστιανοί είτε να εξολοθρευτούν… Μαζί με το ίδιο το ισραηλινό κράτος η ευαγγελική ακροδεξιά βρίσκεται στο ίδιο επίπεδο αντισημιτισμού με τον ναζισμό… Σε μια εποχή, όμως, «πολλαπλών πραγματικοτήτων» μπορεί κάθε «πομπηίας» να παριστάνει τον αδιαπραγμάτευτο αντι-φασίστα…

Κτηνωδώς προβοκατόρικη αντιστροφή, διαστροφή και πλαστογράφηση της ιστορίας. Τις οποίες θα πληρώσουν και θα πληρώσουμε πολλοί ιδιαίτερα ακριβά – αν δεν προβάλουμε το γρηγορότερο την αντίσταση που επιβάλλεται.

Η κατασκευή μιας αρρώστιας 1

Σάββατο 4 Μάη. … Ο όρος «κατανάλωση» έχει ρίζες τόσο αγγλικές όσο και γαλλικές. Με την αρχική μορφή του, το ρήμα καταναλώνω (consume) είχε την έννοια του καταστρέφω, λεηλατώ, υποτάσσω, εξαντλώ. Είναι μια λέξη εμποτισμένη με βία και μέχρι τον 20ο αιώνα είχε μόνο αρνητικές συνεκδοχές. Έως και τη δεκαετία του 1920 ακόμη, ο κόσμος τη χρησιμοποιούσε όταν αναφερόταν στη σοβαρότερη ασθένεια εκείνης της εποχής: τη φυματίωση…

Αυτό σημειώνει στις πρώτες σελίδες ενός βιβλίου γραμμένου πριν σχεδόν 25 χρόνια ο Jeremy Rifkin. Η γενεαλογία μιας «συνθήκης» (της κατανάλωσης) που έγινε τόσο κεντρική καπιταλιστικά εδώ και έναν αιώνα ώστε να βρίσκεται σήμερα στο πιο «κορυφαίο» σημείο της, αυτό της (μαζικής) αυτο-κατανάλωσης, θα μπορούσε ίσως να βοηθήσει (όχι αυτόματα ωστόσο!) στο ξεμπέρδεμα διάφορων «κόμπων» που βασανίζουν εκατομμύρια υπηκόους.

Ο Rifkin συνεχίζει την εξιστόρησή του:

… Το φαινόμενο της μαζικής κατανάλωσης δεν ήταν ούτε τυχαίο ούτε θεωρήθηκε ποτέ σαν το αναπόφευκτο παράγωγο μιας αχόρταγης ανθρώπινης φύσης. Κάθε άλλο. Στις αρχές του 20ου αιώνα, οι οικονομολόγοι παρατήρησαν ότι οι περισσότεροι εργαζόμενοι προτιμούσαν να κερδίζουν αρκετά για να καλύπτουν τις βασικές ανάγκες τους και να απολαμβάνουν κάποιες μικρές ανέσεις και περισσότερο ελεύθερο χρόνο παρά να εργάζονται υπερωρίες και να αυξάνουν το εισόδημά τους… Το γεγονός ότι οι άνθρωποι προτιμούσαν να έχουν περισσότερο ελεύθερο χρόνο από το να εργάζονται περισσότερες ώρες αποτέλεσε ένα από τα βασικά προβλήματα των επιχειρηματιών, που έβλεπαν τα προϊόντα τους να συσσωρεύονται σε εργοστάσια και αποθήκες…

… Απο πολύ νωρίς οι μεγαλοεπιχειρηματίες συνειδητοποίησαν ότι για να μπορέσουν να κάνουν τους ανθρώπους να «θέλουν» πράγματα που ποτέ στο παρελθόν δεν είχαν αναζητήσει, θα έπρεπε να δημιουργήσουν τον «μη ικανοποιημένο καταναλωτή». Ο Τσαρλς Κέτερινγκ της Τζένεραλ Μότορς ήταν από τους πρώτους που κήρυξαν το νέο ευαγγέλιο κατανάλωσης. Η Τζένεραλ Μότορς είχε ήδη αρχίσει να παρουσιάζει κάθε χρόνο νέα μοντέλα αυτοκινήτων και ξεκίνησε μια τεράστια διαφημιστική εκστρατεία, στόχος της οποίας ήταν να κάνει τους αγοραστές να μη μένουν ευχαριστημένοι με το αυτοκίνητο που είχαν στην κατοχή τους. «Το μυστικό της οικονομικής ευμάρειας», έλεγε ο Κέτερινγκ, «είναι η οργανωμένη δημιουργία της μη ικανοποίησης»…

Ωμό; Ναι. Η οργανωμένη δημιουργία της μη ικανοποίησης, η οργανωμένη δημιουργία δηλαδή μιας «διαρκούς, ισόβιας έλλειψης», ενός διαρκούς, ισόβιου κενού ευχαρίστησης, και μάλιστα όχι ενός συγκεκριμένου κενού, όχι μιας συγκεκριμμένης έλλειψης, αλλά μιας «αφηρημένης μη ικανοποίησης», που να αλλάζει μορφές και να παραμένει πάντα απροσδιόριστη, έχει ήδη έναν αιώνα πετυχημένης καπιταλιστικής ιστορίας!

Η κατασκευή μιας αρρώστιας 2

Σάββατο 4 Μάη. Μετά από έναν αιώνα μοιάζει ίσως δύσκολο να συνειδητοποιηθεί σήμερα το βάθος και η ένταση των μαζικών αλλαγών («ψυχολογικών»; «συναισθηματικών»; «οντολογικών»; – πείτε τις όπως θέλετε) που έφερε και ξανάφερε και διαρκώς ξαναφέρνει η «οργανωμένη δημιουργία της μη ικανοποίησης». Έχουν γίνει ως τώρα 3 τουλάχιστον πραγματικές «επαναστάσεις» στην «οργανωμένη δημιουργία της μη ικανοποίησης». Η μία, η αρχική, στη δεκαετία του 1920. Η δεύτερη στα τέλη της δεκαετίας του 1970 και στα ‘80s. Η τρίτη στα ‘90s και στα ‘00s. Η τέταρτη έχει ξεκινήσει ήδη. Δεν υπάρχει κανένα «ιστορικό παράδοξο» στο ότι η αφηρημένη κενότητα κατακλύζει ξανά, με άγριο και βασανιστικό τρόπο, τα σώματα, τα μυαλά και τις καρδιές εκατοντάδων εκατομυρίων πρωτοκοσμικών υπηκόων αρρωσταίνοντάς τους με τον ένα ή τον άλλο τρόπο.

Ο Rifkin αναφέρεται σε διάφορα παραδείγματα της πρώτης «καταναλωτικής επανάστασης». Να ένα:

… Πολλές εταιρείες αναζητούσαν νέους τρόπους για να αναπροσανατολίσουν την παραγωγή τους, προκειμένου να αυξήσουν τις πωλήσεις. Η κόκα κόλα εμφανίστηκε αρχικά στην αγορά σαν φάρμακο για τον πονοκέφαλο. Στη συνέχεια τη διοχέτευσαν ξανά στην αγορά σαν ένα λαοφιλές αναψυκτικό. Ο Έισα Κάντλερ, που αγόρασε την πατέντα σε αυτό το διάστημα από έναν φαρμακοποιό της Ατλάντας, έκανε τη σκέψη ότι «αυτοί που πάσχουν από χρόνιους πονοκεφάλους μπορεί να υποφέρουν μια φορά την εβδομάδα. Πολλοί παθαίνουν πονοκέφαλο μόνο μια φορά το χρόνο. Υπήρχε, όμως, μια άλλη φοβερή πάθηση που έπληττε τους ανθρώπους … καθημερινά … η οποία, έξι με οχτώ μήνες το χρόνο, μπορούσε να αντιμετωπιστεί και να ανακουφιστεί, για να επανεμφανιστεί σε λιγότερο από μια ώρα. Η ασθένεια αυτή ήταν η δίψα…

Αυτά τα έλεγε ο Κάντλερ μόλις το 1908. Το ότι σκόπευε να μετατρέψει την δίψα σε μια «ασθένεια», που θα «ανακουφίζεται για λίγο και θα επανεμφανίζεται σε λιγότερο από μια ώρα» θα μπορούσε να θεωρηθεί τρομακτικό – αλλά το πέτυχε! Όμως δεν θα μπορούσε να είναι μια μοναχική επιτυχία. Ήταν μία απ’ τις μορφές της μαζικής «οργανωμένης δημιουργίας της μη ικανοποίησης».

Ωστόσο προκύπτει ένα ερώτημα, για τότε και για τώρα: πώς είναι δυνατόν να γίνει «πειστική», «ελκυστική» ή έστω ανεκτή η μη ικανοποίηση;

Η κατασκευή μιας αρρώστιας 3

Σάββατο 4 Μάη. Η απάντηση στο ερώτημα είναι τερατωδώς απλή (και τόσο γνωστή ώστε να είναι, πια, κοινότοπη): η (καταναλωτική) μη ικανοποίηση έγινε (και γίνεται διαρκώς) «πειστική», «ελκυστική», ή έστω ανεκτή σαν υποτιθέμενη προστασία απέναντι στην απειλή του θανάτου! Μια ειδική μορφή θανάτου: του κοινωνικού θανάτου!

Τί είναι ο «κοινωνικός θάνατος» – ή, πιο σωστά, τί άρχισε να προβάλλεται (και να εμπεδώνεται σταδιακά) εδώ και έναν αιώνα σαν «αόριστος φόβος κοινωνικού θανάτου»; Η «κοινωνική περιθωριοποίηση» – ή, για να το πούμε με μεγαλύτερη ακρίβεια, «η απώλεια κοινωνικής αναγνωρισιμότητας και αποδοχής».

Συνεπώς, εδώ και 100 χρόνια, με ενδιάμεσες «εκτινάξεις» αυτής της διαδικασίας, η καπιταλιστική πραγματικότητα παράγει και αναπαράγει, παράγεται και αναπαράγεται, μέσα απ’ αυτήν την διαλεκτική (απο)σύνθεση: η μαζική αποδοχή της διαρκούς μη ικανοποίησης, η μαζική αποδοχή του (ανά εποχή) απροσδιόριστου («υπαρξιακού») κενού σαν προφύλαξη απέναντι στο ενδεχόμενο κοινωνικού θανάτου· απέναντι στην απειλή της κοινωνικής «μη αναγνωρισιμότητας» ή/και «μη αποδοχής».

Η πιο πρόσφατη και πασίγνωστη μορφή της επιτυχίας αυτού του εκβιασμού είναι τα «κοινωνικά δίκτυα»…. Η μηχανικά / εμπορικά μεσολαβημένη “κοινωνικότητα”…

Η κατασκευή μιας αρρώστιας 4

Σάββατο 4 Μάη. Η έννοια που στην απαρχή της ήταν εμποτισμένη με βία, η «ανάλωση» (: αυτό που σε τρώει από μέσα σου), έγινε συνηθισμένη κοινωνική κατάσταση. Εμποτισμένη με πολλαπλάσια βία – καπιταλιστικότατη πια.

Και ακριβώς επειδή τόσο η συνηθισμένη κοινωνική κατάσταση όσο και η πολλαπλάσια «εσωτερική και εξωτερική» βία της είναι καπιταλιστικότατες, κινήθηκαν εδώ και έναν αιώνα και κινούνται πάντα πάνω σε δύο ράγες. Απ’ την μια την κατά διαστήματα διαρκή πρόκληση κρίσεων «οικονομικού» χαρακτήρα. Απ’ την άλλη την διαρκή πρόκληση κρίσεων «υπαρξιακού» χαρακτήρα. Το ότι οι δεύτερες (και όχι οι πρώτες…) κρίσεις εμφανίζονται (δηλαδή: πουλιούνται) πάντα σαν «μυστηριώδεις» και «ψυχολογικές» είναι, απλά, η γνωστή άμυνα του συστήματος: ο αποπροσανατολισμός, η μυστικοποίηση…

Γράφει ο Rifkin για σχεδόν 100 χρόνια πριν:

… Το 1929, η μαζική ψυχολογία του καταναλωτισμού είχε πιάσει ρίζες στην Αμερική. Οι πατροπαράδοτες αμερικανικές αρετές [σ.σ.: αρχαϊκές «προτεσταντικές» αρετές…] της λιτότητας και της αυτοθυσίας είχαν αρχίσει να ξεθωριάζουν. Εκείνη τη χρονιά η Επιτροπή Τρεχουσών Οικονομικών Μεταβολών του προέδρου Χέρμπερτ Χούβερ έδωσε στη δημοσιότητα μια αποκαλυπτική έκθεση για τις βαθιές μεταβολές στην ανθρώπινη ψυχολογία, που είχαν σημειωθεί σε λιγότερο από μια δεκαετία. Η έκθεση κατέληγε σε μια σαφή πρόβλεψη για το τι περίμενε την Αμερική:

«…Η μελέτη απέδειξε με κατηγορηματικό τρόπο αυτό που πάντοτε πιστεύαμε θεωρητικά, ότι οι ανάγκες είναι ακόρεστες: η ικανοποίηση μιας ανάγκης ανοίγει το δρόμο για μια άλλη. Το συμπέρασμα είναι ότι οικονομικά το πεδίο απλώνεται απέραντο μπροστά μας: ότι υπάρχουν νέες ανάγκες που θα παραχωρούν τη θέση τους σε νεότερες τη στιγμή που ικανοποιούνται… Με τη διαφήμιση και άλλα μέσα προβολής.. έχει δημιουργηθεί μια ευκρινής διέξοδος για την παραγωγή… Είναι εμφανές ότι μπορούν να συνεχιστούν οι δραστηριότητές μας.. Η κατάσταση που επικρατεί μπορεί να θεωρηθεί ευτύχημα, ο ρυθμός μας είναι αξιοσημείωτος…»

Η παράγραφος θα μπορούσε να επαναληφθεί ξανά και ξανά (και έτσι έχει γίνει ήδη). Εν τω μεταξύ το 2029 η 4η βιομηχανική επανάσταση θα έχει προχωρήσει…

Και οι καταθλίψεις θα είναι πάντα μαζικές, «μυστηριώδεις» – και «ψυχολογικά προβλήματα» του καθενός και της καθεμιάς…

Οριενταλισμός και λουμπενισμός

Τετάρτη 24 Απρίλη. Αηδιάζει η ασταμάτητη μηχανή με τα ήθη των ντόπιων αρχόντων, κοτσαμπάσηδων και προεστών κάθε είδους. Είναι όμως φορές-φορές που η «ηθική της εξουσίας» είναι η «ηθική της κοινωνίας» (η mainstream σίγουρα) που αντανακλάται στα κάτοπτρα της δύναμης και επιστρέφει ενισχυμένη. Έτσι ώστε μέσα στον καθεστωτικό πληθωρισμό της να γίνεται (να θέλει να γίνει) η αποκλειστική πραγματικότητα. Εκεί η ασταμάτητη μηχανή, μπροστά στο ενδεχόμενο του σιωπηλού πνιγμού, πρέπει να φωνάξει.

Ο υπουργός Πολάκης προκάλεσε, εν αγνοία του ή όχι μας είναι αδιάφορο, μια ακόμα έκρηξη κοινωνικού δαρβινισμού: οι υποστηρικτές του είναι τέτοιοι. Όταν στη διένεξη μεταξύ ενός «δεξιού» σε αναπηρική καρέκλα και ενός «αριστερού γαμάω» οι κοινωνικοί φασίστες παίρνουν αναφανδόν το μέρος του δεύτερου, όπως ακριβώς έγινε όταν στην καρέκλα ήταν ο «σακάτης» Σόιμπλε και όρθιος ήταν κάθε νάρκισσος sex symbol Γιάνης, το θέμα παραείναι σοβαρό – τόσο όσο χρειάζονται για να κάνουν τα κορόιδα οι μαϊμού ευαίσθητοι. Θα χρειαστεί όμως άλλη αναφορά γι’ αυτά.

Εν τω μεταξύ ο ίδιος ο «γαμάω» υπουργός διεκδικεί (και απολαμβάνει, απ’ τους επαγγελματίες συναδέλφους τους αλλά και από ένα κάποιο κοινό) ένα είδος «πολιτιστικής ασυλίας»: είναι Σφακιανός, λίγο brutal, λίγο «κάπως», αλλά τέτοια είναι η «αυθεντικότητά» του. Respect – έτσι πάει το παραμύθι.

Αυτή η βολική «αυθεντικότητα» είναι ανύπαρκτη σαν τέτοια. Η ασταμάτητη μηχανή έχει κάτσει επί χρόνια με κάμποσους ορεσίβιους, βοσκούς ή αγρότες, Σφακιανούς, Σεληνιώτες, ή από άλλα μέρη της ορεινής επικράτειας αυτής της κωλοχώρας. Είναι ευγενείς προς τους ξένους και καχύποπτοι, λιγομίλητοι και εσωστρεφείς. Όσοι δεν τους ξέρουν θα τους θεωρήσουν στα καφενεία και στα χωριά τους ξενοφοβικούς· πρόκειται, όμως, κυρίως για μια μακριά παράδοση προφύλαξης από κακοτοπιές. Πρέπει, απλά, οι όποιοι περαστικοί να δείξουν ότι δεν είναι «μπαγλαμάδες», έτσι ώστε να αξίζουν προσοχής. Κι αυτό είναι κοπιαστικό. Πολιτισμοί της σκληρότητας…

Ωστόσο αυτό το είδος ανθρώπων, συντηρητικών και «παράξενων», δύσκαμπτων αλλά και θυμόσοφων, με πολλά προβλήματα και μετρημένες αλλά αυθεντικές χάρες, με πολλές κλεισούρες και περίεργες ανοικτοσύνες, φθίνει εδώ και δεκαετίες. Γερνάνε και πεθαίνουν εκείνοι κι εκείνες που έφτιαξαν χαρακτήρα καλλιεργώντας ζώα και ζόρικα χώματα. Γερνάνε και πεθαίνουν αυτοί που όταν λένε «ένα τσιγάρο δρόμος» δεν εννοούν καθόλου «αυτό το τσιγάρο που καίει είναι το τελευταίο», όση αίγλη κι αν έχει το τελευταίο σαν στίχος… Μαζί τους χάνεται μια πραγματικότητα άλλης εποχής όπου πράγματι συνέβαινε το λακωνίζειν κάποτε να είναι φιλοσοφείν: να σκέφτεσαι, και δέκα φορές να μη μιλάς, την ενδέκατη να λες με πέντε λέξεις και μια γκριμάτσα αυτό που επιτρέπει η παρέα· ή αυτό που φέρνει ενδοοικογενειακή βία και πόλεμο.. Όσοι νομίζουν ότι αυτοί οι άνθρωποι ήταν (ή είναι, στα γεράματά τους) ο Γιάννης Βόγλης στο «κορίτσια στον ήλιο» είναι απλά ηλίθιοι.

Αυτά που πουλάει ο υπουργός Πολάκης και θέλει, στο όνομά τους, πολιτιστική ασυλία έχουν πεθάνει από τότε που ήταν πιτσιρικάς. Εδώ και κάτι δεκαετίες πουλιούνται σαν «local product» στη Χώρα Σφακίων, απ’ τα αφεντικά των μαγαζιών εκεί – κι είναι αμφίβολο αν υπάρχουν πια Lonnberg να τσιμπήσουν.

Αν πεθαίνει κάτι, είναι ευκαιρία να ζουν τα αντίγραφά του, οι φτηνές απομιμήσεις του. Περί αυτού πρόκειται. Ήδη απ’ τα τέλη των ‘80s (και για λόγους που εδώ δεν χωράνε να τους εξηγήσουμε) η ελληνική κοινωνία φτιάχνει φτηνές απομιμήσεις του «ευγενούς άγριου» για να δώσει στην μεταμοντέρνα νεοφιλελεύθερη βαρβαρότητά της μια πατίνα καταγωγικής «αυθεντικότητας». Αναπαράγει διαρκώς τους «φουστανελάδες» και τους «Κολοκοτρώνηδες» της δήθεν «εθνικής ελευθερίας» της την ώρα που λατρεύει τον πατερναλισμό, τον καιροσκοπισμό και την εξουσία, την ώρα που «κρυώνει» και «ζεσταίνεται» με το παραμικρό, την ώρα που βουτάει στη θάλασσα των παγκόσμιων εμπορευμάτων και το απολαμβάνει. Μόνο που στην περίπτωση Πολάκη η αναπαραγωγή, εξίσου κίβδηλη και εξίσου ελεεινή, δεν αφορά “φουστανελάδες” αλλά «μαυροπουκαμισάδες».

Στην απομίμησή του, στα αντίγραφα για εμπορική χρήση, ο λιγομίλητος, μετατρέπεται στο ακριβώς αντίθετο: σε φαφλατάδικη, αμετροεπή περσόνα. Στη γενικευμένη πλαστοποίηση ο εσωστρεφής μετατρέπεται στο ακριβώς αντίθετο: σε επιδειξία. Και ο προσεκτικά καχύποπτος επίσης: γίνεται αλαζόνας «θα σας γαμήσω», “σκληρός” του σκοινιού και του παλουκιού.

Αν εκφράζει κάτι στ’ αλήθεια ο υπουργός Πολάκης δεν είναι καμμία αυθεντικότητα! Είναι, αντίθετα, η «κοινωνικότητα» των μεταλλαγμένων αντιγράφων. Και επειδή αυτό είναι το κανονικό, επειδή κανονικότητα είναι το γίγνεσθαι της πλαστοποίησης, όχι μόνο ο υπουργός Πολάκης σαν «σφακιανισμός» αλλά και οποιοσδήποτε άλλος, άσχετα από κόμμα και ιδεολογία, σαν μεταπράτης οποιασδήποτε αντιγραφής, έχει πράγματι μια θέση στην πιάτσα. Μπορείς να παριστάνεις απ’ τον μελαγχολικό Ρεμπώ ως τον μαχαιροβγάλτη – υπάρχει μια θέση για όλους…. Αρκεί να παίζεις έναν τουλάχιστον ρόλο…

Ποιές είναι οι ενδείξεις (ή και οι αποδείξεις) ότι πρόκειται για μεταμοντέρνο αντίγραφο που υποκρίνεται το πρωτότυπο; Κάθε φορά οφείλει κανείς να τις εντοπίσει, και δεν είναι τόσο δύσκολο. Όσο για τον υπουργό Πολάκη; Η απόδειξη είναι γνωστή σε όλους: η κολακευτική φράση ενός φίλου του, που ο ίδιος αποδέχθηκε ναρκισσιστικά: τον θέλουν όλες οι λούγκρες τον κρητίκαρο….

Ολοφάνερα πρωτευουσιάνικη κολακεία! Διαφορετικά, αφήνουμε στην φαντασία σας τον πολιτευτή “κρητίκαρο” Πολάκη να εξηγεί σε βοσκούς της Μαδάρας τι είναι οι «λούγκρες» που τον θέλουν….

Το πρωτότυπο ανήκε σε εντελώς διαφορετικό κόσμο… Το αντίγραφο ξημεροβραδιάζεται τιτιβίζοντας ηλεκτρονικά, προσπαθώντας να ξορκίσει τα κόμπλεξ του… Και ασκώντας πολιτική και κοινωνική εξουσία.