Δημοκρατίας το παράγγελμα 1

Πέμπτη 22 Μάρτη. Η τέταρτη κατά σειρά εκλογή του Πουτινάκου στο τιμόνι της ρωσικής ομοσπονδίας συνέπεσε με την αλλαγή του κινεζικού συντάγματος έτσι ώστε να επιτρέπει στον “φωτεινό φάρο” Xi Jinping την αιωνιότητα στο πόστο του “αρχηγού κράτους”. Και τίνος κράτους, ε;…

Για λόγους που σχετίζονται μόνο με την δυτική πρωτοκοσμική αυταρέσκεια και με τίποτα περισσότερο, η μακροβιότητα τέτοιων προσώπων στην κορυφή της πολιτικής εξουσίας προκαλεί ανατριχίλες: αυτό δεν είναι δημοκρατία!

Πράγματι. Δεν είναι. Αλλά ποιο είναι το μέτρο της αποτίμησής της; Τι είναι πλέον αυτή η περιβόητη «αστική δημοκρατία»; Μια πιο προσεκτική ματιά στην «πολιτική σκηνή» των καπιταλιστικών κρατών του πλανήτη θα βοηθούσε. Αν όχι για κάτι άλλο τουλάχιστον για να γλυτώσουν τα δάκρυά τους οι ευαίσθητοι («δημοκράτες»).

Υπάρχουν 4 κράτη πρώτης γραμμής (στον παγκόσμιο καταμερισμό κεφαλαίου / εξουσίας) που θα κάθονταν δίπλα δίπλα στο εδώλιο του εικονικού δυτικού δικαστηρίου με την κατηγορία της «έλλειψης δημοκρατίας»: ρωσία, κίνα, ιράν, τουρκία (είναι συμπτωματικό που είναι και σύμμαχοι μεταξύ τους;). Πράγματι, σε ότι αφορά την εκπροσώπηση των «εθνικών» καπιταλιστικών συμφερόντων (με όποιους εσωτερικούς ανταγωνισμούς σχετίζεται το «εθνικό» κάθε φορά) ισχύει για αυτές τις περιπτώσεις αυτό που ο Debord ονόμασε «εν-σωματωμένο Θέαμα»: το σώμα (δηλαδή η προσωπικότητα και το περιβάλλον) του «ηγέτη» συνοψίζει αλλά και ελέγχει τις ισορροπίες και τις δυναμικές του καπιταλιστικού process.

Απ’ την αντίθετη μεριά υπάρχουν άλλα κράτη πρώτης γραμμής (στον ίδιο καταμερισμό) που θα απένειμαν μεταξύ τους τα χρυσά μετάλλια της «δημοκρατικότητας»: ηπα, αγγλία, ιαπωνία, καναδάς, ισπανία, γαλλία, αυστραλία. Εδώ υπάρχει τακτική εναλλαγή προσώπων στο κέντρο της πολιτικής σκηνής. Σε βαθμό κακουργήματος: Trump, May, Macron… Έτσι ώστε ο προσεκτικός παρατηρητής να συμπεράνει ότι πρόκειται για βιτρίνες, και ότι οι μηχανισμοί της πραγματικής εξουσίας βρίσκονται κάπου αλλού, κάπου πίσω τους. Αυτό, πάντα κατά τον Debord, θα χαρακτηριζόταν «διάχυτο Θέαμα».

Τέλος υπάρχει ένα κράτος, στο οποίο η μακροβιότητα της κεντρικής πολιτικής προσωπικότητας μοιάζει να συγγενεύει με το «εν-σωματωμένο Θέαμα» της πρώτης κατηγορίας, αν και οι υπο-κείμενες διαδικασίες που την διατηρούν σ’ αυτή τη θέση φαίνεται να ταιριάζουν με το «διάχυτο θέαμα» της δεύτερης κατηγορίας. Αυτό το κράτος είναι η γερμανία: η Angela Dorothea Merkel είναι πρωθυπουργός διαρκώς απ’ το 2005· και, ζωή νάχει, θα είναι τέτοια ως το 2021. Δεκαέξι χρόνια διαρκούς «ηγεσίας» είναι κάτι που ένας Xi Jinping απλά το ονειρεύεται και το μεθοδεύει σήμερα…

(φωτογραφίες: η ρωσική καθεστωτική Θεαματική «παραγωγή» είναι πολύ περισσότερο πρωτοκοσμική και «δυτική» απ’ ότι οι δημαγωγοί της καπιταλιστικής δύσης θα άντεχαν να παραδεχτούν. Το σώμα του ηγέτη, σαν αλληγορία της ζωτικότητας όχι μόνο της εξουσίας αλλά και της καπιταλιστικής συσσώρευσης στο σύνολο της, έχει υπάρξει διαρκώς στην πρώτη γραμμή της ρωσικής εικονογραφίας· αν και όχι της κινεζικής, της ιρανικής ή της τουρκικής, που είναι σαφώς πολύ λιγότερο «δυτικές» σ’ αυτά τα ζητήματα.

To ίδιο ακριβώς επιχειρούν κατα καιρούς οι δυτικές πολιτικές βιτρίνες, είτε με αθλητικές επιδείξεις, είτε με υπονοούμενο σεξουαλικών επιδόσεων – π.χ. Μπερλουσκόνι ή Τραμπ. Η διαφορά έγκειται ότι χάρη στην απόσταση απ’ τις κοινοτοπίες που του εξασφαλίζει η δυτική μυθολογία για την «βαθιά ρωσική ψυχή», ο Πούτιν μπορεί να επιδεικνύει πολύ περισσότερο σώμα, πολύ περισσότερη επιφάνεια δηλαδή (ρελάνς στο “ψυχικό βάθος”…) σ’ αυτό ακριβώς το κοινό, το «δυτικό», απ’ ότι τα δικά του ηγετικά «σώματα», που είναι ρηχά από ψυχολογική άποψη. Στην πράξη, οι κοινωνίες του διάχυτου θεάματος είναι πολυθεϊστικές: έχουν πολλά «ειδικά» σώματα (πολιτικά, αθλητικά, καλλιτεχνικά, σεξουαλικά) για να λατρεύουν, και δυσκολεύονται να κάνουν δικιά τους συγχώνευση· την προσέχουν όμως αν είναι με κάποιον τρόπο «εξωτική» και “μυστηριώδης”…

Στην κάτω φωτογραφία ο David Cameron, αποτυχημένος συντηρητικός πρωθυπουργός της αγγλίας…)

Δημοκρατίας το παράγγελμα 2

Πέμπτη 22 Μάρτη. Το γεγονός ότι υπάρχει αυτή η μικρή γκάμα (κι ας ξεχάσουμε ότι η φράξια της διαρκούς εναλλαγής κατηγορεί την άλλη για “έλλειψη δημοκρατίας”) για καπιταλιστικές κοινωνίες πρώτης γραμμής, για κοινωνίες δηλαδή όπου οι σχέσεις παραγωγής / κατανάλωσης / κοινωνικής αναπαραγωγής / ιεραρχίας δεν διαφέρουν στα βασικά τους χαρακτηριστικά, βάζει στην άκρη την ανάλυση του Κάρολου για την γραμμική, αιτοκρατική σχέση ανάμεσα στην παραγωγική / οικονομική βάση και το θεσμικό εποικοδόμημα. Αλλά αυτό δεν μας χαλάει, μιας και μας εμπνέει ο ανθρώπινος Μάρξ – όχι ο θεός.

Το ερώτημα στη συνέχεια είναι τριπλό: Α) αυτές οι φανερές διαφορές οφείλονται που; Β) πρόκειται για δύο μοντέλα αντίπαλα ή για δύο παραλλαγές του ίδιου βασικού πυρήνα; και Γ) έχει κάποια σημαντικά πλεονεκτήματα το Α ή το Β μοντέλο απέναντι στο άλλο;

Είναι εύκολο (και υποχρεωτικά περιληπτικό: η ασταμάτητη μηχανή δεν είναι … βιβλίο!) να απαντήσουμε. Κατ’ αρχήν στο Α: ιστορικές, πολιτισμικές, ιδεολογικές διαφορές στη σύγκροτηση των σύγχρονων κρατών ασφαλώς και παίζουν ρόλο, επειδή έχουν καθορίσει σ’ όλη τη διάρκεια του 20ου αιώνα (αν όχι από νωρίτερα) τι και γιατί είναι η “αστική δημοκρατία”. Για την δύση, για παράδειγμα, όπου το κράτος / κόμμα θεωρήθηκε σαν εξαίρεση (του φασισμού…) και όπου η (και κομματική) ποικιλία θεωρείται από μόνη της η βάση της “ελευθερίας επιλογών” άρα και της δημοκρατίας, όπως ισχύει για την ποικιλία προϊόντων στα ράφια των super market (ακόμα κι αν τόσο αυτά τα «διαφορετικά προϊόντα» όσο και τα «διαφορετικά κόμματα» είναι παραλλαγές του ίδιου, συχνά της ίδιας εταιρείας…) η έλλειψη μιας τέτοιας ποικιλίας στην «πολιτική σκηνή» (δηλαδή: η μονοτονία του κεντρικού πολιτικού Θεάματος) θεωρείται έλλειψη δημοκρατίας. Αντίθετα, μια τέτοια «ποικιλία» για κράτη στα οποία δεν υπήρξε «αστική επανάσταση» ή «ηγεμονική αστική τάξη»· σε κράτη όπου η «κομματική ποικιλία» σήμαινε σχεδόν πάντα στρατηγική ανισορροπία (ρευστών συμμαχιών) για την καπιταλιστική συσσώρευση, σ’ αυτά λοιπόν, οι διαρκείς «εναλλαγές προσώπων με μια κάποια πολιτική εξουσία» θεωρούνται συνώνυμες της αστάθειας.

Ωστόσο, παρά τις όποιες αξιοσημείωτες διαφορές τους, δεν πρόκειται για αντίπαλα μοντέλα! Στον παράδεισο της «αστικής δημοκρατίας», στη «δύση» του καπιταλιστικού πλανήτη, η «δημοκρατία» έφτασε στα καλύτερά της στην Κεϋνσιανή εκδοχή της, κι αφού προηγουμένως η τάξη των ιδιοκτητών των μέσων παραγωγής (και σφετεριστών του πλούτου) αναγνώρισε ότι υπάρχει μια αντίπαλη τάξη, η εργατική, με τα δικά της συμφέροντα· μόνο και μόνο (και όσο χρειαζόταν) για να την ρυμουλκήσει, μέσω των κομματικών και συνδικαλιστικών εκπροσώπων της, σε μια διαρκή «ειρηνική» συνεργασία υπέρ της «ανάπτυξης». Αυτή η «δημοκρατία» κράτησε λιγότερο από 40 χρόνια, στον 20ο αιώνα. Πριν απ’ αυτά και, κυρίως, μετά, η θρυλική «αστική δημοκρατία» τέλειωνε και τελειώνει εκεί που η εργατική τάξη, αποκτώντας συνείδηση του συλλογικού της εαυτού, έπαιρνε στα σοβαρά τα «δημοκρατικά ιδεώδη», απαιτώντας να καθορίζει αυτή τα πάντα, με πολιτική αυτονομία, σαν πλειοψηφική τάξη· και όχι τα αφεντικά.

Το θεωρούμενο «απολυταρχικό παράδειγμα» κάνει, σε γενικές γραμμές, το ίδιο ακριβώς πράγμα με το «νεοφιλεύθερο» (μετά την ακύρωση των Κεϋνσιανών συμβιβασμών απ’ την τάξη μας, στα ‘60s και ‘70s και την αποδοχή απ’ τα αφεντικά του “ριξίματος του γαντιού” απ’ την μεριά μας): αρνείται την πολιτική αυτονομία των εργατικών συμφερόντων. Αντί, όμως, να την ακυρώνει μέσα απ’ τους περιστρεφόμενους καθρέφτες της «κομματικής ποικιλίας» κάνει το ίδιο μέσα από δομές κάποιου ad hoc «διαταξικού κράτους» (άρα πατερναλιστικού), όπου η πρόσβαση και η «εκπροσώπηση» γίνεται μέσα από κυκλώματα κομματικά, θρησκευτικά, μαφιόζικα. Αλλά και το νεοφιλελεύθερο «δημοκρατικό» κράτος αυτό ακριβώς μεθόδευσε απ’ τα ‘80s και μετά: την κορπορατιβίστικη, «λομπίστικη» μεσολάβηση και ροή προς και από τις δομές εξουσίας. Με μορφή «super market».

Εν τέλει, και τα δύο μοντέλα συμφωνούν στην «ελευθερία της κατανάλωσης» (η ιρανική εκδοχή είναι λίγο πιο πίσω, για ειδικούς – και πάντως όχι θρησκευτικούς! – λόγους). Η «ελευθερία της αυτοπραγμάτωσης μέσω του εμπορεύματος» είναι κοινότοπη και στην μία και στην άλλη εκδοχή. Απλά, στο μοντέλο του «εν-σωματωμένου Θεάματος» αυτή η «ελευθερία» δεν συνεπάγεται κάτι παραπάνω· κάτι που μόνο θεωρητικά ισχύει στο μοντέλο του «διάχυτου Θεάματος. Εκεί το πραγματικό «πολίτευμα» είναι εδώ και δεκαετίες ολιγαρχικό.

Η καπιταλιστική κανονικότητα

Πέμπτη 26 Οκτώβρη. Αν στην κινέζικη περίπτωση η απάντηση είναι καταφατική, κι αν στην γιαπωνέζικη περίπτωση η επίσημη «σύνθεση» ανάμεσα σε κράτος, κεφάλαιο και οργανωμένο έγκλημα («γιακούζα») είναι επίσης οργανική και γνωστή, ας μην βιαστεί κανείς να μιλήσει για ασιατικές ιδιαιτερότητες και «εξαιρέσεις του κανόνα» της αναγκαιότητας και της γραμμικής σχέσης του «δημοκρατικού εποικοδομήματος» για την «ανάπτυξη της καπιταλιστικής βάσης».

Το «ερώτημα της δημοκρατίας» (και της αναγκαιότητάς της…) ποτέ δεν έπαψε να μπαίνει στην ιστορία των δύο τελευταίων αιώνων στις δυτικές καπιταλιστικές κοινωνίες. Η τελευταία τέτοια περίοδος, όπου όχι μόνο έχει ξανατεθεί μεταξύ των αφεντικών το ερώτημα αλλά απαντιέται κιόλας με τους τρόπους που τα βολεύει, είναι απ’ την δεκαετία του 1980 και μετά, ως σήμερα. Αν θα ήθελε κανείς να είναι ακριβής, το «πολίτευμα» στα περισσότερα δυτικά κράτη (συμπεριλαμβανόμενων των πρώην «σοσιαλιστικών») είναι ολιγαρχία.

Αυτό δεν έχει επιβληθεί μέσα από ανοικτές απαγορεύσεις. Συμβαίνει, κυρίως, μέσα από την «κοινή συναινέσει» (πληθυσμών και αφεντικών) υιοθέτηση μιας συγκεκριμένης (νεοφιλελεύθερης) ιδέας περί «κεντρικής εξουσίας»: εξαιτίας της συνθετότητας των ζητημάτων είναι μια τεχνικο-γραφειοκρατική διαδικασία, που διεκπεραιώνεται από ειδικούς των αφεντικών, και μπορεί να επηρεαστεί μόνο απ’ την δράση συγκεκριμένων ομάδων «πίεσης». (Αναλυτικότερα στα Sarajevo νο 78, 80 και 90: κοινοβουλευτισμός, εξουσία, κράτος).

Αυτή η παραδοχή δεν διαφέρει ριζικά απ’ την λειτουργία του μονοκομματικού κράτους τύπου κίνας: κι εκεί οι φράξιες του κόμματος μπορούν να λειτουργούν σαν «ομάδες πίεσης». Στο βαθμό που λειτουργεί (και έτσι συμβαίνει τις τελευταίες δεκαετίες) αποδεικνύει ότι οι περιβόητες «μεσαίες τάξεις» δεν έχουν κάποια υπαρξιακή καούρα υπέρ της δημοκρατίας. Κυρίως αναζητούν την κατανάλωση που τροφοδοτεί την αυτοπεποίθησή τους. Και άρα τις καταναλωτικές ελευθερίες.

Απ’ τις αρχές της δεκαετίας του ’90 και ως τις αρχές της επόμενης (όταν άρχισε ο «πόλεμος κατά της τρομοκρατίας»), η κατάρρευση του ανατολικού μπλοκ είχε ταΐσει μια θηριωδώς αυτάρεσκη ρητορική για την «απόλυτη υπεροχή της δυτικής δημοκρατίας» και την «έμφυτη τάση των μεσοστρωμάτων» να την διεκδικούν. Το «κέντρο» («κέντρο» απ’ την άποψη της ταξικής διαστρωμάτωσης: «μεσαία τάξη», «κέντρο» και ως προς το δίπολο «δεξιά – αριστέρα») είχε αναχθεί σε σπονδυλική στήλη και εγγύηση αυτής της περίφημης «δημοκρατίας». Αυτά ενόσω η υπόγεια κρίση και η φανερή αναδιάρθρωση αναδιαμόρφωναν τις σχέσεις εξουσίας, μακριά από τέτοια εύπεπτα, ύπουλα και ναρκισσιστικά σχήματα.

Τελικά, στα τέλη μόλις της δεύτερης δεκαετίας του 20ου αιώνα, οι πρωτοκοσμικές μικροαστικές και μεσοαστικές μάζες (τα αδιαφοροποίητα σύνολα των Εγώ…) δείχνουν μια ισχυρή τάση προς τον εξουσιαστικό αυταρχισμό. Μπορεί να μην αναζητούν το κόμμα / κράτος α λα κίνα. Μια χαρά όμως θεωρούν ότι θα υπηρετηθούν τα συμφέροντά τους απ’ το κράτος / μαφία. Η ιαπωνία μπορεί να είναι το ανομολόγητο μοντέλο…