Ο παπαγάλος

Σάββατο 19 Οκτώβρη. Πριν πολλά χρόνια, όταν οι τωρινοί ανθρωπο-παπαγάλοι δεν ήταν καν οικογενειακός προγραμματισμός, λένε ότι σ’ ένα καφενείο στο Παγκράτι ο καφετζής είχε σ’ ένα μεγάλο κλουβί έναν ωραίο παπαγάλο. Που μιλούσε. Έλεγε διάφορες λέξεις και μικρές φράσεις. Ο παπαγάλος ήταν το μεγάλο σουξέ της ευρύτερης περιοχής, για μόνιμους θαμώνες και περαστικούς: όλοι θα του μίλαγαν και σ’ όλους απαντούσε. Κουβέντα να γίνεται.

Πλην ωστόσο, για άγνωστους λόγους, αυτός ο φημισμένος παπαγάλος κάποια στιγμή απέκτησε κακό χούι: άρχισε να μαδιέται. Ξερίζωνε ένα ένα τα πούπουλά του, μέχρι που έγινε ένα άσχημο ξεπουπουλιασμένο πλάσμα. Συνέχιζε να μιλάει βέβαια, αλλά δεν άφηνε ούτε τρίχα, που λέει ο λόγος, να φυτρώσει πάνω του.

Ο καφετζής εύλογα θορυβήθηκε. Ζήτησε την βοήθεια εξειδικευμένου κτηνίατρου / ψυχολόγου πτηνών. Κι αυτός συμπέρανε ότι ο παπαγάλος, για άγνωστους λόγους, ζούσε ένα υπαρξιακό δράμα. Παρότι ο παπαγάλος μιλούσε ο ψυχο- δεν μπορούσε να τον ρωτήσει για να μάθει τι και πως. Οπότε συμβούλεψε τον καφετζή να δοκιμάσει να αγοράσει άλλον έναν, όχι απαραίτητα ομιλητικό αλλά οπωσδήποτε με πλουμιστό φτέρωμα, έτσι ώστε ο μαδημένος να ζηλέψει και να σταματήσει να ξυρίζεται με το ράμφος του.

Έτσι έκανε ο καφετζής. Πήρε έναν καινούργιο παπαγάλο με μακριά χρωματιστά φτερά, και τον έβαλε σ’ ένα κλουβί δίπλα στον μαδημένο. Οι θαμώνες έριχναν βέβαια μια ματιά στον καινούργιο, αλλά συνέχιζαν να ασχολούνται με τον καράφλα, με τον οποίο αντάλλασαν τις γνωστές, παλιές, καλές ατάκες. Θαμώνες καφενείου ήταν οι άνθρωποι. Τι θα έπρεπε να κάνουν; Κονσομασιόν σε φτερωτά κόμπλεξ;

Μια βδομάδα, δυο και τρεις: όλοι περίμεναν ότι αυτός ο καράφλας, κάτι η συνεχιζόμενη συμπάθεια κάτι ο ανταγωνισμός απ’ τον έγχρωμο και σινεμασκόπ δίπλα του, θα έκοβε την κακιά του συνήθεια. Δυστυχώς έγινε το ανάποδο. Ο πλουμιστός αλλά σιωπηλός παπαγάλος, βλέποντας ότι όλοι ασχολούνταν με το καράφλα δίπλα, φαίνεται πως αναρωτήθηκε τι τάχα παραπάνω να έχει αυτός ο παλιός και μαζεύει τόσους θαυμαστές. Και το βρήκε: δεν είχε πούπουλα! Οπότε άρχισε να μαδιέται κι αυτός. Μέχρι που ο καφετζής βρέθηκε με δυο ξεβράκωτα πτηνά. Το στριπτίζ θα γινόταν τάση στο μαγαζί του αν αγόραζε και τρίτον παπαγάλο· και δεν το έκανε. Ήταν σεμνός και συμπονετικός άνθρωπος.

Αυτή η χαριτωμένη (πραγματική λένε) ιστορία έχει πολλές ενδιαφέρουσες υποδείξεις. Μία είναι ότι ένας ομιλών παπαγάλος αντιλαμβάνεται τις λέξεις σαν φωνήματα, σαν ήχους, χωρίς νόημα, παρά μόνο ίσως «πιάνοντας» τον θόρυβο και τις διαθέσεις του κοινού, της στιγμής. Πράγμα που σημαίνει ότι δεν μπορείς να μιλήσεις σε κάποιον τέτοιον περιμένοντας να καταλάβει· στη selfie εποχή όπου εκτελούμε την ποινή μας για άγνωστα αδικήματα οι ποζεριές κάθε είδους βρίσκονται πέρα, πολύ μακριά, απ’ αυτό που θα λεγόταν «επικοινωνία». Κι ας αφήσουμε οτιδήποτε που θα μπορούσε να ονομαστεί «συνεννόηση».

Μια άλλη υπόδειξη είναι ότι μέσα στις ποζεριές «κερδίζει» όποιος τραβάει την προσοχή, αδιάφορο πόσο μαδημένος είναι. Μεγάλη γλώσσα χρειάζεται, και τα υπόλοιπα περισσεύουν. Όπως ισχύει το ότι «όποιος κοιμηθεί με στραβούς το πρωί αλληθωρίζει» έτσι ισχύει και το ότι όποιος αγκαλιάζεται με μπαγλαμάδες γίνεται όργανο – της ματαιοδοξίας του. Η ματαιοδοξία είναι το μόνο χειροκρότημα· αλλά μην περιμένετε απ’ τους ομιλούντες παπαγάλους να καταλήξουν σε τέτοια συμπεράσματα.

Η τρίτη υπόδειξη είναι πιο σκοτεινή. Όταν οι λέξεις χωρίς νόημα, όταν τα λόγια χωρίς πραγματική ευθύνη, όταν ακόμα και η διαστροφή της λογικής γίνονται ελκυστικά, τότε μπορεί ίσως κάποιος (ας πούμε ένας παπαγάλος) να απολαμβάνει ακόμα ένα κάποιο κοινό, μια κάποια συμπάθεια. Θα νοιώσει δικαίωση μάλιστα αν κι ο διπλανός προσπαθήσει να μιμηθεί (στα λόγια χωρίς νόημα και ευθύνη τον πρώτο και τον τελευταίο λόγο έχει το φαίνεσθαι). Και, έτσι, θα επικαλεστεί την φροντίδα του φαίνεσθαί του σαν «πολιτική». Επιβίωσης βέβαια, αλλά σε συνθήκες αιχμαλωσίας η αγωνία της επιβίωσης φαίνεται σαν «υψηλή πολιτική».

Υποθέτουμε ότι κανένας που έχει κλειστεί στο κλουβί του δεν ανησυχεί υπ’ αυτές τις συνθήκες. Πώς το έλεγε ο σύντροφος; Γιατί φοράς κλουβί; Τελικά υπάρχει μια απάντηση: επειδή είναι εύκολο να το φοράς, ειδικά από μέσα (νομίζεις ότι είναι ο θώρακας που σε προστατεύει…), κι αυτό ταιριάζει εντελώς με την γαμημένη μικροαστική, οικογενειακή μόδα: εκείνο που έχει σημασία είναι να σε κτυπάνε φιλικά στην πλάτη και να σου δίνουν κανά σποράκι. Κι άμα δεν σ’ αρέσει, άντε και μαδήσου!

(φωτογραφία: Ένα – ένα – ένα!! Σσσς… Σσσς… Ένα – δύο – ένα! Ακούγομαι;)

Comments are closed.