Δευτέρα 2 Φλεβάρη (00.02) >> Τα αγροτικά τρακτέρ έφυγαν απ’ τους δρόμους σα να «εξατμίστηκαν»! Αν δεν υπήρξε κάποια παροχή κάτω απ’ τα ραντάρ της ε.ε. τότε δύσκολα θα υποστήριζε κάποιος ότι οι πρόσφατες κινητοποιήσεις «νίκησαν». (Το να βαφτίζονται «παρακαταθήκη» για το μέλλον είναι χειρότερο από παρηγοριά-στον-άρρωστο…)
Οπωσδήποτε δεν είμαστε εμείς που θα κάνουμε κριτική στο συγκεκριμένο ζήτημα. Μας ενδιαφέρει όμως (και μας / σας αναλογεί) κατ’ αρχήν η επίγνωση της εξελισσόμενης «αναδιάρθρωσης» στην γεωργία και στην κτηνοτροφία (σίγουρα εντός ε.ε.): έχει σοβαρές συνέπειες. Οι «τιμές στα ράφια» είναι η έντονη διάσταση αλλά όχι η μοναδική.
Το 2020 και το 2021, μέσα στην υγιεινιστική τρομοεκστρατεία, το motto των ευρωπαϊκών πολιτικών βιτρινών (των ίδιων που δηλητηρίαζαν τους υποτελείς τους) ήταν «η αυτάρκεια της παραγωγής τροφίμων», το συμμάζεμα «των εφοδιαστικών αλυσίδων», κλπ. Ταυτόχρονα ήταν πάνω στον πάγκο το αντίθετο. Το deal με την Mercosur, όπως και το ανάλογο με το Ν. Δελχί, όχι μόνο μακραίνει αυτές τις περιβόητες «εφοδιαστικές αλυσίδες» τροφίμων, αλλά τις κάνει και πιο επικίνδυνες: αν τα φορτία πρέπει να διασχίζουν τον Ατλαντικό πολλά μπορεί να τους συμβούν!
Εκτός αν… Εκτός αν μια «διατροφική κρίση» είναι ήδη προεξοφλημένη απ’ τα αφεντικά των «νέων τροφίμων»! Υπάρχουν ισχυρές ενδείξεις έως αποδείξεις ότι αυτό συμβαίνει…
Η ασταμάτητη μηχανή απήθυνε στον φίλο Α. (καλό γνώστη του θέματος στην ευρύτητά του…) μερικά ερωτήματα, ζητώντας τη γνώμη του. Οι ερωτήσεις ήταν αυτές:
Παρατηρούμε ότι βρίσκεται σε εξέλιξη στην ε.ε. μια συστηματική «καταστροφή ζωϊκού κεφαλαίου» άλλοτε με «επιχείρημα» αρρώστιες (ελλάδα, γαλλία) και άλλοτε (ολλανδία) με «επιχείρημα» το … κλάσιμο των αγελάδων. Εκτιμάμε ότι αυτή η καταστροφή υποδεικνύει είτε «συγκέντρωση κεφαλαίου» (δηλαδή ιδιοκτησιών παραγωγής κρεάτος) είτε «αλλαγή κεφαλαίου» (δηλαδή «τεχνητή έλλειψη» και επιβολή ευρύτερης χρήσης «τεχνητού κρέατος», πρωτεϊνών-από-έντομα, κλπ) είτε και τα δύο μαζί. Ταυτόχρονα εξελίσσεται η εκστρατεία νομιμοποίησης στην ευρώπη των μεταλλαγμένων GMO-2 (που τους ονομάζουν NGT) κατ’ αρχήν στη γεωργική παραγωγή. Άρα βρίσκεται σε εξέλιξη μια γενική αναδιάρθρωση στην παραγωγή (και στον έλεγχο) πρώτων υλών τροφίμων.
Πηγαίνουν αυτά, άραγε, «πακέτο» με μεγάλες αλλαγές στη χρήση της γης, είτε «για την προστασία του κλίματος», είτε για «παραγωγή ενέργειας», είτε επειδή διάφοροι ολιγάρχες θέλουν collateral για τα μυθικά μηδενικά που γράφουν ως περιουσίες;

Η απάντηση του φίλου Α. ήταν αυτή:
Αυτό που φαίνεται να εξελίσσεται δεν είναι ούτε ένα μεμονωμένο «πράσινο» μέτρο ούτε μια σειρά άσχετων πολιτικών. Πρόκειται μάλλον για μια δομική αναδιάρθρωση της παραγωγής τροφίμων, της χρήσης γης και του ελέγχου της βιολογικής παραγωγής, στο πλαίσιο των σημερινών ορίων του καπιταλιστικού συστήματος.
Το βασικό σημείο είναι ότι το επίδικο δεν είναι πρωτίστως η διατροφή, η ηθική ή ακόμη και το κλίμα, αλλά η προσαρμογή της συσσώρευσης κεφαλαίου σε νέους περιορισμούς: οικολογικούς, γεωπολιτικούς, δημοσιονομικούς και πολιτικούς. Η γεωργία και ειδικά η κτηνοτροφία βρίσκονται στο επίκεντρο επειδή είναι τομείς όπου αυτοί οι περιορισμοί συμπυκνώνονται.
Η κτηνοτροφία πιέζεται επειδή είναι δομικά δύσκολη για το κυρίαρχο μοντέλο: χαμηλά περιθώρια κέρδους, υψηλή βιολογική αβεβαιότητα (ασθένειες, αναπαραγωγή, θνησιμότητα), έντονη εξάρτηση από γη, νερό και τοπικά οικοσυστήματα, δυσκολία τυποποίησης και περιορισμένη δυνατότητα πατεντοποίησης. Από τη σκοπιά ενός συστήματος που οργανώνεται γύρω από προβλεψιμότητα, κλιμάκωση και χρηματοοικονομική αποτίμηση, πρόκειται για «κακή υποδομή». Όχι ανήθικη, αλλά ασταθή και δύσκολα ελέγξιμη.
Σε αυτό το σημείο η περιβαλλοντική πολιτική λειτουργεί ως μοχλός επιλογής, όχι ως βαθύτερη αιτία. Τα προβλήματα με μεθάνιο, νιτρικά, νερό, αντιβιοτικά και βιοποικιλότητα είναι υπαρκτά και σοβαρά. Ωστόσο, το πώς κατανέμεται το ρυθμιστικό βάρος δεν είναι ουδέτερο. Η κτηνοτροφία αποτελεί πολιτικά αδύναμο τομέα: κατακερματισμένοι παραγωγοί, μικρή θεσμική επιρροή, έντονη εξάρτηση από επιδοτήσεις και τοπικά πλαίσια. Έτσι, οι κανονισμοί δεν λένε «καταργήστε την», αλλά ανεβάζουν σταδιακά το κατώφλι βιωσιμότητας σε σημείο που καθίσταται λειτουργική μόνο αν κλιμακωθεί, καθετοποιηθεί, αυτοματοποιηθεί ή απορροφηθεί από μεγαλύτερα σχήματα.
Αυτό συνδέεται άμεσα με την εξαφάνιση των μικρομεσαίων αγροτών. Δεν χρειάζεται κάποια ρητή απόφαση ή ιδεολογική εχθρότητα. Κάθε νέο επίπεδο συμμόρφωσης, γραφειοκρατίας, ψηφιακής παρακολούθησης, βιοασφάλειας, χρηματοδότησης ή πιστοποίησης είναι σχετικά αδιάφορο για μεγάλες, κεφαλαιακά ισχυρές μονάδες, αλλά υπαρξιακό για μικρούς παραγωγούς με χαμηλά αποθέματα και περιορισμένη πρόσβαση σε ρευστότητα. Το αποτέλεσμα είναι συστημικό: έξοδος από το επάγγελμα, συγκέντρωση παραγωγής, αύξηση κεφαλαιακής έντασης. Όχι «εξόντωση», αλλά ένας μηχανισμός παθητικού εξαναγκασμού.
Εδώ παίζει ρόλο και ένα στοιχείο που συχνά αποσιωπάται: οι μικροί και μεσαίοι αγρότες είναι όχι μόνο οικονομικά αδύναμοι, αλλά και διοικητικά δύσκολα ελέγξιμοι. Είναι πολυάριθμοι, γεωγραφικά διάσπαρτοι, βαθιά ενσωματωμένοι σε τοπικές κοινωνίες και οικογενειακές δομές, με δικές τους χρονικότητες και πρακτικές. Δεν εντάσσονται εύκολα σε ενιαία dashboards, πρότυπα απόδοσης και συστήματα άμεσης επιτήρησης. Αυτό δεν τους καθιστά «εχθρούς», αλλά τους κάνει ακατάλληλους για ένα μοντέλο που προτιμά λίγους, μεγάλους, διαχειρίσιμους κόμβους αντί για χιλιάδες μικρές, αυτόνομες μονάδες. Η δυσκολία ελέγχου λειτουργεί έτσι ως πρόσθετος, σιωπηρός παράγοντας πίεσης.
Η ΚΑΠ δεν είναι ουδέτερη σε αυτή τη διαδικασία. Δεν είναι απαραίτητα διεφθαρμένη, αλλά είναι δομικά επιλεκτική. Επιβραβεύει την κλίμακα, τη διοικητική ικανότητα, την αντοχή στον χρόνο, την ικανότητα να απορροφάς καθυστερήσεις πληρωμών και να διαχειρίζεσαι πολύπλοκα σχήματα. Το αποτέλεσμα είναι λιγότεροι αγρότες, μεγαλύτερες μονάδες, στενότερη εξάρτηση από κεφάλαιο και πιστωτικά σχήματα.
Σε αυτό το πλαίσιο εντάσσονται και οι NGTs (τα λεγόμενα GMO-2) και οι εναλλακτικές πρωτεΐνες. Το κρίσιμο δεν είναι αν «θα τρώμε έντομα» ή εργαστηριακό κρέας. Το κρίσιμο είναι η μετατόπιση της παραγωγής πρωτεΐνης από τη γη και την αυτοαναπαραγόμενη βιολογία σε συστήματα ελεγχόμενα, πατενταρισμένα και χρηματοοικονομικά προβλέψιμα. Ακόμη και μια μερική υποκατάσταση αρκεί για να πιέσει τιμές, να πειθαρχήσει παραγωγούς και να δημιουργήσει νέα πεδία ιδιοκτησίας μέσω δικαιωμάτων πνευματικής ιδιοκτησίας. Πρόκειται για αλλαγή ισορροπιών ισχύος, όχι απλώς για αλλαγή διατροφικών συνηθειών.
Η γη αποτελεί τον σιωπηλό πυρήνα όλων αυτών. Στην Ευρώπη, η γη επαναπροσδιορίζεται ολοένα και περισσότερο ως χρηματοοικονομικό περιουσιακό στοιχείο: αποθήκη άνθρακα, πηγή offsets, πλατφόρμα ενέργειας, εργαλείο αντιστάθμισης κινδύνου. Η κτηνοτροφία και η μικρής κλίμακας γεωργία «θορυβοποιούν» αυτή τη λογική: παράγουν αβεβαιότητα, δυσκολεύουν τη λογιστικοποίηση και περιορίζουν εναλλακτικές χρήσεις. Η μείωσή τους απελευθερώνει γη για πιο καθαρές και προβλέψιμες ροές αξίας από τη σκοπιά του κεφαλαίου. Η παραγωγή τροφίμων δεν εξαφανίζεται, αλλά υποτάσσεται σε άλλες προτεραιότητες.
Αυτό συνοδεύεται από αλλαγή στο νόημα της «επισιτιστικής ασφάλειας». Δεν σημαίνει πια πρωτίστως αυτάρκεια ή κοινωνική αναπαραγωγή, αλλά ελεγχόμενες ροές, logistics και διαχείριση κινδύνου. Μια μορφή μερικής στενότητας λειτουργεί πειθαρχητικά: σταθεροποιεί τιμές, δικαιολογεί τεχνολογικές λύσεις, αποδυναμώνει τη διαπραγματευτική θέση των παραγωγών. Δεν πρόκειται για λιμό, αλλά για διαχειριζόμενη στενότητα.
Σε σύγκριση, η Κίνα ακολουθεί διαφορετική λογική, χωρίς να αποτελεί «εναλλακτικό σύστημα». Αντιμετωπίζει το φαγητό ως ζήτημα πολιτικής σταθερότητας και επιβίωσης του καθεστώτος. Δεν μπορεί να απομειώσει την κτηνοτροφία χωρίς άμεσο κοινωνικό και πολιτικό κόστος, άρα την βιομηχανοποιεί και την ελέγχει αυστηρά, διατηρώντας την παραγωγή. Οι εναλλακτικές πρωτεΐνες λειτουργούν εκεί ως εφεδρεία και ασφάλιση, όχι ως υποκατάσταση. Η γη παραμένει πολιτικά ελεγχόμενη και όχι ελεύθερα χρηματοοικονομικοποιημένη. Οι αγρότες δεν εξαφανίζονται, αλλά εντάσσονται διοικητικά. Αντίθετα, η Ευρώπη εσωτερικεύει την ευαλωτότητα μέσω αγοράς και εισαγωγών.
Καμία από τις δύο πορείες δεν είναι «καλή». Η ευρωπαϊκή οδηγεί σε απογύμνωση, εξάρτηση και απώλεια παραγωγικής γνώσης. Η κινεζική σε υπερσυγκέντρωση, οικολογική πίεση και διοικητική ακαμψία. Η διαφορά είναι ότι η Κίνα αντιμετωπίζει το φαγητό ως μη διαπραγματεύσιμη υποδομή ισχύος, ενώ η Ευρώπη πιστεύει ότι θα το διαχειριστεί μέσω αγοράς, τεχνολογίας και ηθικής ρητορικής.
Συνολικά, αυτό που βλέπουμε δεν είναι ούτε συνωμοσία ούτε λάθος. Είναι μια ορθολογική αναδιάρθρωση ενός συστήματος που συναντά οικολογικά, πολιτικά και κερδοφορικά όρια. Το πρόβλημα δεν είναι ότι είναι παράλογη, αλλά ότι είναι απολύτως λογική με τους όρους του συστήματος, και ταυτόχρονα καταστροφική για ό,τι δεν χωρά σε αυτούς.
Συμπυκνωμένη η απάντηση του φίλου∙ και «πανοπτική»! Υποδεικνύει εκείνο που συχνά ακόμα και οι πιο δυναμικές επι μέρους κινητοποιήσεις, οσονδήποτε δίκαιες κι αν είναι, αγνοούν, παρακάμπτουν – και τελικά κινδυνεύουν να αποτύχουν: κάθε μερικό ζήτημα, διεκδίκηση, δίκαιο κλπ πρέπει να είναι συνειδητά (αν και όχι κατ’ αρχήν πρακτικά) ενταγμένο μέσα σ’ ολόκληρο τον «χάρτη» της καπιταλιστικής αναδιάρθρωσης∙ πρέπει, σαν κρίκος μιας αλυσίδας, να επικοινωνεί, να επηρεάζει και εν τέλει να βάζει σε συναγερμό τις αρνήσεις σ’ ολόκληρη την αλυσίδα∙ πρέπει να τροφοδοτεί (μεταφορικά αλλά και κυριολεκτικά!) την ευρύτερη κοινωνική / εργατική επίγνωση.
Είναι δύσκολο, το καταλαβαίνουμε. Αλλά είναι θεμελιακά απαραίτητο! Αλλιώς, όταν τα επιμέρους εμφανίζονται χωριστά, διαχωρισμένα το ένα απ’ το άλλο, είναι σχεδόν αδύνατο (πια) να δικαιωθούν.
Είναι σα να προσπαθούν κάποιοι να αντιμετωπίσουν ένα τσουνάμι κτυπώντας την θάλασσα με μερικές σανίδες…
(* Κάτω απ’ τον γενικό τίτλο μέλισσα, με αρίθμηση 1, 2, 3… θα επιχειρήσουμε τους επόμενους μήνες να αναλύσουμε τόσο εκείνα που αναφέρει συμπυκνωμένα ο Α. όσο και τις αντιθέσεις που προκαλεί η γενική αναδιάρθρωση της παραγωγής τροφίμων στον δυτικό καπιταλιστικό κόσμο.
Εν τω μεταξύ η αναφορά ο άρτος ο επιούσιος στο επερχόμενο (σε λιγότερο από μήνα) cyborg 35 θα συμβάλει στην επίγνωση.
Οπωσδήποτε θα διαβάζουμε, θα ρωτάμε – πρέπει να εκπαιδευτούμε!)