Cyborg
Cyborg #25 - 10/2022

#25 - 10/2022

Οι σπόροι της απελπισίας

Bayer. Ίσως η μεγαλύτερη χημική, ιατροφαρμακευτική, βιοτεχνολογική εταιρεία στον κόσμο, κορυφαία σε κάθε τομέα που δραστηριοποιείται. Monsanto. Ίσως η μεγαλύτερη εταιρεία αγροχημικής και γεωργικής βιοτεχνολογίας στο κόσμο, υπεύθυνη για την παγκόσμια εξάπλωση των γενετικά μεταλλαγμένων καλλιεργειών. Η δεύτερη δεν υπάρχει πλέον· το 2016 η Bayer έκανε δημόσια προσφορά εξαγοράς της Monsanto, ύψους 62 δις δολαρίων, ένα τίμημα που ανέβηκε τελικά κι έκλεισε στα 66 δις. Ήταν η μεγαλύτερη εξαγορά στην ιστορία της Γερμανίας και μία από τις μεγαλύτερες σε ΕΕ και ΗΠΑ. Το 2018 η εξαγορά εγκρίθηκε από τις αμερικανικές κι ευρωπαϊκές υπηρεσίες, το καλοκαίρι της ίδιας χρονιάς η απορρόφηση ολοκληρώθηκε, η φίρμα Monsanto αποσύρθηκε κι όλα της τα προϊόντα κυκλοφορούν πλέον κάτω από την ταμπέλα της Bayer. Μόνο που η Monsanto δεν εξαφανίστηκε εντελώς, ούτε οι υποχρεώσεις που ανέλαβε η Bayer απέναντί της, παρά μόνο το 2020, αφού εκκρεμούσαν εκατοντάδες αγωγές ύψους εκατοντάδων εκατομμυρίων σε βάρος του βιοτεχνολογικού κολοσσού. Εκείνη την χρονιά, η Monsanto υποχρεώθηκε να καταβάλλει σε αποζημιώσεις περισσότερα από 3 δις δολάρια, αφού βρέθηκε ένοχη για καρκινογενέσεις. Τελικά, η Bayer, έχοντας αναλάβει όλες τις νομικές ευθύνες της Monstanto, συμφώνησε να καταβάλλει το ποσό των 10 δις δολαρίων σε ένα ταμείο που θα αναλάμβανε να καλύψει κάθε τρέχουσα και μελλοντική υποχρέωση αποζημίωσης.

Για πολλούς, η εξαγορά της Monsanto θεωρήθηκε ως ο πλέον αποτυχημένος «επιχειρηματικός γάμος» στην ιστορία, λόγω της κατάμαυρης φήμης που έσερνε πίσω της η Monsanto και των αναρίθμητων διώξεων σε βάρος της για περιβαλλοντικές καταστροφές και πρόκληση καρκίνων. Πράγματι, η Bayer πλήρωσε πανάκριβα για να προσθέσει ένα κάπως κουτσό άλογο στον στάβλο της, αλλά η κριτική αυτή στέκει μόνο κοιτώντας τα πράγματα κοντόφθαλμα και στενά από οικονομικής άποψης. Δεν τα κάνει όλα για τα λεφτά η Bayer, ή για τον επόμενο και μεθεπόμενο ισολογισμό της, υπάρχουν και πιο σοβαρά ζητήματα  που αγγίζουν τον ορίζοντα της μέλλουσας ιστορίας. Και δεν είναι εξάλλου η πρώτη φορά που το κάνει· για παράδειγμα στον ΒΠΠ είχε βάλει σε δεύτερη μοίρα το ίδιον συμφέρον της προκειμένου να υπηρετήσει έναν μεγαλύτερο σκοπό. Μπορεί λοιπόν η Bayer να ζημιώθηκε βραχυπρόθεσμα και να «αμαύρωσε την φήμη της» [sic] εξαγοράζοντας έναν κατά συρροή δολοφόνο, αλλά απόκτησε ταυτόχρονα την πλέον ανεπτυγμένη, αιχμής, τεχνολογία, τεχνογνωσία και υποδομή αγροτικής βιοτεχνολογίας, μαζί με εκατοντάδες κατοχυρωμένες πατέντες. Μια τέτοια παρακαταθήκη καθιστά την Bayer δύναμη πυρηνικού βεληνεκούς στον τομέα της γενετικής μηχανικής και η σύμφυση των δύο τομέων - ιατρικής και αγροτικής βιοτεχνολογίας - επιτρέπει στην Bayer να «σπρώξει» βιοτεχνολογία σε ένα φάσμα που ξεκινάει από την καλλιέργεια στο χωράφι και την παρασκευή γενετικά μεταλλαγμένων «τροφίμων» και φτάνει ως την νοσοκομειακή κλινική και τις γενετικές θεραπείες που θα χορηγούνται στους ασθενείς με σακατεμένη υγεία λόγω «του σύγχρονου τρόπου ζωής» aka των κάθε είδους μεταλλαγμένων. Επίσης η Monsanto, όπως και οι άλλοι μεγάλοι της αγρο-οικονομίας, είχε την δυνατότητα να κατοχυρώνει την ιδιοκτησία της σε μεταλλαγμένα γονίδια, μια δυνατότητα που δεν έχουν ακόμη οι φαρμακομαφίες πάνω στο ανθρώπινο γονιδίωμα, αλλά καίγονται να την αποκτήσουν. Και δεν θα αργήσουν να το πετύχουν, μετά τα όσα πέτυχαν με τις γενετικές πλατφόρμες με πρόσχημα την πανδημία. Γιαυτό η απορρόφηση της Monsanto από την Bayer είναι ένας γάμος βγαλμένος από την κόλαση. Όχι μόνο για όσα θα συμβούν στην αγροτική οικονομία όταν φτάσει η ώρα της πολυθρύλητης «διατροφικής κρίσης», αλλά και για όσα μεταφερθούν από τον εκεί τομέα στον τομέα της υγείας και της ανθρώπινης / κοινωνικής αναπαραγωγής.

Η Monsanto είναι κι αυτή, όπως η Bayer, μια εταιρεία με βαριά ιστορία πίσω της. Προτού καταλήξει να γίνει ο άρχων του κακού στον κόσμο της γεωργίας, η Monsanto είχε καταφέρει να προκαλέσει διαμάχες με άλλους τρόπους - συγκεκριμένα, ως χημική εταιρεία. Τα προϊόντα της έχουν ακολουθήσει όλα τον ίδιο δρόμο: εμπορική επιτυχία, παγκόσμια εξάπλωση, εμφάνιση σοβαρών προβλημάτων υγείας ύστερα από κάποια χρόνια και τέλος απαγόρευσή τους λόγω πρόκλησης καρκίνου ή καταστροφής του περιβάλλοντος. Η Monsanto ιδρύθηκε το 1901 και ήταν μία από τις λίγες εταιρείες που παρήγαγαν το Agent Orange και το κύριο δηλητήριό του, τη διοξίνη. Έφτιαχνε DDT, το εξαιρετικά διαδεδομένο εντομοκτόνο για οικιακή και γεωργική χρήση μέχρι την δεκαετία του ’70 όταν απαγορεύτηκε πλήρως. Έφτιαχνε  PCBs, χλωριωμένους αρωματικούς υδρογονάνθρακες, με χρήση σε άπειρες χημικές και πλαστικές εφαρμογές, μέχρι την δεκαετία του ’70 που αποδείχτηκαν εξαιρετικά καρκινογόνοι κι απαγορεύτηκαν . Έφτιαχνε rBGH, την αμφιλεγόμενη ορμόνη για αγελάδες γαλακτοπαραγωγής, που απαγορεύτηκε την δεκαετία του ’80 όταν διαπιστώθηκε ότι κατέστρεφε την υγεία των ζώων. Και σημειώστε, ότι ακόμη μέχρι σήμερα, τόσες δεκαετίες μετά, τα δηλητήρια της Monsanto εξακολουθούν να μην έχουν αδρανοποιηθεί και να αποτελούν κίνδυνο· ddt και pcbs ανιχνεύονται μέχρι σήμερα στο γάλα των πολικών αρκούδων στον αρκτικό κύκλο και στα αυγά των πιγκουίνων της Ανταρκτικής. Ωστόσο, ξεκινώντας από τη δεκαετία του ‘80, η Monsanto ξεφορτώθηκε τα τμήματα χημικών και πλαστικών, εξαγόρασε εταιρείες σπόρων, επένδυσε στην έρευνα βιογενετικής και τελικά επανιδρύθηκε ως γεωργική εταιρεία. Το πρώτο της GMO προϊόν, η κατοχυρωμένη με δίπλωμα ευρεσιτεχνίας σόγια ανθεκτική στη γλυφοσάτη, “Round-Up Ready”, εγκρίθηκε από το USDA το 1994.

Cyborg #25

Αγροβιοτεχνολογία

Τεχνικά, η γενετική μηχανική τροποποιεί τη γενετική δομή των κυττάρων και μετακινεί γονίδια πέρα από τα όρια των ειδών για την παραγωγή νέων οργανισμών, με στόχο να μεταφερθούν χαρακτηριστικά του ενός είδους στο άλλο. Στόχος της γενετικής μηχανικής είναι να κατασκευάσει νέους συνδυασμούς γονιδίων, με άλλα λόγια, νέους συνδυασμούς χαρακτηριστικών. Οι οπαδοί των GMOs ισχυρίζονται δόλια ότι αυτό που κάνει η γενετική μηχανική είναι να κατευθύνει μία διαδικασία που έτσι κι αλλιώς «συμβαίνει στην φύση» κι ότι ασκεί με επιστημονικό κι ορθολογικό τρόπο αυτό που οι ίδιοι οι αγρότες κάνουν συστηματικά εδώ και αιώνες. Πράγματι, οι μεταλλάξεις στην φύση είναι ένα συνηθισμένο φαινόμενο και πράγματι οι αγρότες δημιουργούν συστηματικά νέα υβρίδια, συνδυάζοντας διαφορετικές ποικιλίες προκειμένου να επιτύχουν στελέχη που να είναι πιο παραγωγικά ή πιο ανθεκτικά. Είναι αλήθεια τέλος ότι η συντριπτική πλειοψηφία των φυτών της σύγχρονης οργανωμένης γεωργίας, σε κάθε κλίμακα, είναι υβρίδια που λίγη σχέση έχουν με τις συγγενικές τους άγριες ποικιλίες, εάν υπάρχουν ακόμη. Αλλά η βιοτεχνολογία επεμβαίνει με έναν ριζικά διαφορετικό τρόπο και κάθε σύγκριση με «φυσικές διαδικασίες» διατυπώνεται μόνο για να εξαπατήσει. Στη φύση οι συνδυασμοί δημιουργούνται εντός του ίδιου είδους και με ανάλογο τρόπο πράττουν ιστορικά και οι αγρότες· αντίθετα, η βιοτεχνολογία διαρρηγνύει τα όρια και κατασκευάζει συνδυασμούς διαφορετικών ειδών. Η βιοτεχνολογία κατασκευάζει οργανισμούς που είναι αδύνατον να υπάρξουν στη φύση και επομένως αυτή η τεχνολογία διαφέρει θεμελιωδώς από την παραδοσιακή αναπαραγωγή φυτών και ζώων. Ενώ οι φυσικοί μηχανισμοί αναπαραγωγής περιορίζουν τον αριθμό των νέων συνδυασμών, η γενετική μηχανική δεν έχει πρακτικά κανέναν περιορισμό. Η φυσική εξέλιξη και η γεωργική δραστηριότητα δημιουργούν υβρίδια, ανασυνδυασμούς χαρακτηριστικών εντός του ίδιου είδους· η βιοτεχνολογία κατασκευάζει χίμαιρες.

Οι γενετικά τροποποιημένες καλλιέργειες κυκλοφόρησαν για πρώτη φορά στην αγορά των ΗΠΑ το 1996, τροποποιημένες ώστε να ανέχονται το ζιζανιοκτόνο γλυφοσάτη / Round Up (καλλιέργειες HT) ή να παράγουν το δικό τους εντομοκτόνο (καλλιέργειες Bt). Σήμερα έχουν επεκταθεί σε περισσότερες από 25 χώρες, καλύπτοντας περισσότερο από το 10% των καλλιεργήσιμων εκτάσεων παγκοσμίως. Στο δεύτερο μισό της δεκαετίας του ’90 οι μεταλλαγμένες καλλιέργειες κάλυπταν 1,5 εκατομμύριο εκτάρια. Είκοσι χρόνια αργότερα η έκταση αυτή είχε φτάσει τα 180 εκατομμύρια, με έναν ρυθμό επέκτασης που μεγαλώνει εκθετικά κάθε χρόνο. Οι μεγαλύτερες γενετικά τροποποιημένες καλλιέργειες σήμερα είναι της σόγιας (100 εκατομμύρια εκτάρια), του καλαμποκιού (60 εκατομμύρια), του βαμβακιού (30 εκατομμύρια) και της ελαιοκράμβης (10 εκατομμύρια). Σε ποσοστά, αντιπροσωπεύουν το 85% της παγκόσμιας παραγωγής για την σόγια, 75% για το βαμβάκι, 30% για το καλαμπόκι και 25% για την ελαιοκράμβη, ενώ σταθερά ανεβαίνει και το ποσοστό του ρυζιού. Ο κατάλογος των GMOs είναι πλέον μακρύς: πατάτες, ντομάτες, μελιτζάνες, πιπεριές, μήλα, ροδάκινα, αλλά και τριφύλλι για ζωοτροφές, καπνός, ευκάλυπτος, μέχρι τριαντάφυλλα και γαρύφαλλα. Ανάμεσα στις χώρες που καλλιεργούν γενετικά τροποποιημένα, στην κορυφή βρίσκονται οι ΗΠΑ, η Βραζιλία, η Αργεντινή, η Ινδία, ο Καναδάς και η Κίνα, ενώ η διείσδυση αυτών των καλλιεργειών είναι συντριπτική στην Νότια Αμερική, όπου πλέον έχουν καταλάβει περισσότερο από το 65% της καλλιεργήσιμης έκτασης, στις ΗΠΑ με 50%, στον Καναδά με 30% και στην Ινδία με 20%. Στην Ευρώπη, η διείσδυση είναι ακόμη σαφέστατα μικρότερη, με πέντε χώρες (Ισπανία, Πορτογαλία, Τσεχία, Ρουμανία, Σλοβακία) να έχουν καλλιέργειες GMO καλαμποκιού. Αλλά αυτό πρόκειται να αλλάξει σύντομα, αφού για τις ανάγκες επιβολής των γενετικών πλατφορμών, η ΕΕ άρχισε να διαλύει από μόνη της το πλέγμα κανονισμών που απαγόρευαν τους γενετικά τροποποιημένους οργανισμούς.

Cyborg #25

Η ινδική εκστρατεία

Αν και το δυτικό ημισφαίριο και η αμερικανική ήπειρος είναι εκεί που οι GMOs έχουν την μεγαλύτερη εξάπλωση, η χώρα που έχει βρεθεί στο επίκεντρο της διαμάχης ενάντια στην Monsanto και τους χιμαιρικούς της σπόρους είναι η Ινδία. Αναμενόμενο, λόγω της εξαθλίωσης και της περιβαλλοντικής καταστροφής που έχει προκαλέσει αφού τις δύο τελευταίες δεκαετίες περισσότερες από 300.000 αυτοκτονίες αγροτών αποδίδονται ευθέως στην δράση της Monsanto. Η εταιρεία εμφανίστηκε στην Ινδία το 1990 όταν ζήτησε από τις αρχές να πραγματοποιήσει δοκιμές σε κανονικές συνθήκες σε επιλεγμένα αγροκτήματα. Το αίτημα απορρίφθηκε το 1993 από το Τμήμα Βιοτεχνολογίας (DBT) της Ινδίας, την αρχή για την παρακολούθηση των στοιχειωδών και μικρής κλίμακας δοκιμών, λόγω των υπέρογκων τελών για τα χαρακτηριστικά (“trait fees”, περισσότερα παρακάτω για αυτή την πατέντα προστασίας πατεντών εκεί που δεν ισχύουν οι πνευματικές ιδιοκτησίες πάνω στα γονίδια)  που είχε σκοπό να ζητήσει η Monsanto από τους συμμετέχοντες στις δοκιμές και του ενδεχομένου να προκύψουν προβλήματα από την διασταύρωση μιας αμερικανικής ποικιλίας με μια ντόπια. Η εισήγηση της DBT ήταν να ενσωματωθούν τα μεταλλαγμένα γονίδια Bt απευθείας στην εγχώρια ποικιλία. Ωστόσο, το 1995 η Monsanto κατάφερε να ξεπεράσει τις τοπικές ρυθμιστικές αρχές, συμμαχώντας με μία ινδική εταιρεία σπόρων, την Mahyco, στην οποία παραχώρησε την άδεια χρήσης για μία εκδοχή του μεταλλαγμένου γονιδίου της. Η Mahyco προχώρησε η ίδια στην διασταύρωση του γονιδίου με τοπικές ποικιλίες και τελικά της επετράπη να διεξάγει δοκιμές στο πεδίο. Σύντομα, η Monsanto συμμετείχε άμεσα στο πείραμα αγοράζοντας μερίδιο της Mahyco το 1998, με αποτέλεσμα την ίδρυση της Mahyco-Monsanto Biotech (MMB). Τον Ιούνιο-Ιούλιο του 1998, πριν ακόμη εξασφαλίσει την άδεια της DBT, η Mahyco-Monsanto ξεκίνησε δοκιμές πεδίου σε 40 αγροτεμάχια του ενός στρέμματος στις περιοχές Andhra Pradesh, Punjab, Haryana, Maharashtra και Karnataka. Η Επιτροπή Έγκρισης Γενετικής Μηχανικής (GEAC) - η ανώτατη αρχή της Ινδίας για πειράματα και εμπορική εκμετάλλευση μεγάλης κλίμακας - δεν ικανοποιήθηκε από τις παρατηρήσεις της DBT σχετικά με τη βιοασφάλεια επειδή η δοκιμή φέρεται να διεξήχθη σε περιόδους χαμηλής παρουσίας επιβλαβών οργανισμών - ως εκ τούτου, στις 19 Ιουνίου 2001, διέταξε την επανάληψη των δοκιμών. Τελικά, τον Μάρτιο του 2002, η GEAC ενέκρινε υπό όρους την εμπορική διάθεση τεσσάρων υβριδίων της Monsanto: MON 531, MECH 12, MECH 162 και MECH 184 - για μια περίοδο 3 ετών από τον Απρίλιο του 2002 έως τον Μάρτιο του 2005 ενώ απαγορεύτηκε στην εταιρεία να εμπορευτεί τους σπόρους της στην βόρεια Ινδία λόγω ιδιαίτερων ποικιλιών που καλλιεργούνταν εκεί. Στη συνέχεια, η GEAC ενέκρινε ένα ακόμη μεταλλαγμένο υβρίδιο το 2004 και 16 ακόμη το 2006.

[...]

...η συνέχεια στο έντυπο τεύχος του Cyborg.
[ σημεία διακίνησης ]

Harry Tuttle

κορυφή