Cyborg
Cyborg #25 - 10/2022

#25 - 10/2022

Πράσινη μετάβαση… προς τη δυστοπία

Έρχονται μαύρα χρόνια. Όχι γιατί «το μέλλον μας έχει πολλή ξηρασία», αλλά γιατί η ξηρασία απλώνεται τώρα και στο παρελθόν – που είναι η πηγή του κάθε μέλλοντος. Δεν χάνεται απλώς η ελευθερία (αυτή στο κάτω-κάτω ποτέ δεν υπήρξε)· χάνεται η ιδέα της, δηλαδή η έλλειψή της – χάνεται η λάμψη της από τα μάτια των σκλάβων. Η ευτυχία του ζώου ξημερώνει. Θα περισσεύει, ίσως, ο άρτος ο επιούσιος. Αλλά θα λείψει ο άρτος και ο οίνος που έθρεψαν κάποτε την κοινότητα των ανθρώπων.

Γ. Λυκιαρδόπουλος

Ως ευσυνείδητοι πολίτες μιας κάποιας δυτικής δημοκρατίας, η οικολογική σας συνείδηση σάς επιβάλλει να κάνετε μια μικρή αλλαγή στο τηλεοπτικό σας πρόγραμμα και να διακόψετε για λίγο την κατανάλωση σκουπιδιών για να απολαύσετε το τελευταίο ντοκυμαντέρ που έχει να σας προσφέρει η συνδρομητική σας πλατφόρμα σχετικά με κάποια υπό εξαφάνιση είδη σε κάποιο πάρκο της Αφρικής και τις προσπάθειες διάσωσής τους· εξαφάνιση για την οποία εννοείται πως υπαίτια είναι η κλιματική αλλαγή. Οδηγός σας σε αυτή την οικολογική περιπέτεια είναι κάποιος λευκός δυτικός βιολόγος που με τα χακί, κάργκο παντελόνια του, τις βρώμικες μπότες του, τη μακριά του κοτσίδα και το αξύριστο πρόσωπό του μοιάζει με μετενσάρκωση του Ιντιάνα Τζόουνς, αν και τα εμφανή περιττά κιλά χαλάνε προς στιγμή αυτή την εικόνα.

Cyborg #25

Μικρή παρέκβαση: ο φέρελπις Ιντιάνα Τζόουνς έχει ο ίδιος για οδηγό του έναν ψηλόλιγνο αφρικανό με καταγωγή από την περιοχή, με αδαμιαία περιβολή και με ένα μόνιμο, αφοπλιστικό χαμόγελο στο πρόσωπό. Μόνο που η κάμερα σαν να τον αγνοεί αυτόν, επιτρέποντάς του να εμφανίζεται μόνο παρεμπιπτόντως και φευγαλέα σε κάποια πλάνα. Δείχνει μια σαφή προτίμηση προς τον καλοθρεμμένο δυτικό, παρουσιάζοντάς τον να κινείται ανάμεσα σε λιοντάρια, ελέφαντες και ρινόκερους σαν γητευτής της σαβάνας. Με απαράμιλλο θάρρος, σαν ένας άλλος Ράμπο της οικολογίας, ναρκώνει ζώα δεξιά και αριστερά και τα εφοδιάζει με πομπούς για να είναι ευχερέστερη η καταγραφή και ανάλυση των κινήσεών τους. Και σαν να μην έφτανε όλη αυτή η συγκίνηση από την αυταπάρνηση των δυτικών κροκοδειλάκηδων και την προθυμία τους να μάθουν στους ιθαγενείς πώς πρέπει να διαχειρίζονται το περιβάλλον μέσα στο οποίο έχουν μεγαλώσει για μερικές χιλιάδες χρόνια, το επεισόδιο ξαφνικά παίρνει μια νέα τροπή για να φτάσει σε μια δραματική κορύφωση.  Ο ασύρματος ενημερώνει ότι στην άλλη άκρη του πάρκου εντοπίστηκαν λαθροκυνηγοί! Το πλάνο της κάμερας αρχίζει να τρέμει καθώς το συνεργείο τρέχει πίσω από τον πράσινο σταυροφόρο για να επιβιβαστούν όλοι μαζί στο ελικόπτερο. Μερικά πλάνα από ψηλά σαρώνουν τη σαβάνα, με τα αγωνιώδη ζουμ να διαδέχονται το ένα το άλλο. Νάτοι, νάτοι! Το ελικόπτερο ενημερώνει τα τερατώδη τετρακίνητα που κινούνται από κάτω του και αυτά επιταχύνουν μέσα στη σκόνη για να περικυκλώσουν τους άτιμους λαθροκυνηγούς. Τους ακινητοποιούν, περιμένοντας το ελικόπτερο να προσγειωθεί. Η κάμερα ξαναπατάει στο έδαφος και πλησιάζει τρεμουλιάζοντας προς το κέντρο του κύκλου, εκεί όπου περιμένουν στωικά με σκυμμένο το κεφάλι οι αισχροί βιαστές της Μάνας Γης. Ο βιολόγος ενημερώνει την τοπική οικο-αστυνομία κι εσείς μπορείτε να αποσυρθείτε ανακουφισμένοι και με την ελπίδα ότι τα παιδιά σας θα ζήσουν και αυτά κάποτε σε έναν κόσμο στον οποίο θα περπατάνε ακόμα ρινόκεροι. Ωστόσο, πριν σας πάρει ο ύπνος, πίσω από τα βαριά βλέφαρά σας, μια απορία μπορεί να σχηματιστεί. Γιατί άραγε ο τοπικός οδηγός είχε πάψει να χαμογελάει όταν τον έπιασε για μια στιγμή ένα πλάνο δίπλα από τους συλληφθέντες ομοεθνείς του; Δεν έχετε αντοχές όμως για τέτοιες απορίες νυχτιάτικα. Πήγε αργά και ποιος το αντέχει το πρωινό ξύπνημα; «Καληνύχτα, αγάπη μου».

Η ισχύς της προπαγάνδας γύρω από τα λεγόμενα οικολογικά ζητήματα έχει αποκτήσει πλέον τέτοια βαρύτητα που φαίνεται να ρουφάει μέσα της οποιαδήποτε απόπειρα κριτικής απέναντι στην κατ’ ευφημισμόν πράσινη μετάβαση. Για μια ακόμα φορά, η επιστήμη μιλάει με αντικειμενικά δεδομένα και οι λύσεις μοιάζουν μονοσήμαντες. Άσπρο ή μαύρο, διαλέγετε και παίρνετε. Σαν κάποια ιστορία του Τόλκιν, από τη μία μεριά βρίσκονται οι «καλοί» της υπόθεσης, οι σωτήρες της ανθρωπότητας και της γης ολόκληρης· από την άλλη οι μοχθηροί βρυκόλακες της φύσης, οι αθεράπευτα ιδιοτελείς που επιμένουν να μην ακούν τις προειδοποιήσεις των επιστημόνων. Δεν θα έπρεπε άραγε να υπάρχουν καταφύγια της φύσης και οικολογικά πάρκα; Να αφήσουμε τους ρινόκερους να εξαφανιστούν; Γιατί να μη στήσουμε ανεμογεννήτριες σε κάθε βουνοκορφή και φωτοβολταϊκά σε κάθε κάμπο; Θα έπρεπε να συνεχίσουμε να καίμε ορυκτά καύσιμα και να βράσουμε στο τέλος μέσα σ’ ένα θερμοκήπιο; Και δεν είναι καιρός πλέον να απαλλαγούμε από τις μηχανές εσωτερικής καύσης; Ή μήπως προτιμάτε να βυθιστείτε κάτω από τη θάλασσα όσο θα λιώνουν οι πάγοι;

Ανεξαρτήτως της όποιας εγκυρότητας των σχετικών επιστημονικών αναλύσεων για την ανθρωπογενή καταστροφή του περιβάλλοντος, ο μανιχαϊκός τρόπος με τον οποίο τίθενται τέτοια διλήμματα θα έπρεπε από μόνος του να δημιουργεί υποψίες σχετικά με τη στόχευσή τους και την ειλικρίνεια των προθέσεων εκ μέρους όσων αναλαμβάνουν εργολαβικά να τα διατυπώνουν. Γιατί πρόκειται ακριβώς για έναν τύπο ερωτηματοθεσίας που επιχειρεί να εγκλωβίσει τη σκέψη σε τεχνητά αδιέξοδα και να την οδηγήσει προς προδιαγεγραμμένες «λύσεις». Αν επιπλέον ληφθεί υπόψη και η θέρμη με την οποία το επίθετο «πράσινος», σε όλες τις παραλλαγές του, επιστρατεύεται με κάθε αφορμή και για κάθε χρήση από κράτη, εταιρείες και δισεκατομμυριούχους, τότε οι απλές υποψίες οφείλουν να μετατραπούν σε μια επείγουσα ανάγκη να αναλυθεί κριτικά όλη αυτή η «οικολογική» (αλλά στον πυρήνα της αποκαλυψιακή) ρητορική ως προς τις προκείμενές της.  Όταν το «πράσινο» έχει μετατραπεί σε ένα ιδεοτυπικό κυμαινόμενο σημαίνον που μπορεί να επικολλάται κατά το δοκούν (δηλαδή κατά τις επιταγές κρατών και εταιρειών) σε οποιοδήποτε σημαινόμενο, (θα έπρεπε να) γίνεται φανερό ότι μικρή σχέση μπορεί να έχει πλέον με κάποιες πραγματικές οικολογικές ανησυχίες και ότι μάλλον λειτουργεί ως όπλο στα πλαίσια σκληρών γεωπολιτικών και ταξικών ανταγωνισμών.

Υπάρχει ένας κατ’ αρχάς δικαιολογημένος δισταγμός να δει κανείς την οικολογία υπό το πρίσμα τέτοιων ανταγωνισμών και να την τοποθετήσει στην απέναντι πλευρά, ως μια εχθρική ιδεολογία (με τη μαρξιστική έννοια του όρου). Δισταγμός που γίνεται κατανοητός στο βαθμό που η οικολογία κατάφερε να αντλήσει στο πρόσφατο παρελθόν ένα μεγάλο κομμάτι της ζωτικής της δύναμης από ένα ανταγωνιστικό περιβάλλον που είχε (κάποτε) ένα σαφώς αντικαπιταλιστικό και αντισυστημικό πρόσημο. Οι εργατικές, οι φεμινιστικές και οι οικολογικές αρνήσεις πορεύτηκαν για μεγάλο διάστημα δίπλα – δίπλα, επιδεικνύοντας ενίοτε κι έναν υψηλό βαθμό όσμωσης, παρά τις κατά καιρούς προστριβές. Ωστόσο, η αδυναμία σύνθεσής τους σε κάτι πιο εύρωστο ίσως να ήταν κι ένας από τους παράγοντες που οδήγησαν στην κατάρρευση και των τριών. Μια τέτοια αδυναμία δεν ήταν απλώς θεωρητική και αφηρημένη. Κατά κάποιο τρόπο καλλιεργήθηκε άνωθεν. Η ρητορική περί εξαφάνισης της εργατικής τάξης στις μετα-βιομηχανικές κοινωνίες, οι πολιτικές των ταυτοτήτων ως μετάλλαξη του φεμινισμού και η λεγόμενη βιώσιμη ανάπτυξη (κάτι που είναι αντίφαση εν τοις όροις) ως μια νεκραναστημένη μορφή οικολογίας είχαν καίρια συμβολή στην επιτυχία της απόπειρας να δαμαστούν οι τότε αντιδράσεις ή ακόμα και να ενσωματωθούν «δημιουργικά» ως πυλώνες της καθεστωτικής ιδεολογίας. Εν πάση περιπτώσει, θα έπρεπε να θεωρείται δεδομένο ότι αυτό που σήμερα παρουσιάζεται ως «οικολογικό κίνημα», καλώντας μας να ξεφορτωθούμε τα πλαστικά καλαμάκια και να συνηθίσουμε στα κουπόνια για το ηλεκτρικό ρεύμα, έχει διανύσει πολύ μεγάλη απόσταση από τη μορφή που είχε τη δεκαετία του 70. Το να επιμένει να το θεωρεί κανείς ως σύμμαχο των υπόδουλων πληθυσμών ανά τον πλανήτη θα ήταν όχι απλώς πολιτική αφέλεια, αλλά θανάσιμος κίνδυνος, στα όρια της αυτοχειρίας. [1Αυτό δεν σημαίνει βέβαια ότι, ως αντίδραση στον σημερινό εκφυλισμό της οικολογίας, θα έπρεπε να πετάξει κανείς στον κάλαθο της ιστορίας όλο το οικολογικό κίνημα ως εγγενώς αντιδραστικό. Κάνουμε αυτή την επισήμανση γιατί έχουν υποπέσει στην αντίληψή μας τέτοιες περιπτώσεις αντανακλαστικής απόρριψης οποιασδήποτε οικολογικής ανησυχίας, ακόμα και από (πρώην ή νυν, ίσως ούτε οι ίδιοι γνωρίζουν) μαρξιστές, για τους οποίους δεν υπάρχει κανένα ζήτημα με τα ορυκτά καύσιμα ή ακόμα και με τα πυρηνικά και οι οποίοι θεωρούν ότι η ευημερία της ανθρωπότητας βασίζεται κατ’ ανάγκη στην ύπαρξη και εκμετάλλευση μεγάλων αποθεμάτων ενέργειας. Βλ. για παράδειγμα το βρετανικό, πρώην μαρξιστικό και νυν (μάλλον) συντηρητικό περιοδικό spiked.]

Για να γίνει καλύτερα κατανοητή αυτή η μετάλλαξη της οικολογίας, χρειάζεται κι ένα πιο μακροσκοπικό βλέμμα. Ποιες ήταν λοιπόν οι απαρχές της οικολογίας ως τρόπου σκέψης για τις σχέσεις του ανθρώπου με το περιβάλλον του και ως επιστήμης; Προβληματισμοί για την επίδραση των ανθρώπινων δραστηριοτήτων στο περιβάλλον υπό το πρίσμα της σπάνης των αγαθών και της έλλειψης πόρων είχαν διατυπωθεί κατά καιρούς σε διάφορες ιστορικές εποχές και στις πιο διαφορετικές κοινωνίες, από την Αρχαία Ελλάδα και Ρώμη μέχρι την Ινδία [2Βλ. Green Imperialism: Colonial Expansion, Tropical Island Edens and the Origins of Environmentalism, 1600-1860, R. Grove, Cambridge University Press.]. Ήδη η αρχαία Αθήνα είχε βρεθεί αντιμέτωπη με το πρόβλημα της έλλειψης ξυλείας λόγω υπερβολικής υλοτόμησης για τους σκοπούς της ναυπήγησης νέων πλοίων. Ωστόσο, ποτέ δεν είχε διατυπωθεί συστηματικά κάτι που να μοιάζει με μια οικολογική αντίληψη για τη φύση ως ένα ολιστικό σύστημα μέρος του οποίου αποτελεί και ο άνθρωπος, με τους όποιους περιορισμούς αυτό (θα έπρεπε να) συνεπάγεται για την ένταση της εκμετάλλευσης αυτής της φύσης.

Κάποιες πρωτόλειες αντιλήψεις προς μια τέτοια κατεύθυνση (ακόμα και περί κλιματικής αλλαγής) θα αναφαίνονταν τελικά για πρώτη φορά στην Ευρώπη μόλις τον 17ο αιώνα και με πιο ευκρινή περιγράμματα και σε πιο συστηματική μορφή από το δεύτερο μισό του 18ου αιώνα. Αυτό το δεύτερο και κάπως πιο ώριμο «οικολογικό» κύμα (εδώ ο όρος «οικολογικό» χρησιμοποιείται ελαφρώς καταχρηστικά και αναδρομικά καθώς δεν είχε ακόμα εφευρεθεί) είχε βαθιές ρίζες στο γενικό πνευματικό κλίμα του ευρωπαϊκού Διαφωτισμού και στην ανερχόμενη δημοφιλία των φυσιοκρατικών θεωριών που σταδιακά εκτόπιζαν το πιο παραδοσιακό θρησκευτικό κοσμοείδωλο της μεσαιωνικής Ευρώπης. Όπως ήταν σύνηθες όμως για εκείνη την εποχή, η επιστημονική περιέργεια (μεταξύ άλλων και για τα όρια της φύσης) δεν ήταν καθαρά θεωρητική και ενατενιστική. Ιδιαίτερα για τους Γάλλους φυσιοκράτες, η κατανόηση των μηχανισμών και διαδικασιών της φύσης συνοδευόταν και από αιτήματα κοινωνικού μετασχηματισμού, για κάποιους εξ αυτών ακόμα και προς αντικαπιταλιστική κατεύθυνση. Προς το τέλος του 18ου αιώνα, Βρετανοί και Γάλλοι βοτανολόγοι θα εξέφραζαν πλέον ρητά κάποιους πρώτους φόβους για τη πιθανότητα εξαφάνισης ειδών ως αποτέλεσμα των ανθρώπινων παρεμβάσεων στη φύση, ενώ κάποια πρώτα πειράματα προστασίας των δασών και των υδάτων θα λάμβαναν χώρα στο νησί του Μαυρικίου. Το 1852 οι γιατροί που βρίσκονταν στην υπηρεσία της (βρετανικής) Εταιρείας Ανατολικών Ινδιών δημοσίευσαν μια μελέτη  (Report of a Committee Appointed by the British Association to Consider the Probable Effects in an Economic and Physical Point of View of the Destruction of Tropical Forests) στην οποία προειδοποιούσαν στους πιο υψηλούς τόνους για πιθανές καταστροφικές συνέπειες σε περίπτωση που δεν λαμβάνονταν μέτρα προστασίας των δασών.

Αυτή η σύντομη αναδρομή στις απαρχές των οικολογικών αντιλήψεων ενδέχεται να δημιουργήσει την εντύπωση ότι η οικολογία συνδέεται με κάποιον ομφάλιο λώρο με τα αντικαπιταλιστικά προτάγματα και ότι αναπτύχθηκε σε μια ριζική αντιπαράθεση προς τη ραγδαία εκβιομηχάνιση που θα έθετε σε κίνηση η πρώτη φάση καπιταλιστικής επέκτασης. Αν και ορθή ως προς κάποιες πλευρές της, μια τέτοια εικόνα παραμένει ωστόσο σοβαρά μεροληπτική όσον αφορά στην ιστορική πορεία της οικολογίας. Είναι ορθή ως προς το ότι οι οικολογικοί προβληματισμοί επί της ουσίας αναπτύχθηκαν σε συγχρονισμό και συμβάδισαν  με τα κύματα της εκβιομηχάνισης και με τους σπασμούς της καπιταλιστικής ανάπτυξης. Σε κάποιες περιπτώσεις ήρθαν και σε αντιπαράθεση με την καπιταλιστική λογική της οικονομικής μεγέθυνσης και της ανηλεούς εκμετάλλευσης της φύσης, αντλώντας ενίοτε (όπως, π.χ., στην περίπτωση του Thoreau) και από τη ρομαντική παράδοση. Όχι σε όλες τις περιπτώσεις όμως. Ίσως ούτε καν στις περισσότερες. Παράλληλα προς αυτό το «ρομαντικό» ρεύμα έρεε κι ένα σαφώς πιο μηχανιστικό, τεχνοκρατικό και σε πολύ μεγαλύτερο βαθμό συμβατό με τις οικονομικές απαιτήσεις και αντιλήψεις της οικονομίας της αγοράς.

[...]

...η συνέχεια στο έντυπο τεύχος του Cyborg.
[ σημεία διακίνησης ]

Separatrix

Cyborg #25

Σημειώσεις

1 - Αυτό δεν σημαίνει βέβαια ότι, ως αντίδραση στον σημερινό εκφυλισμό της οικολογίας, θα έπρεπε να πετάξει κανείς στον κάλαθο της ιστορίας όλο το οικολογικό κίνημα ως εγγενώς αντιδραστικό. Κάνουμε αυτή την επισήμανση γιατί έχουν υποπέσει στην αντίληψή μας τέτοιες περιπτώσεις αντανακλαστικής απόρριψης οποιασδήποτε οικολογικής ανησυχίας, ακόμα και από (πρώην ή νυν, ίσως ούτε οι ίδιοι γνωρίζουν) μαρξιστές, για τους οποίους δεν υπάρχει κανένα ζήτημα με τα ορυκτά καύσιμα ή ακόμα και με τα πυρηνικά και οι οποίοι θεωρούν ότι η ευημερία της ανθρωπότητας βασίζεται κατ’ ανάγκη στην ύπαρξη και εκμετάλλευση μεγάλων αποθεμάτων ενέργειας. Βλ. για παράδειγμα το βρετανικό, πρώην μαρξιστικό και νυν (μάλλον) συντηρητικό περιοδικό spiked.
[ επιστροφή]

2 - Βλ. Green Imperialism: Colonial Expansion, Tropical Island Edens and the Origins of Environmentalism, 1600-1860, R. Grove, Cambridge University Press.
[ επιστροφή]

κορυφή