Cyborg
Cyborg #20 - 02/2021

#20 - 02/2021

Η πολιτική των «μεγάλων συνόρων»

Η εισαγωγή των ψηφιακών τεχνολογιών, στο πλαίσιο της διαχείρισης της λεγόμενης «μεταναστευτικής κρίσης», έχει κάνει αυτούς τους πληθυσμούς «αντικείμενα πειραματισμού» (populations of data experimentation). Ταυτόχρονα είναι και οι πιο επιτηρούμενοι πληθυσμοί, ενώ οι αγώνες και οι εμπειρίες τους είναι οι πιο αόρατες. Οι τεράστιες διαλειτουργικές βάσεις δεδομένων, οι ψηφιακές διαδικασίες καταγραφής, η συλλογή βιομετρικών δεδομένων, η ταυτοποίηση μέσω κοινωνικών δικτύων και άλλες μορφές διαχείρισης και εκτίμησης της επικινδυνότητας με βάση τα data, αποτελούν πλέον μέρος του ευρωπαϊκού καθεστώτος στα σύνορα για τους μετανάστες.

Το θέμα των συνόρων έχει γίνει ιδιαίτερα έντονο στη δημόσια σφαίρα τα τελευταία χρόνια, ιδίως στην Ευρώπη όπου η αυξανόμενη βία στα σύνορα σηματοδοτεί την γεωπολιτική του Ευρωπαϊκού σχεδίου. Ταυτόχρονα, οι μηχανισμοί μέσω των οποίων θεσπίζονται τα σύνορα, συνδέονται σημαντικά με τις νέες τεχνολογικές εξελίξεις. Έτσι, με τα «μεγάλα δεδομένα (big data)» έρχονται και τα «μεγάλα σύνορα», καθώς η αύξηση της dato-ποίησης οδηγεί σε αυξανόμενη ρύθμιση των συνόρων, περιλαμβάνοντας την μεγαλύτερη συγκέντρωση προσωπικών δεδομένων. Αυτά τα δεδομένα περιλαμβάνουν συμπεριφορές που σχετίζονται με τη φυσική μετακίνηση σε διάφορες περιοχές καθώς και τις καθημερινές δραστηριότητες, συμπεριλαμβανομένων των οικονομικών συναλλαγών, της χρήσης κοινωνικών δικτύων κλπ. Επομένως τα δεδομένα επαυξάνουν σημαντικά τα σύνορα· τόσο στην διαχείριση των εξωτερικών συνόρων, όσο και στην «διασπορά» των συνόρων εντός των κοινωνιών.

Ο όρος «iBorder» (Pötzsch -2015) είναι χρήσιμο αναλυτικό εργαλείο για την κατανόηση των dato-ποιημένων συνόρων. Περιγράφει τον τεχνολογικά ενισχυμένο συνοριακό έλεγχο, που περιλαμβάνει βάσεις δεδομένων για την μετανάστευση, όπως το EURODAC ή το SIS II, και συστήματα πληροφοριών για τους αξιόπιστους ταξιδιώτες όπως το Registered Traveller και το e-Borders. Αυτές οι βάσεις δεδομένων χρησιμοποιούνται ως μέσο ταυτοποίησης κατηγοριοποίησης και επιτήρησης της μετανάστευσης εντός της Ευρώπης καθώς και την προώθηση των προσπαθειών για την ανάπτυξη ενός «λειτουργικού» κοινού ευρωπαϊκού συστήματος ασύλου (CEAS), ικανό για την αστυνόμευση των εξωτερικών συνόρων και την λήψη αποφάσεων για τις αιτήσεις ασύλου μεταξύ των κρατών μελών. Ένα τέτοιο «κοινό» πλαίσιο είναι σημαντικό χαρακτηριστικό της πολιτικής της ΕΕ μετά την άνοδο της αντι-μεταναστευτικής ρητορικής και της αυξανόμενης πολιτικής πίεσης για τον έλεγχο της μετανάστευσης, μετά από την αύξηση των αφίξεων το 2015. Η χρησιμότητα ενός όρου όπως το "iBorder", που απεικονίζει ολόκληρο το κοινωνικο-τεχνικό σύνολο, είναι ότι περιλαμβάνει την επίδραση τόσο των ανθρώπινων όσο και των μη-ανθρώπινων μεθόδων στις διαδικασίες της ταξινόμησης, της κατηγοριοποίησης και του φιλτραρίσματος των ατόμων-εν-κινήσει. Μέσα σε ένα dato-ποιημένο σύστημα απομακρυσμένου ελέγχου συνόρων, οι άνθρωποι ακολουθούνται από το δικό τους «ίχνος δεδομένων», που αποτελείται από σημεία-δεδομένα από ένα ευρύ φάσμα πηγών - τα κοινωνικά δίκτυα, τις προτιμήσεις γευμάτων, τις οικονομικές συναλλαγές, τα προηγούμενα ταξίδια, καθώς και πιο παραδοσιακά δεδομένα, όπως τόπος και ημερομηνία γέννησης.

Ιδιαίτερα σχετικό με τις εξελίξεις στην διαχείριση της μετανάστευσης, προς και εντός της Ευρώπης τα τελευταία χρόνια, είναι η συλλογή βιομετρικών δεδομένων. Αποθηκευμένη σε βάσεις δεδομένων, αυτή η συλλογή είναι μέρος της δημιουργίας μιας ατομικής ταυτότητας που μπορεί να διαμοιραστεί σε όλες τις ευρωπαϊκές χώρες. Αν και το EURODAC, η παλαιότερη βιομετρική βάση δεδομένων στην Ευρώπη, ιδρύθηκε το 2003 ως μια κεντρική βάση δεδομένων για την εξυπηρέτηση των αιτήσεων ασύλου μεταξύ των κρατών μελών, η αυξανόμενη σημασία της συλλογής βιομετρικών μπορεί να φανεί στις πρόσφατες αλλαγές στο EURODAC που επιτρέπουν την λήψη βιομετρικών πληροφοριών από μικρότερη ηλικία, από 14 ετών έως και έξι ετών, και την διατήρηση για μεγαλύτερο χρονικό διάστημα, από 18 μήνες έως πέντε έτη. Επιπλέον, η λήψη δακτυλικών αποτυπωμάτων στην Ελλάδα έχει αυξηθεί σημαντικά, από το 8% των αφίξεων που καταγράφηκαν τον Σεπτέμβριο του 2015, σε 78% τον Ιανουάριο του 2016.

Ταυτόχρονα, η χρήση βιομετρικών είναι βασικό στοιχείο στην παροχή ανθρωπιστικής βοήθεια σε μετανάστες, από τη χρήση του IrisGuard στην Ιορδανία, μέχρι την ανάπτυξη του PRIMES σε πολλές περιοχές της Αφρικής. Αν και η βιομετρία δεν χρησιμοποιείται ακόμη για την ανθρωπιστική βοήθεια στην Ευρώπη, η ανάπτυξη συγκεντρωτικών διαλειτουργικών βάσεων δεδομένων για τη διαχείριση της βοήθειας, έχουν χρησιμοποιηθεί για την αντιμετώπιση του αυξημένου αριθμού αφίξεων. Για παράδειγμα, η ανθρωπιστική βοήθεια μέσω «κάρτας μετρητών», με το πρόγραμμα GCA (Greek Cash Alliance), που παρέχει στην Ελλάδα η Ύπατη Αρμοστεία, είναι «εναρμονισμένη» σε όλη την ηπειρωτική χώρα και τα νησιά μέσω της χρήσης της βάσης ProGresV4, η οποία παρακολουθεί τα δεδομένα των «δικαιούχων» μέσω μηνιαίων συναντήσεων και εξακρίβωσης εγγράφων, που στη συνέχεια διασταυρώνονται με τη βάση δεδομένων της Ελληνικής Υπηρεσίας Ασύλου (GAS), ALKIONI.

Η βάση ProGresV4 δεν περιέχει μόνο βασικές πληροφορίες όπως το όνομα και η ηλικία, αλλά και δεδομένα που σχετίζονται με τις ευπάθειες, την οικογενειακή κατάσταση και την γεωγραφική τοποθεσία ενός ατόμου, που κοινοποιούνται σε ολόκληρο το πρόγραμμα UNHCR ESTIA, το οποίο παρέχει επίσης στέγαση για τους αιτούντες άσυλο στην Ελλάδα.

Μια σημαντική πτυχή της «κάρτας μετρητών», είναι ότι μπορούν να επιβληθούν γεωγραφικοί περιορισμοί στους αιτούντες άσυλο. Όταν ένα άτομο εισέλθει στην Ελλάδα από τη διαδρομή του Αιγαίου, έχει περιορισμό παραμονής στο νησί καθ 'όλη τη διάρκεια της αίτησής του για άσυλο, εκτός εάν υπάρχουν ρητοί λόγοι για το αντίθετο. Εάν κάποιος που έχει μια τέτοια «κάρτα μετρητών» εγκαταλείψει το νησί, με δική του πρωτοβουλία, δεν θα έχει πλέον δικαίωμα στην βοήθεια. Αυτό που είναι εντυπωσιακό είναι η ενίσχυση των γεωγραφικών περιορισμών, μέσα στην ίδια χώρα, από την ανθρωπιστική οργάνωση. Οι περιορισμοί της «κάρτας μετρητών» γίνονται μια επέκταση του hotspot - μια πολιτική που είναι αντίθετη με την Σύμβαση του 1951 για τους Πρόσφυγες, που ορίζει στο άρθρο 26, ότι ο πρόσφυγας έχει «το δικαίωμα να επιλέξει τον τόπο κατοικίας του και να κυκλοφορήσει ελεύθερα εντός της επικράτειάς του».

Cyborg

Αυτές οι διαδικασίες, που σχετίζονται με την συλλογή προσωπικών και βιομετρικών δεδομένων ως μορφές γεωγραφικών περιορισμών, αποτελούν την «εσωτερίκευση» των συνόρων, στις οποίες η αυξανόμενη εστίαση στο ανθρώπινο σώμα ως οριστική μορφή ταυτοποίησης σημαίνει ότι φέρουμε τα σύνορα μαζί μας όπου κι αν πηγαίνουμε, χωρίς να μπορούμε να ξεφύγουμε.

Τα συστήματα δεδομένων οδηγούν επίσης και στην «εξωτερίκευση» των συνόρων, μέσω του απομακρυσμένου ελέγχου των συνόρων. Οι εξελίξεις σε τεχνολογίες ψηφιακής παρακολούθησης, όπως οι κάμερες, τα drones, και οι μέθοδοι ανάλυσης κινδύνου με βάση τα GIS έχουν επιτρέψει την αλλαγή τόσο στον τρόπο διεξαγωγής των ελέγχων στα σύνορα, όσο και στον τρόπο που οι άνθρωποι βιώνουν τις προσπάθειες διέλευσης των συνόρων. Το EUROSUR χρησιμοποιεί μη επανδρωμένα εναέρια οχήματα (UAV ή drone), μεταξύ άλλων εργαλείων επιτήρησης, για τον καλύτερο εντοπισμό ατόμων που προσπαθούν να περάσουν στην ευρωπαϊκή επικράτεια, δημιουργώντας ένα «προ-σύνορο» που επιτρέπει τον έλεγχο πέρα από τα παραδοσιακά εδαφικά σύνορα. Πρωτοβουλίες στο πλαίσιο του προγράμματος «Horizon 2020» της ΕΕ, περιλαμβάνουν σχέδια όπως το RANGER και SafeShore, για την περαιτέρω επιτήρηση και ψηφιοποίηση των συνόρων της ΕΕ. Ο συνδυασμός αυτών των τεχνολογιών, που περιλαμβάνουν μη επανδρωμένα εναέρια συστήματα, δορυφόρους, βιομετρικά δεδομένα, τεχνικές αναζήτησης δεδομένων, δημιουργία προφίλ και καταγραφές πληθυσμών, είναι μέρος  μια «επίμονης επιτήρησης» που λειτουργεί με βάση την συνεχή και διαρκή παρέμβαση.

Το αναδυόμενο πεδίο των «μελετών ψηφιακής μετανάστευσης» (digital migration studies) έχει αρχίσει να προωθεί συζητήσεις για αυτές τις πολύπλευρες εξελίξεις που συχνά ενσωματώνουν παράδοξες τεχνολογικές χρήσεις. Οι τεχνολογίες που χρησιμοποιούνται για τον έλεγχο των κυβερνητικών συνόρων δημιουργούν νέες μορφές διακρίσεων και εγκληματοποίησης με βάση τα «δεδομένα», ενώ ταυτόχρονα χτίζουν μια «νέα ψηφιακή υποδομή για την παγκόσμια μετακίνηση». Το κινητό τηλέφωνο, για παράδειγμα, χρησιμοποιείται όλο και περισσότερο ως μέσο ταυτοποίησης, πρόβλεψης κινδύνου και παρακολούθησης, παράλληλα με τις βιομετρικές βάσεις δεδομένων. Στη Γερμανία και την Αυστρία έχει ήδη θεσπιστεί νομοθεσία που επιτρέπει την προσωρινή κράτηση των κινητών τηλεφώνων για την εξαγωγή μετα-δεδομένων, σε περιπτώσεις που λείπει το διαβατήριο ή η ταυτότητα. Νομοθεσίες όπως αυτή δείχνουν σαφώς το πώς η πολιτική ασύλου επιδιώκει να ενσωματώσει τα κινητά τηλέφωνα ως μέσο παρακολούθησης, ταυτοποίησης και κατηγοριοποίησης. Αυτό είναι ιδιαίτερα σημαντικό, καθώς η ψηφιακή υποδομή, όπως και τα ίδια τα σύνορα, είναι πολύ-σημα και πολύ-πλευρα. Αποτελούν διαδικασίες εντός των μεταναστευτικών οδών, αλλά ανοίγουν ακόμη περισσότερο διαδρομές παρακολούθησης και εκμετάλλευσης. Επομένως, είμαστε αντιμέτωποι με ένα περίπλοκο και ολοκληρωμένο καθεστώς συνόρων που περιλαμβάνει μια σειρά από τεχνολογίες, τοποθεσίες και πρακτικές που δεν μπορούν να «απλοποιηθούν» σε έναν παράγοντα ή ένα «κατευθυντικό βλέμμα». Περιλαμβάνουν τόσο την «εσωτερίκευση» όσο και την «εξωτερίκευση» των συνόρων, τόσο των ιδιωτικών όσο και των δημόσιων σωμάτων, και τόσο των προσωπικών συσκευών όσο και των διαλειτουργικών βάσεων δεδομένων. Επίσης, δεν είναι ποτέ ένα «ολοκληρωμένο» έργο, αλλά αντιθέτως, βασίζονται σχετικά στο «τεχνολογικό έργο» πολλών σημείων, που δημιουργούν συνεχώς χώρους αρνήσεων και διαμεσολαβήσεων των συνοριακών πρακτικών, «εν-κινήσει».

[…]

Η διαλειτουργικότητα των δεδομένων σε αυτήν την «πανταχού παρουσία» των συνόρων μπορεί να φανεί καθαρά με τις μορφές αναγνώρισης και κατηγοριοποίησης που δημιουργούνται με βάση τη μαζική συλλογή δεδομένων. Τα συστήματα δεδομένων παράγουν «μετρήσιμους τύπους», όπως για παράδειγμα η «επικινδυνότητα», που είναι «αναλύσιμες δομές ταξινομητικής σημασίας, με βάση αποκλειστικά αυτό που είναι διαθέσιμο για μέτρηση». Αυτό το βλέπουμε, για παράδειγμα, στον τρόπο με τον οποίο τα δακτυλικά αποτυπώματα και το EURODAC λειτουργούν ως θεμελιώδη στοιχεία του ελέγχου των συνόρων και του ασύλου στην Ευρώπη. Η χρήση υποχρεωτικών δακτυλικών αποτυπωμάτων, που συνδέεται συνήθως στην Ευρώπη με την εγκληματικότητα, αποτελεί αναπόσπαστο μέρος της Σύμβασης του Δουβλίνου και του EURODAC και καταδεικνύει την αυξανόμενη τάση της ψηφιακής διακυβέρνησης σε αυτό που έχει περιγραφεί ως «γενική ποινικοποίηση και κοινωνική ταξινόμηση των εκτοπισμένων ανθρώπων» - αυτό που ο Aas (2011) αναφέρει ως η δημιουργία «εγκληματικών σωμάτων» (crimmigrant bodies). Αυτή η διαδικασία βασίζεται στην κατασκευή μιας «δεύτερης ταυτότητας» από δεδομένα, η οποία επιβάλλεται στα άτομα και χρησιμοποιείται σε βάσεις δεδομένων και γραφειοκρατίες βασισμένες σε πρακτικές δυσπιστίας και ελέγχου. Για το EURODAC, όταν λαμβάνεται ένα δακτυλικό αποτύπωμα ενός ατόμου, τοποθετείται σε μία από τις τρεις κατηγορίες. Η κατηγορία 1 ορίζει ένα άτομο ως αιτούντα διεθνής προστασίας, η κατηγορία 2 ορίζει ότι ένα άτομο διέσχισε ή προσπάθησε να διασχίσει παράνομα τα σύνορα και η κατηγορία 3 ορίζει κάποιον ως δυνητικό παράνομο μετανάστη, ο οποίος απέτυχε να αποκτήσει καθεστώς ασύλου, είναι χωρίς έγγραφα και έχει βρεθεί σε ένα κράτος μέλος. Μέσα σε αυτές τις κατηγορίες, οι δύο τελευταίες επιβάλλουν άμεσα ένα παράνομο καθεστώς στο άτομο, αν και η πρώτη κατηγορία έχει επίσης τη δυνατότητα να δημιουργήσει ένα παράνομο σώμα, εάν το άτομο πρόκειται να μετακομίσει σε ένα δεύτερο κράτος με παράνομα μέσα και να υποβάλει αίτηση ασύλου εκεί. Ανεξάρτητα από τις αιτιολογήσεις, ο παραγωγικός χαρακτήρας τέτοιων μηχανισμών δημιουργεί αυτό που ο Aas αναφέρει όχι μόνο ως «ακινητοποιημένη παγκόσμια υποκατηγορία», αλλά και ως «παράνομη παγκόσμια υποκατηγορία», η οποία γίνεται ο λόγος και ο στόχος της εντατικής παρακολούθησης.

Η πρακτική της αποτύπωσης δακτυλικών αποτυπωμάτων είναι επομένως «ένα σημαντικό σήμα κατατεθέν» της ποινικοποίησης στην Ευρώπη, και σηματοδοτεί μια σημαντική μορφή «κατάχρησης λειτουργίας» (function creep) σε σχέση με τις βάσεις δεδομένων μετανάστευσης της ΕΕ, στις οποίες τα δεδομένα χρησιμοποιούνται για λειτουργίες πέρα από τον αρχικό τους σκοπό. Καθώς η ταύτιση των μεταναστών με την εγκληματικότητα ενισχύεται μέσω της διαλειτουργικότητας του SIS II, του EURODAC και του συστήματος πληροφοριών της Europol, βασίζεται επιπλέον στην εκμετάλλευση μιας ακούσιας «προστιθέμενης αξίας» του EURODAC και της υποχρεωτικότητας των δακτυλικών αποτυμάτων. Επιπλέον, καθώς οι νόμιμοι δρόμοι προς την Ευρώπη κλείνουν μέσω της εξασφάλισης των εξωτερικών συνόρων, με τις προσπάθειες της ΕΕ να χρηματοδοτεί επιχειρήσεις και της τουρκικής και της λιβυκής ακτοφυλακής, παράλληλα με την επέκταση του EUROSUR, οι άνθρωποι ωθούνται σε παράνομα μέσα ταξιδιού. Αυτό καθιστά την μετανάστευση παράνομη «εξ ορισμού», με την οποία οι τρόποι εισόδου χαρακτηρίζουν ένα άτομο ως παράνομο παρά τους πιθανούς νόμιμους λόγους που έχει για να το κάνει. Έτσι, ο πολλαπλασιασμός των μεθόδων παρακολούθησης και ταυτοποίησης των ατόμων σημαίνει ότι τα καθεστώτα ασφάλειας των συνόρων παράγουν ενεργά τον «παράνομο μετανάστη», ως αυτό που ο Andersson (2016, 2014) αναφέρει «μια βιομηχανία παρανομίας».

Ενώ το επίπεδο της παρακολούθησης και της συλλογής δεδομένων ενδέχεται να μην είναι διαφορετικό ανάλογα με την κατηγορία κάποιου – αν είναι «αιτών ασύλου», «οικονομικός μετανάστης» ή κάτι άλλο - οι στόχοι και οι συνέπειες που σχετίζονται με τα δεδομένα τους είναι πιθανό να διαφέρουν σημαντικά. Είναι σημαντικό ότι, όταν αυτά τα δεδομένα προσκολληθούν σε μια ταυτότητα, γίνονται δύσκολο να  διαγραφούν και να αμφισβητηθούν. Μέσω των διαδικασιών ταυτοποίησης, είναι δυνατή η παρακολούθηση ενός ατόμου καθ 'όλη τη διάρκεια της μετανάστευσης και της διαδικασίας ασύλου. Εάν κάποιος έχει ταυτοποιηθεί ως «παράνομος», είτε μέσω μιας απόφασης εντός του EURODAC, είτε με τον εντοπισμό του στην απόπειρα να φτάσει στην Ευρώπη δια θαλάσσης, τότε αυτή η ταυτότητα γίνεται καταστροφική. Αυτό υπογραμμίζει τον παράδοξο τρόπο με τον οποίο η ανάλυση δεδομένων σε καθεστώτα συνόρων, παράγει ταυτότητες που είναι ανεξάρτητες και μόνιμα συνδεδεμένες με ένα άτομο, αλλά αποκτά και ιδιαίτερη σημασία όταν συζητάμε για στοχοποιημένες ομάδες, όπως οι αιτούντες άσυλο και οι πρόσφυγες, των οποίων η ζωή και οι εμπειρίες διαμορφώνονται συνεχώς από αλληλεπιδράσεις με γραφειοκρατικά ιδρύματα που τους επιβάλλουν τέτοιες ταυτότητες.

Αυτές οι «ταυτότητες-δεδομένων», με τη σειρά τους, μπορούν να δημιουργήσουν έναν πληθυσμό «απαγορευμένων δεδομένων», στον οποίο το προφίλ ατόμων που μοιάζει σε «άτομα σαν αυτούς» οδηγεί στον αποκλεισμό ολόκληρων κατηγοριών ή ομάδων ατόμων. Ή, αντίστροφα, σε άλλες περιπτώσεις, η έλλειψη δεδομένων για τη δημιουργία εγκεκριμένης ταυτοποίησης, οδηγεί σε αποκλεισμό κάποιων ατόμων. Για παράδειγμα, σε αντιπαραβολή με τις βάσεις δεδομένων που συλλέγουν παρεμβατικά πληροφορίες, οι οποίες μπορούν να βλάψουν την ικανότητα ενός ατόμου να έχει πρόσβαση σε θεμελιώδη δικαιώματα, στην περίπτωση του EUROSUR συμβαίνει το αντίθετο. Εδώ, η άρνηση συλλογής προσωπικών δεδομένων έχει θεσπιστεί και αντ 'αυτού απορρίπτεται κάθε απόπειρα ένταξης στην ΕΕ εάν γίνει με παράνομα μέσα (στμ: και δεν περάσει από την αποτύπωση δακτυλικών αποτυπωμάτων), ανεξάρτητα από το εάν ένα άτομο μπορεί να έχει δικαίωμα ασύλου μόλις φτάσει στην ευρωπαϊκή επικράτεια. Με άλλα λόγια, η κατηγορία της παρανομίας που καθορίζεται μέσω των τεχνολογιών παρακολούθησης υπερισχύει των εμπειριών όσων υπόκεινται αυτή την παρακολούθηση. Αυτό δείχνει την πολιτική που αναδύεται στην κατασκευασμένη «απόσταση» μεταξύ ενός ατόμου και του υποκειμένου των δεδομένων του, του ανθρώπου και του ψηφιακού. Αυτός ο «διασκορπιστικός και πολιτικός συνδυασμός της μετανάστευσης και του εγκλήματος» δημιουργεί μια «συγκεκριμένη δυναμική κοινωνικού αποκλεισμού».

Η δημιουργία «εγκληματικών σωμάτων» (crimmigrant bodies) αποτελεί επομένως αναπόσπαστο κομμάτι μιας ευρύτερης διαδικασίας «κοινωνική ταξινόμησης». Αυτό αναφέρεται στην πρόοδο των συστημάτων παρακολούθησης που εξαρτώνται από βάσεις δεδομένων, με δυνατότητες αναζήτησης και κατηγοριοποίησης ατόμων, με αποτέλεσμα την διαφορική μεταχείριση και την διάκριση ενός ατόμου ανάλογα με τον τρόπο που έχει ταυτοποιηθεί ο «εικονικός εαυτός του».

Cyborg

Η αυξημένη επιτήρηση και η ανάπτυξη ψηφιακών συνόρων, εξοπλίζουν σημαντικά τον έλεγχο των «ανεπιθύμητων πληθυσμών». Σε τέτοιες περιπτώσεις, τα σύνορα καθίστανται πιο αδιαπέραστα από ποτέ, δημιουργώντας «έναν κόσμο μακροχρόνιας παρακολούθησης δεδομένων όπου τα σύνορα είναι παντού». Επιπλέον, αυτή η «παραγωγική» και «επίμονη» παρακολούθηση αντικατοπτρίζει την προτεραιότητα που δίδεται σε νέους τρόπους υπολογισμού του κινδύνου, για την δημιουργία προληπτικών πλαισίων και μέτρων, ως καθοριστική λογική της πολιτικής. Αντί να επιδιώκει να κατανοήσει τις υποκείμενες αιτίες, οι οποίες, στην περίπτωση διέλευσης των συνόρων, αφορούν την βία, τον πόλεμο ή την περιβαλλοντική καταστροφή από την οποία δραπετεύει ένα άτομο, η προσοχή στρέφεται στην διαχείριση των συνεπειών - δηλαδή, τον έλεγχο και τον περιορισμό της μετανάστευσης στην Ευρώπη.

Η ποινικοποίηση της μετανάστευσης, η κοινωνική διαλογή, η εστίαση στην ασφάλεια των συνόρων και η υπερβολικά απλουστευμένη και συχνά λανθασμένη κατηγοριοποίηση ατόμων σε αυτές τις διαδικασίες δεν συμβάλλουν στην επίλυση της «κρίσης» της μετανάστευσης. Ωστόσο, διατηρούν μια «πολιτική χρησιμότητα» μέσω της εξάλειψης της ευθύνης και της λογοδοσίας. Στοιχεία αυτής της πολιτικής χρησιμότητας αναφέρονται στον ευρύτερο διάλογο των «τεχνολογικών λύσεων» που έχουν υιοθετήσει οι ευρωπαϊκές συνοριακές πολιτικές, μετατοπίζοντας έτσι τη λογοδοσία από τις κυβερνήσεις και τους ανθρώπινους παράγοντες προς τις ψηφιακές βάσεις δεδομένων και τους αλγόριθμους. Έτσι, τα dato-ποιημένα σύνορα, τα οποία διασκορπίζουν τη λογοδοσία και ισχυρίζονται ότι αυξάνουν την ασφάλεια, μπορούν να θεωρηθούν ως χρήσιμο πολιτικό εργαλείο, ενώ παρουσιάζονται ως μια φυσική εξέλιξη της ασφάλειας των συνόρων σε εποχή «κρίσης».

Το ζήτημα εδώ δεν είναι λοιπόν απλώς το πώς συλλέγονται, αποθηκεύονται ή επεξεργάζονται τα δεδομένα ενός ατόμου, αλλά μάλλον το πώς η λήψη αποφάσεων βάσει δεδομένων αποτελεί μέρος μιας συγκεκριμένης οικονομικής και πολιτικής ατζέντας που επιδιώκει συστηματικά να στιγματίζει, να περιθωριοποιεί και να αποκλείει τους "ανεπιθύμητους" πληθυσμούς. Ως εκ τούτου, αμφισβητούμε την ιδέα ότι τα δεδομένα και οι τεχνολογίες βάσει δεδομένων είναι ουδέτερα αντικείμενα, και βλέπουμε την «δικαιοσύνη βάσει δεδομένων» ως ένα πλαίσιο που κατανοεί την τάση της ψηφιοποίησης με βάση  τα συμφέροντα που οδηγούν τέτοιες διαδικασίες, και της κοινωνικής και οικονομικής οργάνωσης που τις επιτρέπει.

Ωστόσο, παρατηρούμε πολύ λιγότερη εμπλοκή με αυτές τις εξελίξεις από ομάδες εκτός των ψηφιακών δικαιωμάτων και των τεχνολογικών χώρων· ομάδες που θα μπορούσαμε να θεωρήσουμε ότι ασχολούνται με ζητήματα κοινωνικής δικαιοσύνης, όπως η ανισότητα, οι διακρίσεις και η καταπίεση ή που προέρχονται από ιστορικά περιθωριοποιημένα κοινότητες. Με άλλα λόγια, υπάρχει μια «αποσύνδεση» μεταξύ εκείνων που θέτουν προβληματισμούς για την τεχνολογία αφενός και εκείνων που ασχολούνται με την κοινωνική δικαιοσύνη αφετέρου.

The politics of big borders: Data (in)justice and the governace of refugees
First Monday, April 2019

μετάφραση / απόδοση W.

κορυφή