Cyborg
Cyborg #20 - 02/2021

#20 - 02/2021

Στρατηγική πληροφοριακής έντασης και τα asset της:
διανοούμενοι, δημοσιογράφοι, ειδικοί

Χρωστάμε στον Alex Carey [1Αυστραλός συγγραφέας (1922-1987), θεωρούμενος ως ένας εκ των πρωτοπόρων στην ανάλυση των μηχανισμών προπαγάνδας στις σύγχρονες αστικές και φιλελεύθερες «δημοκρατίες». Κάποια από τα δοκίμιά του έχουν συγκεντρωθεί στον τόμο «Taking the risk out of democracy: corporate propaganda versus freedom and liberty», 1997, εκδ. University of Illinois Press.] την εξής εύστοχη παρατήρηση. Τείνουμε να θεωρούμε ότι τα πιο ολοκληρωτικά καθεστώτα είναι αυτά που κάνουν πιο συστηματική χρήση προπαγάνδας και μεθόδων ψυχολογικού πολέμου. Στην πράξη όμως, ισχύει το ακριβώς αντίθετο. Είναι οι φιλελεύθερες δημοκρατίες που έχουν μεγαλύτερη ανάγκη τους μηχανισμούς προπαγάνδας - μάλιστα εκλεπτύνοντας τους στον ύψιστο βαθμό -  ακριβώς επειδή δεν έχουν την πολυτέλεια να καταφεύγουν τόσο συχνά στη χρήση άμεσης βίας. Η ορμή προς την άσκηση φυσικής βίας, που είναι καταστατικά εγγεγραμμένη στην εσώτερη λογική κάθε ταξικά διαστρωματωμένης κοινωνίας, φαίνεται πως στις φιλελεύθερες, μαζικές «δημοκρατίες» του 20ου και του 21ου αιώνα μετουσιώνεται σε μια ακατάσχετη ροπή προς την ψυχολογική βία και τον πληροφοριακό πόλεμο. Ό,τι δεν μπορούν να καταφέρουν τα δακρυγόνα, οι κάνες των όπλων και τα άρματα μάχης, το επιτυγχάνουν οι εφημερίδες, τα ραδιόφωνα και οι τηλεοράσεις σε πρώτο χρόνο· και η βιομηχανία της μαζικής (μουσικής και κινηματογραφικής, κατά βάση) διασκέδασης σε δεύτερο χρόνο και με πιο υπόγειο τρόπο.

Στο όχι και τόσο μακρινό παρελθόν, οι παραπάνω παρατηρήσεις θα γίνονταν λίγο – πολύ απροβλημάτιστα δεκτές από κάθε σοβαρά σκεπτόμενο άνθρωπο, ανεξαρτήτως της τοποθέτησής του στο πολιτικό φάσμα. Ακόμα κι ένας συντηρητικός με στοιχειώδη πνευματική συγκρότηση δεν θα είχε δυσκολία να δεχτεί ότι ο ρόλος της μαζικής κουλτούρας και της μαζικής ενημέρωσης συμποσούται στον κατευνασμό και στην εξημέρωση των μαζών, αναγνωρίζοντας συγκαταβατικά ότι πρόκειται για ένα αναγκαίο κακό ώστε να μπορούν να «κυβερνηθούν οι μάζες». Μια στάση αποδοχής των φιλελεύθερων φλυαριών περί δημοκρατικότητας των θεσμών και πραγματικής πίστης σε αυτούς αποτελούσε ασφαλές δείγμα ανήκεστης αφέλειας, όταν δεν κρύβονταν ιδιοτελή κίνητρα πίσω της. Ειδικά για όσους αυτοπροσδιορίζονταν ως αριστεροί, η αποκάλυψη του χειριστικού ρόλου των μέσων ενημέρωσης ήταν ένα από τα βασικά καθήκοντά τους, ακόμα κι αν αυτή έμενε κατά κανόνα σε ένα πολύ αφηρημένο και «φιλοσοφικό» επίπεδο, χωρίς να θίγει σχεδόν ποτέ συγκεκριμένα και πραγματικά συμφέροντα. Για ένα διάστημα, ο Τσόμσκυ, μέσα από τις σχετικές αναλύσεις του για τους μηχανισμούς προπαγάνδας, έγινε ένας μικρός αστέρας και σχεδόν υποχρεωτικό ανάγνωσμα για κάθε αριστερό. [2Το πιο γνωστό του σχετικό βιβλίο είναι το «Manufacturing Consent: The Political Economy of the Mass Media», σε συνεργασία με τον Edward Herman, πρώτη έκδοση 1988. Έχει μια αξία να σημειωθεί εδώ ότι τις τελευταίες δεκαετίες του προηγούμενου αιώνα υπήρξε ένα έντονο ενδιαφέρον στον αγγλοσαξωνικό κόσμο για το ζήτημα της κρατικής και εταιρικής προπαγάνδας.
Ως ένα ακόμα παράδειγμα, βλ. το «Science of coercion: communication research &psychological warfare, 1945-1960» του Christopher Simpson (Oxford University Press, 1996). Κατά μία έννοια, πρόκειται για μια πιο απλοϊκή εκδοχή των μελετών που είχαν κάνει αρκετά νωρίτερα (ήδη πριν τον πόλεμο) στην Ευρώπη ο Γκράμσι (για τους διανοούμενους) και η Σχολή της Φρανκφούρτης (για τη μαζική κουλτούρα)· αλλά και ο Ντεμπόρ μεταπολεμικά (για την κοινωνία του θεάματος). Αυτές οι σύγχρονες μελέτες απευθύνονται πλέον σε ένα αγγλοσαξωνικό (ή αγγλοσαξωνοποιημένο) κοινό, μαθημένο σε πολλές «πληροφορίες» και «γεγονότα», χωρίς να διαθέτουν απαραίτητα κάποιο ιδιαίτερο θεωρητικό βάθος. Έστω κι έτσι όμως, για αυτό που ήταν, ήταν σημαντικές.
] Ωστόσο, οι ίδιοι αυτοί αριστεροί που κάποτε ορκίζονταν στον (όποιο) Τσόμσκυ τώρα μπορεί να επιχαίρουν όταν μεγάλα τηλεοπτικά δίκτυα των Η.Π.Α. κόβουν στον αέρα μια ομιλία του Τραμπ ή όταν τα «πολυφωνικά» κατά τ’ άλλα κοινωνικά δίκτυα αναστέλλουν τον λογαριασμό του, επιβάλλοντας ουσιαστικά ένα είδος λογοκρισίας. Τους είναι υπερβολικά δύσκολο, ως φαίνεται, να αντιληφθούν ότι ο Τραμπ είναι απλά μια πολιτική βιτρίνα για κάποιες φράξιες του αμερικανικού κεφαλαίου και ότι είναι το πιο προβεβλημένο θύμα ενός πληροφοριακού πολέμου στον οποίο συμμετέχουν και άλλα τμήματα των αμερικανικών ελίτ με βαθύτερες (ή ακόμα και άμεσες) προσβάσεις στους μηχανισμούς προπαγάνδας. [3Παράδειγμα ο Bezos, ιδιοκτήτης του κάτεργου που λέγεται Amazon, ο οποίος έχει αγοράσει και την Washington Post, μαζί φυσικά με τον «αντικειμενικό» fact checker της εφημερίδας, ο οποίος (υποτίθεται) ότι ελέγχει δηλώσεις πολιτικών προσώπων ως προς την ακρίβειά τους. Υπενθυμίζουμε ότι η Washington Post (μαζί με τους New York Times και τους L.A. Times) έπαιξε κομβικό ρόλο στη δυσφήμιση ως συνωμοσιολόγου του δημοσιογράφου Gary Webb όταν αυτός αποκάλυψε το δίκτυο που είχαν στήσει οι Contra στη Νικαράγουα για να σπρώχνουν κοκαΐνη στις Η.Π.Α. (που κατέληγε κυρίως σε αφρο-αμερικανικές κοινότητες) με τη σιωπηλή συνενοχή, αν όχι συνεργασία, της CIA.
Οι αποκαλύψεις του Webb αποδείχτηκαν σε μεγάλο βαθμό ακριβείς στην πορεία του χρόνου. Ο ίδιος «αυτοκτόνησε» (με δύο σφαίρες!) το 2004. Η Post εξακολουθεί να θεωρείται έγκυρη...
]

Αν λοιπόν η εποχή του covid είναι όντως μια εποχή πολέμου, όπως διαβεβαιώνουν κράτη, κυβερνήσεις και φαρμακο-βιομηχανίες, τότε θα έπρεπε να βρίσκει κι εδώ εφαρμογή το γνωστό αξίωμα ότι το πρώτο θύμα κάθε πολέμου είναι η αλήθεια. Το σημαντικό ερώτημα όμως εν προκειμένω αφορά στην ταυτότητα του θύτη. Απειλείται η αλήθεια και η κοινωνική ευταξία από τις ευάριθμες και με πενιχρά μέσα εξοπλισμένες ομάδες «παρανοϊκών αρνητών του covid», καταπώς φαίνεται να πιστεύουν τυχάρπαστοι και λεροί δημοσιογραφίσκοι, διανοούμενοι και πανεπιστημιακοί που η μεσοαστική βολή τούς έχει εκφυλίσει σε ένα είδος διανοητικά νεκροζώντανων βρυκολάκων (παραμένοντας κατά τ’ άλλα διαπρύσιοι «επαναστάτες») και οι κάθε λογής παχυλά χρηματοδοτούμενοι ειδικοί ερευνητές; Εναντίον ποιων έχει στραφεί ολόκληρη η μεγα-μηχανή της προπαγάνδας όλο αυτό το διάστημα και ποιοι υφίστανται διώξεις (προς το παρόν μόνο σε επίπεδο λογοκρισίας, σύντομα και νομικές ενδεχομένως); Πόσο ευλογοφανής είναι η υπόθεση ότι όλη αυτή η σύγχρονη ιερά εξέταση του 21ου αιώνα υποκινείται από ανθρωπιστικά αισθήματα προστασίας της υγείας των πληθυσμών και όχι από ανάγκες βιοπολιτικής διαχείρισής τους;

Βόμβες στο μυαλό: η κατηγορία περί συνωμοσιολογίας

Παρανοϊκές ιδέες που επιχειρούν να εξηγήσουν με απλοϊκό τρόπο σύνθετα φαινόμενα κυκλοφορούν εδώ και χιλιετίες μέσα στις ανθρώπινες κοινωνίες. Πολύ συχνά δε όχι απλά κυκλοφορούν, αλλά επιπλέον ανάγονται σε επίσημα δόγματα. Η τόσο δημοφιλής ιδέα, ειδικά στις δυτικές, «ορθολογικές» κοινωνίες, ότι ένα καλοκάγαθο ον έπλασε τον κόσμο από καθαρή αγάπη δεν έχει απλώς πλειοψηφική αποδοχή· σε ορισμένα κράτη, όπως το ελληνικό, αποτελεί οργανικό μέρος της εθνικής ιδεολογίας και μυθολογίας, λειτουργώντας συχνά ως πρόσχημα για μαζικής έκτασης εγκλήματα. Η κριτική σκέψη έχει βρεθεί πάμπολλες φορές σε θέση μάχης έναντι τέτοιων αντιλήψεων, ειδικά εφόσον η πηγή της προέλευσής τους σχεδόν πάντα μπορεί ευκρινώς να εντοπιστεί σε μεθοδεύσεις της εκάστοτε εξουσίας, αν όχι άμεσα, σίγουρα έμμεσα – ακόμα και όταν δεν παράγονται άμεσα από μηχανισμούς προπαγάνδας, είναι τόσο γόνιμη η κοπριά της οικονομικής, κοινωνικής και διανοητικής εξαθλίωσης στην οποία εξωθούνται μεγάλα τμήματα των πληθυσμών ώστε οι σπόροι της παράνοιας να βλασταίνουν με ελάχιστη φροντίδα και να θεριεύουν σαν ζιζάνια. Ποτέ όμως δεν επιστρατεύθηκε μια ειδική ορολογία· μπορούσε να μιλήσει κανείς για θρησκοληψία, για ροπή προς τη μεταφυσική, για ιδεαλισμό (αγαπημένη κατηγορία που εκτόξευαν όσοι ήταν ορθόδοξοι κομμουνιστές) ή για χυδαίο υλισμό (συχνή απάντηση όσων ήταν πιο παρεκκλίνοντες μαρξιστές). Σε κάθε περίπτωση, έπρεπε κάποιος να εξηγήσει γιατί χρησιμοποιεί μια τέτοια κατηγορία ή έστω να φανεί ότι προσπαθεί να δώσει μια εξήγηση, έστω και χοντροκομμένη.

[...]

...η συνέχεια στο έντυπο τεύχος του Cyborg.
[ σημεία διακίνησης ]

Separatrix

Cyborg

Η φωτογραφία υποτίθεται ότι δείχνει ένα βορειοβιετναμέζικο πολεμικό (αριστερά) να έχει κτυπήσει ένα αμερικανικό (δεξιά). Είναι ψεύτικη. Αλλά πάνω σ’ αυτό το δήθεν γεγονός, που έγινε υποτίθεται στον κόλπο του Tonkin, στηρίχτηκε η άμεση στρατιωτική συμμετοχή των ηπα στον πόλεμο στο βιετνάμ.

Σημειώσεις

1 - Αυστραλός συγγραφέας (1922-1987), θεωρούμενος ως ένας εκ των πρωτοπόρων στην ανάλυση των μηχανισμών προπαγάνδας στις σύγχρονες αστικές και φιλελεύθερες «δημοκρατίες». Κάποια από τα δοκίμιά του έχουν συγκεντρωθεί στον τόμο «Taking the risk out of democracy: corporate propaganda versus freedom and liberty», 1997, εκδ. University of Illinois Press.
[ επιστροφή]

2 - Το πιο γνωστό του σχετικό βιβλίο είναι το «Manufacturing Consent: The Political Economy of the Mass Media», σε συνεργασία με τον Edward Herman, πρώτη έκδοση 1988. Έχει μια αξία να σημειωθεί εδώ ότι τις τελευταίες δεκαετίες του προηγούμενου αιώνα υπήρξε ένα έντονο ενδιαφέρον στον αγγλοσαξωνικό κόσμο για το ζήτημα της κρατικής και εταιρικής προπαγάνδας.
Ως ένα ακόμα παράδειγμα, βλ. το «Science of coercion: communication research &psychological warfare, 1945-1960» του Christopher Simpson (Oxford University Press, 1996). Κατά μία έννοια, πρόκειται για μια πιο απλοϊκή εκδοχή των μελετών που είχαν κάνει αρκετά νωρίτερα (ήδη πριν τον πόλεμο) στην Ευρώπη ο Γκράμσι (για τους διανοούμενους) και η Σχολή της Φρανκφούρτης (για τη μαζική κουλτούρα)· αλλά και ο Ντεμπόρ μεταπολεμικά (για την κοινωνία του θεάματος). Αυτές οι σύγχρονες μελέτες  απευθύνονται πλέον σε ένα αγγλοσαξωνικό (ή αγγλοσαξωνοποιημένο) κοινό, μαθημένο σε πολλές «πληροφορίες» και «γεγονότα», χωρίς να διαθέτουν απαραίτητα κάποιο ιδιαίτερο θεωρητικό βάθος. Έστω κι έτσι όμως, για αυτό που ήταν, ήταν σημαντικές.
[ επιστροφή]

3 - Παράδειγμα ο Bezos, ιδιοκτήτης του κατέργου που λέγεται Amazon, ο οποίος έχει αγοράσει και την Washington Post, μαζί φυσικά με τον «αντικειμενικό» fact checker της εφημερίδας, ο οποίος (υποτίθεται) ότι ελέγχει δηλώσεις πολιτικών προσώπων ως προς την ακρίβειά τους. Υπενθυμίζουμε ότι η Washington Post (μαζί με τους New York Times και τους L.A. Times) έπαιξε κομβικό ρόλο στη δυσφήμιση ως συνωμοσιολόγου του δημοσιογράφου Gary Webb όταν αυτός αποκάλυψε το δίκτυο που είχαν στήσει οι Contra στη Νικαράγουα για να σπρώχνουν κοκαΐνη στις Η.Π.Α. (που κατέληγε κυρίως σε αφρο-αμερικανικές κοινότητες) με τη σιωπηλή συνενοχή, αν όχι συνεργασία, της CIA.
Οι αποκαλύψεις του Webb αποδείχτηκαν σε μεγάλο βαθμό ακριβείς στην πορεία του χρόνου. Ο ίδιος «αυτοκτόνησε» (με δύο σφαίρες!) το 2004. Η Post εξακολουθεί να θεωρείται έγκυρη...
[ επιστροφή]

κορυφή