Sarajevo - Περισκόπιο
 

   

26 Ιανουαρίου 2011
Middle East Reasearch and Information Project (MERIP)

 

Η Τυνησία μετά τον Μπεν Άλι: μια πρώτη ματιά

της Amy Aisen Kallander

(Η Amy Aisen Kallander είναι τυνήσια ιστορικός και διδάσκει ιστορία της Μέσης Ανατολής στο πανεπιστήμιο των Συρακουσών.)

 

Sarajevo - Περισκόπιο: Τυνησία

Η φυγή του τυνήσιου προέδρου Μπεν Άλι στις 14 Ιανουαρίου εν μέσω λαϊκού ξεσηκωμού ήταν μια πολύ καθυστερημένη επίδειξη της δυνατότητας για αυθεντικό εκδημοκρατισμό στον αραβικό κόσμο. Ο Μοχάμεντ Μπουαζίζι, ο μικροπωλητής που προκάλεσε τις διαδηλώσεις με την αυτοθυσία του, χτύπησε μια πλούσια φλέβα οργής στην τυνησιακή κοινωνία για την αστυνομική βία και την γενική αυθαιρεσία του κράτους, αλλά επίσης για την τεράστια ενδημική οικονομική ανισότητα, που είχε οξυνθεί τελευταία λόγω της παγκόσμιας ανόδου των τιμών των τροφίμων. Μένει ν’ αποδειχτεί, πάντως, κατά πόσο η ανατροπή του Μπεν Άλι θα μεταμορφώσει την Τυνησία σε μια αντιπροσωπευτική δημοκρατία στην οποία οι πολίτες της θα απολαμβάνουν καλύτερες οικονομικές ευκαιρίες. Ο Μπεν Άλι ήταν επικεφαλής μιας μονοκομματικής εξουσίας, και το σύστημα αυτό δεν επιβιβάστηκε στο αεροπλάνο μαζί με τον Μπεν Άλι και την κλίκα του καθώς έφευγαν στο εξωτερικό.

Καθώς η εξουσία του Μπεν Άλι αδυνάτιζε, τα διεθνή πρωτοσέλιδα γέμισαν με ειδήσεις για την βαθιά διαφθορά και τα απίστευτα προνόμια που απολάμβανε το σόι του τέως δικτάτορα. Ο εκτεταμένος έλεγχος της οικογένειας του Μπεν Άλι πάνω στην οικονομία (που έφτανε ως τις τράπεζες, τις τηλεπικοινωνίες, τις εισαγωγές και εξαγωγές, τα αυτοκίνητα, την γεωργία, την διανομή τροφίμων, το πετρέλαιο, τον τουρισμό, τα ακίνητα και σχεδόν κάθε άλλο τομέα) ήταν από καιρό ένα κοινό μυστικό στην Τυνησία. Δύο από τα βαριά ονόματα της οικογένειας, ο γαμπρός τού Μπεν Άλι, Σακέρ Αλ Ματερί και ο κουνιάδος του Μπελχασάν Τραμπελσί, εγκατέλειψαν επίσης την χώρα στα μέσα Ιανουαρίου, αλλά οι αρχές ισχυρίζονται ότι έχουν συλλάβει πολλούς άλλους από τότε. Παρόλα αυτά, η διάλυση των δομών που στήριζαν την συγκέντρωση της πολιτικο-οικονομικής δύναμης στα χέρια του Μπεν Άλι, θα είναι ένα δύσκολο έργο. Η πραγματικότητα είναι ότι, ενώ ο Μπεν Άλι εκμεταλλεύτηκε στο έπακρο το σύστημα προς δικό του όφελος και της οικογένειάς του, το σύστημα της μονοκομματικής εξουσίας συγκροτήθηκε κατά την διάρκεια της θητείας του πρώτου μετά την απελευθέρωση προέδρου της Τυνησίας, του Χαμπίμπ Μπουργκίμπα (1956-1987).

Οι διαδηλωτές απ’ όλη την χώρα συνεχίζουν να συγκεντρώνονται έξω από το υπουργείο εσωτερικών και το πρωθυπουργικό γραφείο στην Τύνιδα, απαιτώντας να απομακρυνθούν από την κυβέρνηση οι συνεργάτες του Μπεν Άλι. Η ελπίδα τους είναι να εξασφαλίσουν ισχυρές εγγυήσεις ότι θα αλλάξει πραγματικά ο τρόπος διακυβέρνησης της χώρας.

Sarajevo - Περισκόπιο: Τυνησία

Η εξουσία του ενός κόμματος

Παρά τα περιστασιακά ξεσπάσματα νοσταλγίας για τον Μπουργκίμπα, τον ήρωα του αγώνα για την απελευθέρωση της Τυνησίας από την Γαλλία, ήταν κάτω από την ηγεσία του που το κυβερνητικό κόμμα, το Νέο Ντεστούρ («συνταγματικό», κατόπιν μετονομάστηκε σε Σοσιαλιστικό Συνταγματικό Κόμμα), έγινε συνώνυμο του κράτους. Ο Μπουργκίμπα ήλεγχε την δικαιοσύνη, έθετε όρια κατά το δοκούν στην ελευθερία του τύπου και είχε αφήσει τόσο μικρές αρμοδιότητες στο κοινοβούλιο, ώστε ελάχιστος έλεγχος της εξουσίας του ήταν δυνατός. Αρχικά αντιμετώπισε κάποια αντιπολίτευση μέσα από το κόμμα και ένοπλη αντίσταση από τον Σαλάχ Μπεν Γιουσέφ, του οποίου την δολοφονία προσωπικά διέταξε. Τα προγράμματα εκκοσμίκευσης, όπως η εθνικοποίηση του πανεπιστημίου-τεμένους της Ζαϊτούνα και η μεταρρύθμιση του οικογενειακού νόμου, μείωσαν την επιρροή των θρησκευτικών αρχών. Τα συνδικάτα και οι ομάδες γυναικών που είχαν ενεργητικά συνεισφέρει στον αντι-αποικιακό αγώνα τέθηκαν υπό κρατικό έλεγχο και ενσωματώθηκαν στον μηχανισμό του κόμματος. Για παράδειγμα η Εθνική Ένωση Γυναικών Τυνησίας, που ιδρύθηκε το 1958, συγκέντρωσε μαζί τις γυναίκες από τα εθνικιστικά κόμματα και τις ανεξάρτητες γυναικείες ομάδες, εκ των οποίων η μία αυτοδιαλύθηκε. Μετά την υιοθέτηση το 1959 ενός νόμου που υποχρέωσε όλες τις οργανώσεις πολιτών να πάρουν την κυβερνητική έγκριση, οι εναπομείνασες ανεξάρτητες γυναικείες οργανώσεις, που ήταν κοντά στο κομμουνιστικό κόμμα, απορρίφθηκαν και τέθηκαν εκτός νόμου το 1961. Η πρώτη επίτιμη πρόεδρος της Εθνικής Ένωσης ήταν η Ουασίλα Μπεν Αμάρ, την οποία ο Μπουργκίμπα παντρεύτηκε το 1962.

Μετά το 1963 το Ντεστούρ ήταν το μοναδικό νόμιμο πολιτικό κόμμα. Ο αριθμός των μελών έφτασε περίπου τα 2 εκατομμύρια και γρήγορα τα παραρτήματα του κόμματος έγιναν η μόνη φανερή μορφή κοινωνικής συσχέτισης. Ο εκλογικός νόμος, η κατάλληλη διαμόρφωση των εκλογικών περιφερειών, η επιλεκτική διανομή ψηφοδελτίων, η νοθεία και ο εκφοβισμός επέτρεπαν στον Μπουργκίμπα να κερδίζει τις εκλογές με ποσοστά μεταξύ 90 και 98%. Το 1975 ο Μπουργκίμπα αναθεώρησε το άρθρο 40 του συντάγματος και αυτοανακηρύχτηκε «ισόβιος πρόεδρος της δημοκρατίας». Παρά τους χειρισμούς αυτούς και παρά την απουσία οποιασδήποτε αξιόπιστης αντιπολίτευσης, οι πρακτικές του Μπουργκίμπα στο εσωτερικό σπανίως ελέγχθηκαν από τους συμμάχους του στον Ψυχρό Πόλεμο, που αποδέχονταν την αυτο-παρουσίασή του σαν μοντέρνου, εκδυτικισμένου και δημοκρατικού ηγέτη. Ο Μπεν Άλι που υπηρέτησε ως πρωθυπουργός και υπουργός εσωτερικών την δεκαετία του ’80, εκμεταλλεύτηκε την βιολογική αδυναμία του Μπουργκίμπα και τον έριξε το 1987 με κάτι που συχνά αναφέρεται σαν ιατρικο-συνταγματικό πραξικόπημα. Ο Μπεν Άλι τροποποίησε το άρθρο 40, προσθέτοντας τον όρο ότι η ισόβια προεδρία διαρκεί όσο ο πρόεδρος είναι πνευματικά και σωματικά ικανός να επιτελέσει τα καθήκοντά του. Στην συνέχεια έβαλε γιατρούς που βεβαίωσαν ότι ο Μπουργκίμπα ήταν ανίκανος κι εν τέλει η κρατική προπαγάνδα δόξασε το πραξικόπημα σαν «αλλαγή».

Όταν ο Μπεν Άλι εγκαταστάθηκε στο προεδρικό μέγαρο, υποσχέθηκε να πορευτεί σύμφωνα με την «αλλαγή», ξεκινώντας με τον πολιτικό πλουραλισμό και επιβάλλοντας συνταγματικούς περιορισμούς στις προεδρικές θητείες. Για να απομακρυνθεί από το Ντεστούρ και την κληρονομιά του, ξαναβάφτισε το κόμμα σε Συνταγματική Δημοκρατική Ανασύνταξη (RCD). Παρόλ’ αυτά, ήταν ο μοναδικός υποψήφιος στις εκλογές του 1989 και του 1994, στις οποίες πήρε και στις δύο το 99% των ψήφων. Το 1999 πήρε το 99% ξανά, παρότι είχε επιτρέψει σε δύο ασήμαντους πολιτικούς να κατέβουν ως αντίπαλοί του, προκειμένου να καθησυχάσει τις κριτικές από το εξωτερικό. Με το σύνταγμα να περιορίζει τις συνεχόμενες προεδρικές θητείες σε τρεις, οι κοινοβουλευτικοί σύμμαχοι του Μπεν Άλι τροποποίησαν τον όρο αυτό το 2002, θέτοντας ως μοναδικό όριο ο υποψήφιος να μην ξεπερνά τα 75 χρόνια. Κατεβαίνοντας στις εκλογές το 2004 και ξανά το 2009, με αντιπάλους επιλεγμένους από τον ίδιο, πήρε το 94,5% και 89,6% κι όταν ξέσπασαν οι διαδηλώσεις ήταν έτοιμος να αλλάξει ακόμη μία φορά το σύνταγμα, για να προλάβει τις εκλογές του 2014. Όσο για το κοινοβούλιο, η επιτροπή που κατάρτιζε τους εκλογικούς καταλόγους ήταν διορισμένη από το RCD, επίσης το ίδιο οργάνωνε τα εκλογικά τμήματα και έκανε την καταμέτρηση πίσω από κλειστές πόρτες.

Μετά την φυγή του Μπεν Άλι στην Σαουδική Αραβία, ο μεταβατικός πρωθυπουργός Μοχάμεντ Αλ Γκανούσι, ο εκτελών χρέη προέδρου Φουάντ Μεμπάζα και πολλοί άλλοι υπουργοί παραιτήθηκαν από το RCD και η κεντρική επιτροπή του κόμματος διαλύθηκε. Εκτός από εργασία και οικονομικές αλλαγές, οι διαδηλωτές επίσης απαιτούσαν την πλήρη διάλυση του κόμματος και την απαγόρευσή του. Αλλά ακόμη κι αυτά τα βήματα δεν θα μετατρέψουν σε παρελθόν τις καθημερινές πρακτικές της μονοκομματικής εξουσίας. Όποιος σχηματισμός κι αν αναλάβει να οργανώσει τις εκλογές που ο Γκανούσι υποσχέθηκε, πρέπει να αποδείξει ότι δεσμεύεται να ακολουθήσει τον προγραμματισμό των εκλογών και να εφαρμόσει έναν πλουραλισμό διαφορετικό από αυτόν που επέτρεπε ο Μπεν Άλι. Οι υποψήφιοι θα πρέπει να μπορούν να έρθουν σε επαφή με πολίτες της Τυνησίας από όλο το οικονομικο-κοινωνικό φάσμα κι έξω από τις βόρειες και παραθαλάσσιες περιοχές της χώρας, ώστε να είναι σε θέση να εκπροσωπήσουν ένα μεγαλύτερο τμήμα του πληθυσμού κι όχι μόνο την μορφωμένη ανώτερη τάξη.

Sarajevo - Περισκόπιο: Τυνησία

Αφεντικά και πελάτες

Όλα τα χρόνια ο Μπεν Άλι ανέπτυξε τρόπους έξω από το πεδίο της επίσημης πολιτικής για να συγκεντρώνει την εξουσία, προκειμένου να οικειοποιηθεί τον πλούτο, τις περισσότερες φορές σε βάρος των απλών τυνήσιων. Το καλύτερο παράδειγμα αυτού του φαινόμενου είναι το Εθνικό Ταμείο Αλληλεγγύης. Ιδρύθηκε από τον πρόεδρο το 1993 ως ένα πρόγραμμα αγροτικής ανάπτυξης, αναλαμβάνοντας βελτιώσεις σε υποδομές όπως το ηλεκτρικό δίκτυο, οι δρόμοι και οι κλινικές. Το Ταμείο συντηρούνταν από ένα ακαθόριστο ποσοστό του κρατικού προϋπολογισμού κι από ιδιωτικές εισφορές. Θεωρητικά, οι εισφορές αυτές είναι εθελοντικές. Οι δημόσιοι υπάλληλοι πλήρωναν ένα ημερομίσθιο κάθε χρόνο, οι αγρότες το 1% των ετήσιων εσόδων τους και οι επιχειρηματίες ένα ποσό ανάλογα με τον αριθμό αυτών που απασχολούσαν. Η κυριότερη ένωση των επαγγελματιών είχε υπογράψει μια συμφωνία που προέβλεπε μια ετήσια εισφορά. Στην πραγματικότητα, η εισφορά δεν είναι προαιρετική. Όσοι αρνούνται να πληρώσουν αντιμετωπίζουν κάθε είδους δυσκολίες στις καθημερινές τους δοσοληψίες με την κρατική γραφειοκρατία, όπως επίσης και απειλές για φορολογικά πρόστιμα ή άλλου είδους αυθαίρετων τιμωριών. Εντωμεταξύ, οι επιδόσεις του Ταμείου είναι απογοητευτικές. Οι δρόμοι έχουν κατασκευαστεί βιαστικά κι είναι σε άθλια κατάσταση, ενώ τα κενά στο ηλεκτρικό δίκτυο είναι μεγάλα και οι φτωχότερες οικογένειες δεν έχουν ρεύμα.

Το μεγαλύτερο πρόβλημα με το Ταμείο, πάντως, ήταν η κραυγαλέα έλλειψη διαφάνειας. Το Ταμείο ήταν υπό τον άμεσο έλεγχο του προέδρου, ο οποίος μόνος του το διοικούσε και δεν έδινε λογαριασμό. Σύμφωνα με τις επίσημες ανακοινώσεις, το Ταμείο συγκέντρωνε κατά μέσο όρο 15 ως 16 εκατομμύρια δολάριο κάθε χρόνο, αλλά οικονομολόγοι που προσπάθησαν να κάνουν τις δικές τους μετρήσεις, κατέληξαν ότι οι επιχειρηματίες μόνο έδιναν μεταξύ 24 και 38 εκατομμυρίων σε ετήσια βάση. Μολονότι οι κρατικοί τηλεοπτικοί σταθμοί έδειχναν σπίτια που περιστασιακά επιδιορθώνονταν και διόγκωναν το νούμερο των οικογενειών που βοηθιούνταν, τα μεγέθη δεν αναλογούν στα έσοδα του Ταμείου. Τα λεφτά δίνονταν μ’ έναν αυθαίρετο, πελατειακό τρόπο, υπό την αιγίδα του RCD. Επιτροπές κατοίκων των υποβαθμισμένων περιοχών είχαν έναν συμβουλευτικό ρόλο, αλλά οι αποφάσεις για το ποιος θα πάρει την βοήθεια παίρνονταν από αντιπροσώπους του RCD και αξιωματούχους που ήταν μέλη του κόμματος.

Είτε ο Γκανούτσι, είτε οι παλιοί πολιτικοί που επιστρέφουν από την εξορία, οι τυνήσιοι πολιτικοί ορκίζονται να πάρουν ξεκάθαρα μέτρα για διαφάνεια στην κυβέρνηση και εξάλειψης της διαφθοράς από τα υψηλότερα κλιμάκια της διοίκησης. Οι τυνήσιοι έχουν ακούσει ξανά τέτοιες παθιασμένες εξαγγελίες και η απόδειξη των καλών προθέσεων φυσικά βρίσκεται μόνο στην υλοποίηση των υποσχέσεων. Σε μία χώρα που η διαφθορά και το πελατειακό σύστημα κυβερνούν τόσο καιρό, δεν είναι σίγουρο ότι ακόμη και οι ειλικρινέστερες πολιτικές αλλαγές στην κορυφή θα καταφέρουν να τα εξαλείψουν.

Sarajevo - Περισκόπιο: Τυνησία

Ψηφιακή ανυπακοή

Ίσως το πιο ελπιδοφόρο μέτωπο στην εξελισσόμενη αναταραχή στην τυνησιακή κοινωνία να είναι η ελευθερία της έκφρασης. Υπό τον Μπεν Άλι και το RCD, οι τυνήσιοι πάλευαν καιρό προκειμένου να ακούγονται οι φωνές τους. Οι εφημερίδες ελέγχονταν από την «πρώτη οικογένεια» και αυτολογοκρίνονταν, ενώ οι ξένες εφημερίδες που ήταν έστω ελάχιστα επικριτικές στο καθεστώς δεν έφταναν ποτέ στα περίπτερα. Οι δημοσιογράφοι που τολμούσαν να μιλήσουν ανοιχτά, όπως ο Ταουφίκ Μπεν Μπρικ, διώκονταν από την αστυνομία, τακτικά συλλαμβάνονταν και συχνά κατέληγαν στην εξορία. Η κυβέρνηση φυσικά καθόριζε το περιεχόμενο των ραδιοφωνικών και τηλεοπτικών προγραμμάτων και επιχειρούσε ακόμη και να περιορίσει τα προγράμματα που μεταδίδονταν μέσω δορυφόρου. Σε μία περίπτωση, το καλοκαίρι του 2002, όταν ένας εξόριστος πολιτικός έδινε συνέντευξη σε αραβόφωνο σταθμό με βάση την Αγγλία, έκοψαν το ρεύμα σε όλη την πρωτεύουσα. Οι τυνήσιοι πολίτες στράφηκαν με αυξανόμενο ρυθμό στο διαδίκτυο, αλλά ανάλογα μέτρα εφαρμόστηκαν και εκεί με τον μοναδικό πάροχο της χώρας να ελέγχεται από την κυβέρνηση.

Όταν τα ίντερνετ καφέ εξαπλώθηκαν στην Τύνιδα κι άλλες πόλεις στα τέλη του ’90, ο Ζουαχίρ Γιαχάουι δημιούργησε ένα από τα πρώτα δημόσια, ανοιχτά φόρουμ διαλόγου. Στα μέσα του 2001, το σάιτ τού Γιαχάουι, το TuneZine, δημοσίευε πολιτικές γελοιογραφίες, παρωδίες του προέδρου (που αναφερόταν με τα αρχικά του ως ZABA), απόψεις τυνήσιων από όλο το πολιτικό φάσμα και ένα ανοιχτό γράμμα προς τον πρόεδρο από τον θείο του, τον Μοχτάρ Γιαχάουι, έναν ανοιχτόμυαλο επικριτή του καθεστώτος. Ο νεαρός Γιαχάουι ανέβασε ένα δημοψήφισμα με το ερώτημα αν η Τυνησία είναι δημοκρατία, βασιλεία, φυλακή ή ζωολογικός κήπος. Η πλειοψηφία απάντησε φυλακή. Ως απάντηση στον πρώτο ψηφιακά διαφωνούντα της Τυνησίας, το καθεστώς τον συνέλλαβε το 2002 και τον έριξε στην φυλακή όπου βασανίστηκε. Αποφυλακίστηκε στα τέλη του 2003, με άθλια υγεία εξαιτίας των συνθηκών φυλάκισης και μιας απεργίας πείνας που είχε κάνει. Ο Γιαχάουι πέθανε τελικά τον Μάρτιο του 2005 από καρδιακή προσβολή. Ήταν μόλις 36 χρονών.

Την τελευταία δεκαετία το καθεστώς τελειοποιούσε όλο και περισσότερο τις τεχνικές αστυνόμευσης του διαδικτύου. Η οργάνωση «δημοσιογράφοι χωρίς σύνορα» είχε κατατάξει την Τυνησία στην 12η θέση στην κατηγορία «των πιο καταπιεστικών καθεστώτων στο διαδίκτυο, παγκοσμίως». Η κυβέρνηση διέκοπτε τακτικά την πρόσβαση σε ιστοσελίδες αντιπολιτευόμενων ομάδων, εξόριστων πολιτικών και οργανισμών ανθρωπίνων δικαιωμάτων, όπως επίσης σε πολλά μπλογκς, το YouTube και το DailyMotion. Χρησιμοποιώντας εξελιγμένα προγράμματα, το καθεστώς έστελνε τους χρήστες που προσπαθούσαν να επισκεφτούν αυτούς τους ιστότοπους σε μια σελίδα «404 error» [το σφάλμα 404 εμφανίζεται όταν ο χρήστης αναζητά μια ανύπαρκτη σελίδα]. Πιο πρόσφατα, η κυβέρνηση άρχισε να εφαρμόζει τεχνικές phishing [εξαπάτηση με στόχο την κλοπή προσωπικών δεδομένων], στέλνοντας ψεύτικα e-mails, προκειμένου να αποκτήσει τους κωδικούς για τις σελίδες στο Facebook και τα μπλογκς των ακτιβιστών και να διαγράψει τα περιεχόμενα.

Η δικτυακή λογοκρισία έφτανε ως την δουλειά τυνήσιων ράπερς, που χρησιμοποιούσαν την μουσική τους για να διαμαρτυρηθούν για την πείνα, την ανισότητα και την αστυνομική βαρβαρότητα. Την άνοιξη του 2006, τέσσερις έφηβοι από την πόλη Κεφ, συνελλήφθησαν για το κατέβασμα ενός ραπ τραγουδιού που έκανε κριτική στην αστυνομική βία. Αν και ήταν ανήλικοι τότε, τους επιβλήθηκαν ποινές τριών ως τεσσάρων μηνών στην φυλακή. Τον Ιανουάριο, ο Χαμαντά Μπεν Αμόρ, ένας 21χρονος από το Σφαξ, συνελλήφθη και κρατήθηκε για τρεις μέρες. Ένα από τα τραγούδια του, το «πρόεδρε, ο λαός σου πεθαίνει» έγινε η μουσική υπόκρουση των διαδηλώσεων και οι διαδηλωτές του κόλλησαν το παρατσούκλι «ο στρατηγός».

Παρά την καταστολή, το ίντερνετ χρησιμοποιήθηκε στρατηγικά από τους διαδηλωτές για να εξαπλώσουν τον λόγο των διαδηλώσεων, όπως συνέβη για παράδειγμα στην πόλη του Μπουαζίζι, την Σιντί Μπουζίντ, όπου οι κινητοποιήσεις είχαν μηδενική κάλυψη από τα καθεστωτικά μήντια. Όπως ήταν συνηθισμένο, όταν υπήρχαν διαδηλώσεις στον νότο ή την δύση της χώρας, η αστυνομία έκλεινε όλους τους δρόμους που οδηγούσαν μέσα ή έξω από την πόλη. Ως απάντηση στην κρατική επιχείρηση phishing, μια ανώνυμη ομάδα χάκερς ανέλαβε δράση στο πλάι του τυνησιακού ψηφιακού ακτιβισμού και πέτυχε να εισβάλλει και να απενεργοποιήσει πολλούς κυβερνητικούς ιστότοπους. Η κυβέρνησε απάντησε μπλοκάροντας την πρόσβαση των τυνησιακών ιστοσελίδων από τον έξω κόσμο και στις 6 Ιανουαρίου συνέλλαβε 3 μπλόγκερς, τους Χαμαντί Καλουτσά, Σλιμ Αμαμού και Αζίζ Αμαμί, για να εκφοβίσει τους υπόλοιπους.

Μετά την φυγή του Μπεν Άλι, ο Σλιμ Αμαμού απελευθερώθηκε και δέχτηκε ν’ αναλάβει στην μεταβατική κυβέρνηση την θέση του υφυπουργού νεολαίας και αθλητισμού. Οι ιστότοποι που ήταν πριν μπλοκαρισμένοι είναι τώρα προσβάσιμοι, ο νέος διευθυντής της μεγαλύτερης εφημερίδας Αλ Σαμπάχ είναι ένα άτομο που δεν ήταν υπό την απόλυτη επιρροή του περιβάλλοντος του Μπεν Άλι, και απαγορευμένα βιβλία των «δημοσιογράφων χωρίς σύνορα» και του Ταουφίκ Μπεν Μπρικ έχουν εμφανιστεί τουλάχιστον σε ένα βιβλιοπωλείο. Παρόλα αυτά οι τυνήσιοι εξακολουθούν να είναι σκεπτικοί για τα επίσημα μήντια και την καμπάνια παραπληροφόρησης που προωθεί η μεταβατική κυβέρνηση. Όσο για την λογοκρισία στο διαδίκτυο και την κατάργησή της, ο Αμαμού είπε μέσω του Twitter, κατά τη διάρκεια μιας συνάντησης με τους υπουργούς εσωτερικών και τηλεπικοινωνιών, ότι θα είναι δυσκολότερη απ’ ότι φανταζόταν μιας και οι τεχνικοί που είχαν τον έλεγχο της κατάστασης έδιναν λόγο μόνο στον Μπεν Άλι. Δεν είναι ξεκάθαρο ποιο ακριβώς είναι το τεχνικό πρόβλημα, αλλά ο Αμαμού είπε ότι έχει φτάσει στο σημείο να ξεκλειδώνει τα λογοκριμένα σάιτ ένα προς ένα.

 

Οι ισλαμιστές και ο πόλεμος στην τρομοκρατία

Τα διεθνή μέσα έχουν ρίξει δυσανάλογα μεγάλο βάρος στην πιθανότητα μιας ισχυροποίησης του ισλαμισμού στην Τυνησία, ειδικά αν πάρουμε υπόψη ότι οι εκλογές δεν έχουν ακόμη καθοριστεί και ο πλέον προβεβλημένος εκπρόσωπος του πολιτικού ισλάμ στην Τυνησία, ο Ρασίντ Αλ Γκανούσι, δεν έχει γυρίσει ακόμη από την εξορία. Στην πραγματικότητα ο Γκανούσι δεν μπορεί να επιστρέψει μέχρι να ακυρωθεί η ποινή της εξορίας που του είχε επιβληθεί το 1991 και η μεταβατική κυβέρνηση δεν έχει δείξει σημάδια ότι πρόκειται να το κάνει.

Τόσο ο Μπουργκίμπα όσο κι ο Μπεν Άλι ήταν μάστορες στην εκμετάλλευση του υποτιθέμενου ισλαμικού κινδύνου για να χτυπάνε την αντιπολίτευση και να εισπράττουν την εξωτερική βοήθεια. Την δεκαετία του ’80, όταν ο Γκανούσι πρωτο-οργανώθηκε στο «κίνημα ισλαμικής προοπτικής», η βάση της οργάνωσης ήταν οι νεολαίοι της μεσαίας τάξης των πόλεων. Ο Γκανούσι, δάσκαλος με πτυχίο φιλοσοφίας, έφτυσε αίμα για να κάνει ξακάθαρη την υποστήριξή του στην δημοκρατική διαδικασία. Κατηγορούμενο από το καθεστώς ότι είναι πράκτορες του Ιράν, το κίνημα σταδιακά αποξενώθηκε από το πολιτικό σύστημα. Υπό τον καθεστώς του Μπεν Άλι, αφαίρεσε κάθε αναφορά στο ισλάμ από το όνομά του (όπως όριζε ο κανονισμός που απαγόρευε την μείξη πολιτικής και θρησκείας) κι έγινε το Κόμμα της Αναγέννησης, ή Αλ Νάχντα. Παρόλα αυτά δεν αναγνωρίστηκε ποτέ επίσημα.

Αφότου ο Μπεν Άλι ενορχήστρωσε τις πρώτες του νόθες εκλογές ως πρόεδρος, χρησιμοποίησε πληθώρα δικαιολογιών για να μην νομιμοποιήσει το Αλ Νάχντα. Και μετά ξεκίνησε ο βρώμικος πόλεμος στην Αλγερία. Όπως και το Αλ Νάχντα, το αλγερίνικο Μέτωπο Ισλαμικής Σωτηρίας (FIS) είχε διακηρύξει την πρόθεσή του να συμμετάσχει σε μια δημοκρατική διακυβέρνηση. Το FIS κέρδισε μια σειρά από δήμους στις δημοτικές εκλογές του 1990, ένα ξεκάθαρο σημάδι δυσαρέσκειας των αλγερίνων για το δικό τους μονοκομματικό καθεστώς που χρονολογούνταν από την ανεξαρτησία από την Γαλλία το 1961. Το 1992, με τις εθνικές εκλογές να πλησιάζουν, το FIS είχε πολλές πιθανότητες να κατατροπώσει το κυβερνητικό κόμμα και το μονοπώλιό του. Ο στρατός επενέβη, ακύρωσε τις εκλογές και έθεσε το FIS εκτός νόμου. Ο εμφύλιος πόλεμος που ακολούθησε ήταν μια μακάβρια επιχείρηση ενορχηστρωμένη από το κράτος και τον στρατό. Το καθεστώς όχι μόνο χαρακτήρισε κάθε αντιφρονούντα ως «συνοδοιπόρο του ισλαμισμού» (όπως τον υπολοχαγό που δολοφόνησε τον πρόεδρο το 1992), αλλά επιπλέον οι υπηρεσίες ασφαλείας διείσδυσαν - αν δεν την ίδρυσαν κιόλας - στην «ένοπλη ισλαμική οργάνωση» που ήταν η βασική ένοπλη συνιστώσα των ισλαμιστών. Ο στρατός οργάνωσε σφαγές αμάχων που στην συνέχεια αποδόθηκαν σε ισλαμιστές, με την σφαγή στην Μπεντάλα να αποτελεί ένα μόνο παράδειγμα. Αυτόπτες μάρτυρες στην Μπεντάλα κατηγόρησαν ευθέως τον στρατό, ο οποίος ήταν παρόν κατά την διάρκεια της σφαγής, αρνήθηκε να επέμβει και έφτασε μέχρι να εμποδίσει τα θύματα να διαφύγουν.

Οι δολοφονίες και ο εμφύλιος κατά μήκος των δυτικών συνόρων της Τυνησίας έδωσαν στον Μπεν Άλι την ευκαιρία να ανανεώσει τις επιθέσεις κατά του Αλ Νάχντα. Ο εμπρησμός των γραφείων του RCD στην Μπαμπ Αλ Σίκουα, μια εργατική γειτονιά της πρωτεύουσας, αποδόθηκε στο Αλ Νάχντα, μολονότι δεν βρέθηκαν ποτέ οι ένοχοι, σύμφωνα με την Διεθνή Αμνηστία. Όπως και να ‘χει, το καθεστώς χρησιμοποίησε τον εμπρησμό για να προχωρήσει σε μαζικές συλλήψεις και μεταξύ 1990 και 1992 περίπου 8.000 άνθρωποι φυλακίστηκαν. Πολλοί από αυτούς βασανίστηκαν και τουλάχιστον 8 θάνατοι αναφέρθηκαν.

Όταν τα πράγματα ηρέμησαν στην Αλγερία, οι επιθέσεις της 11η/9ου/2001 στην Νέα Υόρκη έδωσαν στον Μπεν Άλι άλλη μια τέλεια ευκαιρία για να εξαφανίσει την αντιπολίτευση, υπό τα χειροκροτήματα της Δύσης. Η Τυνησία πήρε μέρος στον αμερικάνικο πόλεμο κατά της τρομοκρατίας και η δράση της ξέφυγε πολύ από το πεδίο της αντιμετώπισης της αλ κάιντα και των υποτιθέμενων τοπικών συνεργών της. Το καθεστώς έβαλε την αστυνομία να κυνηγάει τις γυναίκες που φορούσαν μαντήλα και, για παράδειγμα, απαγόρευσε την είσοδο στο πανεπιστήμιο σε μαντηλοφορούσες φοιτήτριες. Η αστυνομία επίσης παρακολουθούσε συστηματικά τους άντρες στα τζαμιά και σε μία περίπτωση περικύκλωσε το τέμενος Σαχίμπ Αλ Ταμπά στην πρωτεύουσα για να προσαγάγει όλους τους πιστούς που συμμετείχαν στην προσευχή για το ραμαζάνι. Σύμφωνα με την αναφορά του 2007 του Human Rights Watch, «η κυβέρνηση χρησιμοποιεί την απειλή της τρομοκρατίας και τον θρησκευτικό εξτρεμισμό ως πρόσχημα για καταστολή των πολιτών». Με την βοήθεια του πενταγώνου, που εκπαίδευε τις τυνησιακές δυνάμεις, το καθεστώς συνέλλαβε εκατοντάδες νεολαίους με την υποψία συμμετοχής στην τρομοκρατία, χωρίς ποτέ να τους απαγγείλλει συγκεκριμένες κατηγορίες.

Όπως έχει αποδείξει σχολαστικά ο Jeremy Keenan, το αλγερίνικο καθεστώς είναι αυτό που έχει κατασκευάσει τον τωρινό «ισλαμικό κίνδυνο» στην βόρεια Αφρική, που εμφανίζεται με το όνομα «αλ κάιντα του ισλαμικού Μαγκρέμπ». Ο Keenan έχει τεκμηριώσει, για παράδειγμα, ότι η απαγωγή 32 ευρωπαίων τουριστών το 2003 στην Σαχάρα, η οποία αποδόθηκε σ’ ένα παράρτημα της αλ κάιντα βορείου Αφρικής, οργανώθηκε από τον αλγερίνικο στρατό και την μυστική αστυνομία. Ανοίγοντας ένα νέο μέτωπο κατά της τρομοκρατίας στην βόρεια και δυτική Αφρική, οι ΗΠΑ επιδίωκαν να εξασφαλίσουν στρατιωτικές βάσεις και πρόσβαση στις πρώτες ύλες, όπως το πετρέλαιο και το φυσικό αέριο της Αλγερίας και της Νιγηρίας. Το καθεστώς της Αλγερίας από την μεριά του επιδίωκε να ενισχύσει την διεθνή του θέση και να αποκτήσει στρατιωτικό εξοπλισμό αιχμής.

Ήταν λοιπόν θλιβερά αναμενόμενο μετά την δραματική αυτοκτονία του Μπουαζίζι που πυροδότησε τις διαδηλώσεις, ο Μπεν Άλι να ισχυριστεί ότι όλα ήταν δουλειά τρομοκρατών και ριζοσπαστών ισλαμιστών. Όποιος σχηματισμός κι αν αναλάβει την διακυβέρνηση της μετά τον Μπεν Άλι Τυνησίας, θα είναι πολύ δελεαστικό να ανανεώσει την συμμετοχή της χώρας στον πόλεμο κατά της τρομοκρατίας, που παραμένει στρατηγικού ενδιαφέροντος για τις ΗΠΑ στην βόρεια Αφρική, προκειμένου να εξασφαλίσει την ροή της διεθνούς βοήθειας.

Sarajevo - Περισκόπιο: Τυνησία

Η συνέχεια

Η σχεδόν ολοκληρωτική επιτήρηση των πολιτικών δραστηριοτήτων μετά την 11η/9ου, επιτεύχθηκε χάρη στην τεράστια αστυνομική δύναμη που είχε συγκροτήσει ο Μπεν Άλι. Το 2002 μια οργάνωση ανθρωπίνων δικαιωμάτων είχε υπολογίσει ότι ο αριθμός των αστυνομικών ήταν περίπου 130.000, σε μία χώρα με πληθυσμό 10,4 εκατομμύρια. Η αστυνομική δύναμη σήμερα είναι σχεδόν τριπλάσια από την εποχή του Μπουργκίμπα (τότε ήταν περίπου 40.000) και συγκρίνεται με τα μεγέθη της Γαλλίας των 60 εκατομμυρίων κατοίκων. Μπορεί πολλοί αξιωματικοί να ακολουθούν καριέρα, συνήθως αυτοί που έχουν μεσοαστική καταγωγή, αλλά πολλοί άλλοι νέοι μπαίνουν στην αστυνομία λόγω έλλειψης κάθε άλλης προοπτικής. Επειδή δεν άνοιγαν νέες θέσεις εργασίας και η ανεργία κάλπαζε, ο Μπεν Άλι άνοιξε την αστυνομία σχεδόν σε καθένα που ζητούσε δουλειά. Η αστυνομία ήταν μια ελκυστική προοπτική σε πολλούς νεαρούς που ήθελαν να παντρευτούν και να αφήσουν το πατρικό σπίτι, αλλά δεν είχαν καμιά δυνατότητα και τα προσόντα για να εξοικονομήσουν τα απαραίτητα. Ενώ οι μισθοί δεν ήταν ιδιαίτερα υψηλοί (και πολλοί αστυνομικοί είχαν δεύτερες, «μαύρες», απασχολήσεις) η πολιτική του Μπεν Άλι εκτόξευσε το μέγεθος της αστυνομίας στα σημερινά επίπεδα. Η εργατική βάση κάποιων τουλάχιστον τομέων της αστυνομίας έγινε φανερή από το ότι συμμετείχαν στις διαδηλώσεις κατά της μεταβατικής κυβέρνησης στις 22 Ιανουαρίου κι απ’ την απαίτησή τους για συνδικαλισμό.

Η προτίμηση του Μπεν Άλι στην αστυνομία για τον έλεγχο της χώρας είχε σαν αποτέλεσμα την υποβάθμιση του στρατού, τον κλασσικό εγγυητή του καθεστώτος στον αραβικό κόσμο. Ο ρόλος του στρατού στις κινητοποιήσεις του Δεκεμβρίου-Ιανουαρίου που οδήγησαν στην εκδίωξη του Μπεν Άλι, είναι το αντικείμενο έντονων συζητήσεων. Ο στρατηγός Ρασίντ Αμμάρ, αρχηγός του επιτελείου, λέγεται ότι αρνήθηκε να διατάξει τον στρατό να χρησιμοποιήσει αληθινά πυρά κατά των διαδηλωτών. Λίγες μέρες μετά, ο Μπεν Άλι εξαναγκάστηκε να φύγει. Υπήρχαν σημάδια πάντως ότι ο στρατός ήταν εχθρικός απέναντι στον πρόεδρο πολύ πριν ο Αμμάρ αρνηθεί να πυροβολήσει, άρνηση που οδήγησε σε λίγες μέρες κατ’ οίκον περιορισμό, πριν η μεταβατική κυβέρνηση τον επαναφέρει στο πόστο του. Φαίνεται πώς μια τουλάχιστον απόπειρα ανατροπής του Μπεν Άλι σημειώθηκε την άνοιξη του 2002. Μια πτώση αεροπλάνου τότε, είχε σκοτώσει τον προκάτοχο του Αμμάρ, τον στρατηγό Αμπντελασίζ Σικ, όπως επίσης 13 ανώτατους αξιωματικούς. Το γεγονός ότι τόσοι πολλοί υψηλόβαθμοι αξιωματικοί ταξίδευαν στο ίδιο αεροπλάνο, φαίνεται πως ήταν εξαιρετικά δελεαστικό για τον Μπεν Άλι και την κλίκα του. Η επίσημη έρευνα για τα αίτια του ατυχήματος δεν έχει ακόμη δημοσιοποιήσει τα ευρήματά της.

Μετά την πτώση του Μπεν Άλι, οι τυνήσιοι είναι ανήσυχοι με την έλλειψη ασφάλειας στις πόλεις. Ελεύθεροι σκοπευτές, που λέγεται ότι είναι πιστοί του Μπεν Άλι, χτυπούν τους πολίτες στην πρωτεύουσα και άλλες πόλεις. Εξαιτίας της απουσίας αστυνομίας, οι κάτοικοι έχουν οργανώσει πολιτοφυλακές για να προσέχουν τις γειτονιές τους. Υποθέτοντας όπως οι περισσότεροι τυνήσιοι ότι τα κίνητρα του στρατού είναι αυστηρά επαγγελματικά, είναι παρόλα αυτά πολύ μικρός και κακοεξοπλισμένος για να φυλάξει την πρωτεύουσα, πόσο μάλλον όλη την χώρα. Επομένως, το πρώτο μέλημα της μεταβατικής κυβέρνησης θα πρέπει να είναι η εξασφάλιση της τάξης, ως προϋπόθεση τίμιων και δίκαιων εκλογών που δεν θα αναδείξουν απλά μια νέα διεφθαρμένη ελίτ. Αν και ο Μπεν Άλι και πολλά μέλη της μεγάλης φαμίλιας του έχουν φύγει, το μεγαλύτερο μέρος του 23χρονου συστήματος που συντήρησε την εξουσία του παραμένει ανησυχητικά ανέπαφο.

 
       

Sarajevo 2021