sarajevo

σημειώσεις στο φωτοτυπάδικο: ποιοι/ες δουλεύουν στα φροντιστήρια;

Μέχρι και μερικές δεκαετίες πριν [1Ναι, γνωρίζουμε τις κατηγορίες που προσάπτονται σε όποιον/α ανατρέχει στο παρελθόν. Ξεκινούν από το πόσο κολλημένος/η είναι, περνάνε μέσα από το “τι θέλεις και τα σκαλίζεις αυτά” και καταλήγουν με τη ρετσινιά της γραφικότητας. Επιμένουμε όμως να θυμόμαστε. Διότι εκτός των άλλων (το να θυμάσαι..) μας βγάζει από το βούρκο ενός αιώνιου παρόντος και ταυτόχρονα μας δείχνει πως τα πράγματα δεν ήταν πάντα έτσι όπως τα βρήκαμε. Αλλά ότι αν κάποτε άλλαξαν μπορεί το ίδιο να συμβεί και στο μέλλον.] όποια εργατική συλλογικότητα ή ομαδοποίηση (κόμματα, συνδικάτα, οργανώσεις, ομάδες και επιτροπές) είχε σκοπό να ασχοληθεί στα σοβαρά με ένα ορισμένο τμήμα της εργατικής τάξης έθετε στον εαυτό της το εξής βασικό καθήκον. Να κοιτάξει κατάματα και χωρίς παρωπίδες, δίχως ωραιοποιήσεις και αφορισμούς την πραγματικότητα των ίδιων των εργατών και εργατριών. Και υπήρχε (όχι μόνο ένας) λόγος για να γίνει αυτό. Άπαξ και η πραγματικότητα αυτή ξεδιπλωνόταν, τότε εμφανίζονταν οι όποιες ρωγμές στο σώμα της. Ρωγμές δια μέσου των οποίων μπορούσαν, σε πολύ πρώτο επίπεδο, να αναπτυχθούν σχέσεις και στη συνέχεια οι σχέσεις αυτές να ριζώσουν. Οι ρωγμές αυτές, όπως και να το κάνουμε, δεν είναι (και δεν ήταν ποτέ)  εύκολο να ανακαλυφθούν. Χρειάζεται υπομονή, μέθοδο και διαρκή (αυτο)κριτική. Χαρακτηριστικά καθόλου δεδομένα στα σημερινά “επαναστατικά ήθη”, μιας και δεν προσφέρονται για θεαματικές επιδείξεις αγωνιστικότητας ή  για τον εμπλουτισμό συλλογών από “νίκες του εργατικού κινήματος”. Ίσως όμως να είναι ο μόνος τρόπος για να προχωρήσουμε. Και σίγουρα είναι ένας από τους πολλούς δρόμους για να αφήσουμε πίσω μας όλα  τα βαρίδια - συνήθειες που σέρνουμε  επί χρόνια. Από την μεριά μας θα επιχειρήσουμε να σκύψουμε πάνω σ’ αυτό το υποκείμενο που ονομάζεται καθηγητές/τριες στα φροντιστήρια. Θα εξετάσουμε ορισμένα χαρακτηριστικά τους και ευελπιστούμε με τον τρόπο αυτό να ρίξουμε λίγο φως σε ένα μικρό κομμάτι της διάχυτης, σύγχρονης εργατικής τάξης. Ελπίζουμε να φανεί χρήσιμο…
Επιτρέψτε μας να ξεκινήσουμε κάπως τετριμμένα. Μιλώντας για καθηγητές στα φροντιστήρια αναφερόμαστε σε εργαζόμενους υψηλού μορφωτικού επιπέδου. Μπορεί μέχρι και τη δεκαετία του 1980 η μεγάλη πλειοψηφία των καθηγητών δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης (είτε δημόσιας είτε ιδιωτικής) να ήταν απλά κάτοχοι ενός πτυχίου καθηγητικής σχολής. Από τη δεκαετία του ’90 και μετά η κατάσταση είχε ξεκινήσει ήδη να αλλάζει. Η σκληρή επίθεση των ντόπιων αφεντικών, που στις η.π.α και στη δυτική ευρώπη είχε ήδη ξεκινήσει μια δεκαετία πριν, βρισκόταν στις απαρχές της. Ένα από τα ιδεολογικά όπλα αυτής της επίθεσης ήταν η απαξίωση, στις συνειδήσεις των υπηκόων, της μισθωτής εργασίας. Και στον πυρήνα της απαξίωσης αυτής βρισκόταν η ανειδίκευτη-χειρωνακτική εργασία. Τα αφεντικά γνώριζαν και γνωρίζουν πολύ καλά πως αν τσάκιζαν τον “πάτο” της εργατικής τάξης τότε ό,τι υπήρχε πάνω απ’ αυτόν θα κατέρρεε αργά ή γρήγορα. [2Τον Φλεβάρη του 2012 θεσμοθέτησαν την εικοσαετή τους στόχευση. 25% (και 35%) μείωση του βασικού μισθού με ταυτόχρονο ορισμό του από την κυβέρνηση. Πολλοί έλεγαν μέσα στα χρόνια της κρίσης πως δεν τους αφορούσε το ζήτημα διότι λέει δεν αμείβονταν με αυτόν. Δεν άργησαν να καταλάβουν πως τα αφεντικά δεν χαρίζονται και δυστυχώς θυμήθηκαν με τον χειρότερο τρόπο την σημασία του βασικού μισθού…] Οι μετανάστες εργάτες/τριες, από τα καταρρέοντα καθεστώτα της ανατολικής ευρώπης, ήταν οι πρώτοι και οι πρώτες που δοκίμασαν στο πετσί τους τι ακριβώς σημαίνει υποτίμηση της εργατικής δύναμης και μάλιστα σε αρκετές περιπτώσεις μέχρι το όριό της. Στα χρόνια αυτά άρχισε να γιγαντώνεται στα μυαλά της συντριπτικής πλειοψηφίας της ελληνικής κοινωνίας  το όνειρο του ελεύθερου επαγγελματία ή/και του επιχειρηματία. Ενώ ταυτόχρονα η μισθωτή εργασία έτεινε να γίνει συνώνυμο της μιζέριας και της δουλικότητας. Εκτός βέβαια και αν επρόκειτο για κάποια στελεχική ή διευθυντική θέση. Οι απόφοιτοι, λοιπόν, των καθηγητικών σχολών, και ενώ τα πράγματα άρχιζαν σιγά-σιγά να δυσκολεύουν στον ιδιωτικό τομέα, σε μεγάλο ποσοστό το έριξαν στα μεταπτυχιακά, στα διδακτορικά και στα σεμινάρια. Ώσπου μια δεκαετία αργότερα, οι πρώην συμφοιτητές, σε κοίταζαν κάπως περίεργα αν τους έλεγες πως δεν έχεις κάνει ούτε ένα μεταπτυχιακό. Φυσικά όλες αυτές οι επενδύσεις στην εκπαίδευση δεν είχαν σαν στόχο το να δουλεύει κάποιος/α ωρομίσθιος με εννιάμηνες συμβάσεις σε φροντιστήρια. Έλα όμως που ο καπιταλισμός δεν λειτουργεί μόνο με αφεντικά και στελέχη.
Αναφέραμε όλα τα προηγούμενα για να καταλήξουμε πως αυτοί και αυτές που εργάζονται ως καθηγητές στα φροντιστήρια είναι κάτοχοι ενός διευρυμένου γνωσιακού “κεφαλαίου”. Αυτά τα “προσόντα” βέβαια δεν τους κάνουν επιστήμονες. Ασχέτως τι μπορεί να πιστεύουν οι ίδιοι/ες για τους εαυτούς τους. Σε ό,τι αφορά την εργασία τα πράγματα είναι απολύτως συγκεκριμένα. Και όποιος/α δεν το αντιλαμβάνεται αυτό κινδυνεύει να πελαγοδρομεί με σχιζοφρενικό τρόπο μεταξύ πραγματικότητας και φαντασιώσεων. Μέσα στην εργασιακή διαδικασία είμαστε ακριβώς αυτό που εκτελούμε αδιάκοπα, κάθε μέρα με τον ίδιο τρόπο ή με τις όποιες παραλλαγές του και όχι ό,τι θα θέλαμε να ήμασταν. Μέσα στην μισθωτή εργασία βρισκόμαστε υπό την εξουσία του/των αφεντικού/ων και όχι στην υπηρεσία της όποιας επιστήμης. Ένας καθηγητής φροντιστηρίου μπορεί να έχει όσες ειδικεύσεις θέλει πάνω στο γνωστικό του αντικείμενο αλλά αυτό είναι κάτι τελείως άχρηστο πάνω στη δουλειά του. Από τη στιγμή που αυτή απαιτεί την στείρα και τυποποιημένη παροχή γνώσεων-ασκήσεων-μεθοδολογιών επιπέδου γυμνασίου ή λυκείου με σκοπό οι μαθητές να περάσουν με επιτυχία τις όποιες εξετάσεις. Όποιος/α έχει δουλέψει σ’ αυτή τη δουλειά θα έχει καταλάβει το εξής. Οι πανεπιστημιακές γνώσεις δεν εξασφαλίζουν τη γνώση των διδακτέων αντικειμένων. Το διάβασμα όπως και η συγγραφή σημειώσεων, ασκήσεων και διαγωνισμάτων ξεκινάει από την αρχή, με το ξεκίνημα της δουλειάς. Αποτελεί δηλαδή μια διαδικασία η οποία συντελείται εντός της εργασιακής διαδικασίας και αποτελεί αναπόσπαστο κομμάτι της. Η τυποποίηση δε, που απαιτείται, έτσι ώστε αρκετά δύσκολες έννοιες να “χωνευτούν” υπό πιεστικές συνθήκες σχεδόν αμάσητες από τους μαθητές, μετατρέπει τη συγκεκριμένη δουλειά σε εργασία που μπορεί να εκτελεστεί και από έναν απόφοιτο λυκείου.
Οι επιστημονικές όμως φαντασιώσεις παίζουν τον ρόλο τους όπως πρέπει. Λειτουργούν απολύτως αλλοτριωτικά ως προς την εργατική συνείδηση. Κάποιος που αντιλαμβάνεται τον εαυτό του ως επιστήμονα τείνει να υποβαθμίζει έως και να απορρίπτει πλήρως τη θέση του ως μισθωτός και ας είναι 100% τέτοιος. Δεν είναι τυχαίο πως οι ιδιοκτήτες φροντιστηρίων αποκαλούν τους καθηγητές-υπαλλήλους τους συναδέλφους. Η συνάφεια στο γνωστικό αντικείμενο μετατρέπεται σε ταξική συνάφεια εντός της παραγωγικής διαδικασίας. Οι ταξικοί διαχωρισμοί  κουκουλώνονται κάτω από το πέπλο της επιστήμης. Το κλέψιμο των ενσήμων και των ασφαλιστικών εισφορών, οι απλήρωτες ώρες εργασίας, [3Είναι δεδομένη πρακτική των ιδιοκτητών φροντιστηρίων να μην πληρώνουν μια σειρά από εργασίες, περιφερειακές ως προς τα μαθήματα. Τέτοιες είναι οι ενημερώσεις γονέων σε ώρες εκτός ωρολογίου προγράμματος (Σάββατα απόγευμα και Κυριακές), οι συναντήσεις καθηγητών για την συγγραφή διαγωνισμάτων, η συγγραφή σημειώσεων στο σπίτι, οι διάφορες κυριακάτικες εκδηλώσεις κλπ. ] η διαρκής ένταση στη δουλεία, παραμερίζονται χάριν της “συναδελφικότητας” που προσφέρει η επιστήμη. Αν συνυπολογιστεί σ’ αυτό η αναγκαστικά συνεργατική σχέση υπαλλήλων-εργοδοτών στη σύνταξη διαγωνισμάτων, στις ενημερώσεις γονέων, στον καθορισμό χρονοδιαγραμμάτων για την πορεία της ύλης κλπ, τότε μπορεί να φανεί καθαρά πως χτίζεται μέρα με τη μέρα, χρόνο με τον χρόνο η αντιστροφή της πραγματικότητας. Μέσα στη συνήθεια της καθημερινότητας η λογική των αφεντικών ποτίζει τις συνειδήσεις των εργαζομένων. Μπορεί οι εργαζόμενοι στα φροντιστήρια να νιώθουν πιο ανεβασμένοι αν τα αφεντικά τους αποκαλούν συναδέλφους αντί για υπαλλήλους. Μόνο που το ανέβασμα σταματάει εκεί.  Ακολουθούμενο από την πτώση στην υπαλληλική πραγματικότητα. Είμαστε συνάδελφοι με τα αφεντικά όταν συζητάμε για κάποιο ζήτημα μαθηματικών, αρχαίων ελληνικών ή φυσικής αλλά όταν είναι να υπογράψουμε (ατομική) σύμβαση εργασίας βρισκόμαστε ξαφνικά στον πάγκο του χασάπη. Και δεν κρατάμε εμείς τον μπαλτά.
Θα επανέλθουμε σε κάτι που θίξαμε στην αρχή του κειμένου και σχετίζεται άμεσα με την κατοχή τίτλων σπουδών αλλά όχι μόνο. Ισχυριστήκαμε πως όσοι και όσες φάγανε τα χρόνια τους στα πανεπιστήμια σίγουρα δεν είχαν στο νου τους μια δουλειά υπαλλήλου σε εργασιακή γαλέρα. Γεγονός που ισχύει απόλυτα και για τους εργαζόμενους στα φροντιστήρια. Από το 2008, οπότε και η πόρτα εισόδου στο δημόσιο σχολείο έκλεισε ερμητικά, το φροντιστήριο για τους αποφοίτους των καθηγητικών σχολών έγινε μονόδρομος. Μέχρι τότε αρκετοί και αρκετές θεωρούσαν τους εαυτούς τους περαστικούς από τον σκληρό ιδιωτικό τομέα των φροντιστηρίων, καθώς υπήρχε η ελπίδα  του διορισμού στο δημόσιο σύστημα εκπαίδευσης. Ακολουθώντας λοιπόν τον μονόδρομο της παραπαιδείας μόνο λίγοι άνοιξαν το δικό τους μαγαζί είτε από την αρχή είτε παίρνοντας την φίρμα κάποιου franchise. Οι περισσότεροι “έμπλεξαν” με σχέσεις εξαρτημένης εργασίας. Τα “τυχερά” όμως δεν λείπουν. Ακόμα και σε καιρούς κρίσης. Και τα τυχερά στην εκπαίδευση λέγονται ιδιαίτερα. Θεωρούμε πως χρειάζεται να σταθούμε στο ζήτημα αυτό  διότι η προεκτάσεις του ξεκινάνε από ζητήματα εργατικής συνείδησης και φτάνουν μέχρι την ιδιωτικοποίηση της δημόσιας εκπαίδευσης.

Είναι γνωστό πως σ’ αυτή τη χώρα ο καπιταλισμός δουλεύει κάπως διαφορετικά απ’ ότι στη δυτική ευρώπη και στις η.π.α. Μια βασική διαφορά είναι ότι ένα μεγάλο τμήμα της ντόπιας οικονομίας είναι “μαύρη”. Δεν θα αναφερθούμε εδώ στα πως και στα γιατί  αυτής της διαπίστωσης. Αλλά θα προσπαθήσουμε να φωτίσουμε ορισμένες  πτυχές αυτού του “μαύρου” στο χώρο της εκπαίδευσης. Σε πρώτη φάση θα αναφερθούμε στο πως διαπλέκονται οι ίδιοι οι μισθωτοί της εκπαίδευσης με την “μαύρη” της πλευρά και πως επιδρά αυτή στις συνειδήσεις και στη γενικότερη αντίληψη τους για την εργασία. Οι χρυσές δουλειές των αφεντικών της παραπαιδείας εξ’ αιτίας του “μαύρου” τομέα ευελπιστούμε να αναλυθούν σε ένα επόμενο κείμενο.
Τα ιδιαίτερα κατ’ οίκον μαθήματα αποτελούν παράδοση του ελληνικού εκπαιδευτικού συστήματος όπως ακριβώς και τα φροντιστήρια. Όλοι ανεξαιρέτως οι εκπαιδευτικοί του ιδιωτικού τομέα έχουν τα “ιδιαίτερά” τους. Και ένα σεβαστό κομμάτι των εκπαιδευτικών του δημοσίου το ίδιο. Υπήρξαν μάλιστα εποχές, τη δεκαετία του ’90 και του 2000 (μέχρι το ξέσπασμα της κρίσης), όπου κάποιος καθηγητής μπορούσε να ζήσει αξιοπρεπέστατα αποκλειστικά και μόνο από ιδιαίτερα μαθήματα. Και είχε σοβαρούς λόγους να επιδιώκει κάτι τέτοιο. Κατ’ αρχήν, μέχρι και το 2008 περίπου, η τιμή-της-ώρας για τις τάξεις του λυκείου ξεκινούσε από τα 20 ευρώ χωρίς προς τα πάνω όριο. Που σημαίνει πως “έπαιζαν” και ιδιαίτερα των 50, των 60 και των 70 ευρώ την ώρα. Τα πολύ υψηλά ωρομίσθια συμβάδιζαν βεβαίως με την φοροδιαφυγή. Διότι τα λεφτά αυτά στη συντριπτική  πλειοψηφία ήταν “μαύρα”, αδήλωτα.  Ταυτόχρονα οι “ιδιαιτεράκηδες” κατάφερναν να ξεφύγουν από την μισθωτή σχέση εργασίας. Κάτι που ταίριαζε απόλυτα στη mentality πτυχιούχων πανεπιστημίου. Ήταν αυτό που στις μέρες μας ονομάζεται free-lancer. Δεν είχαν να διαχειριστούν κάποιο αφεντικό πάνω από το κεφάλι τους, παρά μόνο την κατά κανόνα υστερική και αλλοπρόσαλλη ελληνική οικογένεια. Οι “ιδιαιτεράκηδες” όμως, ακόμα και στους καιρούς της αφθονίας, δεν αποτελούσαν τον κύριο όγκο των καθηγητών της παραπαιδείας. Ο κύριος όγκος των καθηγητών απασχολούνταν και συνεχίζει να απασχολείται  με μισθωτή σχέση εργασίας σε φροντιστήρια. Έχοντας ταυτόχρονα το ένα τους μάτι διαρκώς στραμμένο στα ιδιαίτερα. Και εδώ βρισκόμαστε μπροστά σε μια αρκετά ενδιαφέρουσα κατάσταση.

Έχουμε μια μερίδα της σύγχρονης εργατικής τάξης η οποία πατάει διαρκώς σε δύο βάρκες. Στη μια κυριαρχεί η μισθωτή εργασία και στην άλλη το ελεύθερο επάγγελμα. Για να δούμε τις συνέπειες αυτής της διπολικότητας θα χρησιμοποιήσουμε ένα παράδειγμα, νομίζουμε ενδεικτικό. Έστω ότι ένας καθηγητής δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης δουλεύει 20 ώρες την εβδομάδα σε φροντιστήριο (θυμίζουμε ότι το πλήρες ωράριο για τους καθηγητές μέσης εκπαίδευσης στο δημόσιο σχολείο είναι 21 ώρες). Το ωρομίσθιο στα φροντιστήρια κυμαίνεται από 5 έως 11 ευρώ την ώρα με μια μέση κατάσταση τα 8 ευρώ . Αυτό σημαίνει πως ο μηνιαίος καθαρός μισθός του είναι 640 ευρώ. Και αυτό τους “γεμάτους” μήνες. Διότι στην ωρομισθία διακοπές και αργίες δεν πληρώνονται εκτός από ελάχιστες περιπτώσεις. Ταυτόχρονα έχει και 10 ώρες ιδιαίτερα των οποίων οι τιμές (αν και έχουν πέσει) κυμαίνονται γύρω στα 15 ευρώ την ώρα. Δηλαδή από τα ιδιαίτερα μαθήματα έχει ένα εισόδημα της τάξης των 600 ευρώ το μήνα. Εύκολα παρατηρεί κανείς ότι ως προς τι μπαίνει στην τσέπη υπάρχει μια σχετική ισοκατανομή μεταξύ μισθωτής εργασίας και ελεύθερου επαγγέλματος. Μόνο που, από εργατική σκοπιά, “αυτό που μπαίνει στην τσέπη” δεν είναι απλά λεφτά. Είναι σχέσεις. Σχέσεις παραγωγής και σχέσεις εξουσίας. Γι’ αυτόν ακριβώς τον λόγο τα 640 ευρώ του φροντιστηρίου ονομάζονται ώρο-μίσθιο ενώ τα 600 των ιδιαιτέρων εισόδημα. Και οι σχέσεις εντός της παραγωγής είναι που παίζουν, αν και όχι με απόλυτο τρόπο, βαρύνοντα ρόλο στις συνειδήσεις και στις συμπεριφορές. Αν ο μισθός (άμεσος και έμμεσος) δεν καλύπτει τις βασικές, σύγχρονες ανάγκες (και οι συνθήκη ωρομισθίας στα φροντιστήρια με μεγάλη δυσκολία τις καλύπτει) των μισθωτών τότε αυτοί πρέπει να βρουν τρόπους να τις καλύψουν. Για έναν ανειδίκευτο εργάτη, αποκλεισμένο από την δυνατότητα να ασκήσει ελεύθερο επάγγελμα, ο μόνος τρόπος για να καλύψει τις βασικές του ανάγκες, μέσω του μισθού του, είναι η συλλογική ανατίμηση της τάξης. Η αύξηση δηλαδή των μισθών. Το αν ο ίδιος ή οι συνάδελφοι του κινούνται προς αυτή την κατεύθυνση δεν έχει να κάνει. Για έναν καθηγητή φροντιστηρίου όμως υπάρχουν και τα ιδιαίτερα. Διότι είναι προφανές πως το να τραβήξει κάποιος κόντρες με τους εργοδότες σε ένα τμήμα του ιδιωτικού τομέα (όπως τα φροντιστήρια) όπου νόμος αποτελεί το δίκαιο των αφεντικών (ειδικά μετά την κατάργηση της συλλογικής σύμβασης εργασίας) είναι απείρως δυσκολότερο από το να βρει ένα ιδιαίτερο. Μειώνουν οι εργοδότες τα ωρομίσθια και τις ασφαλιστικές τους εισφορές (μέσω της αδήλωτης εργασίας) και οι εργαζόμενοι καθηγητές σκέφτονται πως θα βρουν το επόμενο ιδιαίτερο για να αναπληρώσουν την χασούρα. Αν για τους ανειδίκευτους εργάτες, ειδικά  σε καιρούς ήττας, είναι μια φορά δύσκολο να αντιληφθούν πως ο μισθός πρέπει να καλύπτει τις βασικές τους ανάγκες, για τους εργαζόμενους στα φροντιστήρια είναι χίλιες. Η απαίτηση για αξιοπρεπή διαβίωση μέσω του μισθού δεν καλύπτεται από κανένα ιδιαίτερο. Διότι εν τέλει μέσα στην κρίση τα “καλά” ιδιαίτερα λιγοστεύουν. Διότι τα ένσημα και οι εισφορές για την σύνταξη δεν παρέχονται από αυτά. Διότι ο μισθός δεν είναι και δεν ήταν ποτέ ούτε ένα ακόμα εισόδημα, ούτε σκέτα φράγκα.
Δεν ισχυριζόμαστε πως όποιος/α κάνει ιδιαίτερα ξεγράφεται από τον χάρτη του ταξικού ανταγωνισμού. Πως δεν υπάρχει περίπτωση να στέκεται με αξιοπρέπεια και μαχητικότητα, να τραβάει κόντρες με τα αφεντικά και να διακρίνεται από συναδελφικότητα απέναντι στους άλλους εργαζόμενους μέσα στους χώρους εργασίας των φροντιστηρίων. Γνωρίζουμε όμως πως τις περισσότερες φορές στο μπαλατζάρισμα μεταξύ εργάτη και free lancer η βάρκα γέρνει προς την πλευρά του δεύτερου. Ειδικά σε περιόδους γενικής ηγεμονίας του μικροαστισμού. Και είναι σίγουρο πως η ανατίμηση των εργαζομένων στα φροντιστήρια περνάει και μέσα από την κριτική στα “αυτονόητα” που, εκτός των άλλων, σημαίνει εγκατάλειψη τόσο του επιστημονικού hype όσο και τις καβάτζας των ιδιαίτερων.

special pf.

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

1 - Ναι, γνωρίζουμε τις κατηγορίες που προσάπτονται σε όποιον/α ανατρέχει στο παρελθόν. Ξεκινούν από το πόσο κολλημένος/η είναι, περνάνε μέσα από το “τι θέλεις και τα σκαλίζεις αυτά” και καταλήγουν με τη ρετσινιά της γραφικότητας. Επιμένουμε όμως να θυμόμαστε. Διότι εκτός των άλλων (το να θυμάσαι..) μας βγάζει από το βούρκο ενός αιώνιου παρόντος και ταυτόχρονα μας δείχνει πως τα πράγματα δεν ήταν πάντα έτσι όπως τα βρήκαμε. Αλλά ότι αν κάποτε άλλαξαν μπορεί το ίδιο να συμβεί και στο μέλλον.
[ επιστροφή ]

2 - Τον Φλεβάρη του 2012 θεσμοθέτησαν την εικοσαετή τους στόχευση. 25% (και 35%) μείωση του βασικού μισθού με ταυτόχρονο ορισμό του από την κυβέρνηση. Πολλοί έλεγαν μέσα στα χρόνια της κρίσης πως δεν τους αφορούσε το ζήτημα διότι λέει δεν αμείβονταν με αυτόν. Δεν άργησαν να καταλάβουν πως τα αφεντικά δεν χαρίζονται και δυστυχώς θυμήθηκαν με τον χειρότερο τρόπο την σημασία του βασικού μισθού…
[ επιστροφή ]

3 - Είναι δεδομένη πρακτική των ιδιοκτητών φροντιστηρίων να μην πληρώνουν μια σειρά από εργασίες, περιφερειακές ως προς τα μαθήματα. Τέτοιες είναι οι ενημερώσεις γονέων σε ώρες εκτός ωρολογίου προγράμματος (Σάββατα απόγευμα και Κυριακές), οι συναντήσεις καθηγητών για την συγγραφή διαγωνισμάτων, η συγγραφή σημειώσεων στο σπίτι, οι διάφορες κυριακάτικες εκδηλώσεις κλπ.
[ επιστροφή ]   

κορυφή