sarajevo

replay: η θρησκευτική καταγωγή της έννοιας (και της πρακτικής) του επαγγέλματος

Εμπειρικά, μοιάζει σαν το απόλυτο της κοσμικότητας. Το επάγγελμα, ο επαγγελματίας, ο επαγγελματισμός είναι έννοιες “αυτονόητα θετικές”, κι όχι μόνο για οικονομικούς λόγους. Θα έμοιαζε, κατά συνέπεια, αδιανόητο ότι η έννοια του επ-αγγέλματος έχει καθαρή θρησκευτική (χριστιανική) καταγωγή και προέλευση: σημαίνει το κάλεσμα του θεού στον πιστό. Κι όμως έτσι ακριβώς συμβαίνει!
Κι όχι μόνο σε ότι αφορά το επάγγελμα. Η ηθική της εργασίας, που έχει υπάρξει θεμελιώδης για την δημιουργία και την εξέλιξη του καπιταλισμού, έχει επίσης θρησκευτική / χριστιανική καταγωγή. Φυσικά ο καπιταλισμός, σα σύστημα, δεν δημιουργήθηκε ούτε εξελίχθηκε μόνο μέσα και γύρω απ’ την ηθική της εργασίας. Αλλά και από μια ορισμένη ηθική της κλοπής, μια ηθική της λεηλασίας, μια ηθική της εξόντωσης· επίσης προϊόντα του υπαρκτού, του εφαρμοσμένου χριστιανισμού, τουλάχιστον σε ότι αφορά τη δύση. Και, κυρίως, μέσα και γύρω από μια μανιακή ηθική του κέρδους.
Ο γερμανός κοινωνιολόγος Max Weber, το 1905, δημοσίευσε το η προτεσταντική ηθική και το πνεύμα του καπιταλισμού, τεκμηριώνοντας την θρησκευτική (προτεσταντική) καταγωγή βασικών αρχών του καπιταλισμού. Έχοντας υπ’ όψη του τον μαρξιανό ιστορικό υλισμό, και την θέση του Μαρξ περί “βάσης” (οικονομικών σχέσεων) και “εποικοδομήματος” (ιδεολογία, θεσμοί, κλπ) ο Weber ισχυρίστηκε το αντίθετο: την προέλευση των τυπικών οικονομικών σχέσεων του καπιταλισμού απ’ τον (ιστορικά) προγενέστερο προτεσταντισμό και κάποιες φράξιές του.
Κατ’ αρχήν μια τέτοια ανάλυση θα μπορούσε να θεωρηθεί αντι-μαρξιστική. Η δική μας άποψη όμως είναι διαφορετική. Η ανάλυση του Weber συμπληρώνει εκείνην του Μαρξ διαμορφώνοντας την μακροπερίοδη (από ιστορική άποψη) διαλεκτική μεταξύ διάφορων επιμέρους πλευρών της (κάθε φορά) κοινωνικής οργάνωσης. Κι αυτή η διαλεκτική σχέση είναι εξαιρετικά χρήσιμη όχι μόνο για την “γέννηση” του καπιταλισμού, αλλά και για την εξέλιξή του· ειδικά για τις περιόδους Αλλαγής Παραδείγματος.

Δεν μπορούμε, φυσικά, να μεταφέρουμε εδώ το σύνολο του η προτεσταντική ηθική και το πνεύμα του καπιταλισμού.  Αλλά ακόμα και μερικά αποσπάσματα (απ’ το 5ο κεφάλαιο, με τίτλο ο ασκητισμός και το πνεύμα του καπιταλισμού) έχουν την αξία τους.

Sarajevo 85 - 6/2014

Για να καταλάβουμε τη σχέση ανάμεσα στις βασικές θρησκευτικές ιδέες του ασκητισμού προτεσταντισμού και τους κανόνες του για την καθημερινή οικονομική συμπεριφορά, είναι απαραίτητο να εξετάσουμε με ιδιαίτερη προσοχή ορισμένα κείμενα που είναι ολοφάνερο πως βγήκαν απ’ την ποιμαντορική πρακτική. Γιατί σε μια εποχή στην οποία το Υπερπέραν σήμαινε τα πάντα, στην οποία η κοινωνική θέση του χριστιανού εξαρτιόταν απ’ το αν του επέτρεπαν να μεταλαβαίνει, ο κληρικός, με το ιερατικό του αξίωμα, την εκκλησιαστική πειθαρχία και το κήρυγμα ασκούσε μια επιρροή που εμείς οι σύγχρονοι άνθρωποι είναι τελείως αδύνατο να φανταστούμε. Σε μια τέτοια εποχή οι θρησκευτικές δυνάμεις που εκφράζονται μέσα από τέτοια κανάλια αποτελούν τους καθοριστικούς παράγοντες στη διαμόρφωση του εθνικού χαρακτήρα.

Για τους σκοπούς τούτου του κεφάλαιου, αν και όχι για όλους τους σκοπούς, μπορούμε να θεωρήσουμε τον ασκητικό προτεσταντισμό σαν ένα ενιαίο όλο. Αφού όμως η πλευρά του αγγλικού πουριτανισμού που γεννήθηκε απ’ τον καλβινισμό παρέχει την πιο στέρεη θρησκευτική βάση για την ιδέα του επαγγέλματος, θα τοποθετήσουμε, ακολουθώντας την προηγούμενη μέθοδό μας, έναν απ’ τους εκπροσώπους της στο κέντρο της έρευνας. Ο Ρίτσαρντ Μπάξτερ ξεχωρίζει από πολλούς άλλους συγγραφείς που έγραψαν σχετικά με την πουριτανική ηθική. Τόσο για την κατεξοχήν πρακτική και ρεαλιστική στάση του όσο και για την παγκόσμια αναγνώριση που βρήκαν τα έργα του, τα οποία γνώρισαν πολλές επανεκδόσεις και μεταφράσεις. Ήταν πρεσβυτεριανός και απολογητής της Συνόδου του Ουεστμίνστερ, ταυτόχρονα όμως, όπως τόσα και τόσα απ’ τα καλύτερα πνεύματα της εποχής του, απομακρύνθηκε βαθμιαία απ’ τα δόγματα του ακραιφνούς καλβινισμού.
...
Αν τώρα ρίξει κανείς μια ματιά στο Saint’s Everlasting Rest του Μπάξτερ ή στο Christian Directory ή σε ανάλογα έργα άλλων, θα εκπλαγεί αμέσως απ’ την έμφαση που δίνεται, κατά τη διαπραγμάτευση του πλούτου και της απόκτησής του, στα εβιωνίτικα στοιχεία της καινής διαθήκης. [1Οι “Εβιωνίτες” ήταν μια εβραιοχριστιανική αίρεση του 1ου και του 2ου μ.Χ. αιώνα, με κυρίως φτωχούς πιστούς. Πίστευαν ότι ο Χριστός δεν ήταν γυιός του θεού αλλά προφήτης, και κατ’ αυτούς δεν υπήρχε ζήτημα “άφεσης αμαρτιών” ή “συγχώρεσης”. Κατά συνέπεια ζούσαν με πολύ αυστηρή καθημερινή ηθική, και φρόντιζαν τους άπορους, της χήρες αλλά και τους ταξιδιώτες. Επιπλέον δεν έτρωγαν κρέας.] Ο πλούτος καθεαυτός είναι μεγάλος κίνδυνος· οι πειρασμοί του δεν τελειώνουν ποτέ, και η επιδίωξή του [2Γιατί όχι μόνον ο πλούτος, αλλά και η παρορμητική επιδίωξή του (ή αυτό που θεωρούνταν σαν τέτοιο) καταδικαζόταν με παρόμοια αυστηρότητα. Στις Κάτω Χώρες, η Σύνοδος της Νότιας Ολλανδίας στα 1574 διακήρυξε, απαντώντας σ’ ένα ερώτημα, πως οι δανειστές δεν έπρεπε να γίνονται δεκτοί στη θεία κοινωνία, έστω κι αν η δουλειά τους επιτρεπόταν απ’ το νόμο. Και η Επαρχιακή Σύνοδος του Ντέφεντερ του 1598 (άρθρο 24) επέκτεινε αυτό το μέτρο και στους υπαλλήλους των δανειστών. Η Σύνοδος του Γκόριχεμ στα 1606 θέσπισε αυστηρούς και εξευτελιστικούς όρους κάτω απ’ τους οποίους θα γίνονταν δεκτές στη θεία κοινωνία οι γυναίκες των τοκογλύφων, και ακόμα και στα 1644 και 1657 συζητιόταν το ζητημα αν οι Λομβαρδοί έπρεπε να γίνονται δεκτοί στην κοινότητα των πιστών. Ο Χίσμπερτ Φουτ ήθελε να αποκλείσει τους τραπεζίτες (Λομβαρδούς, Πεδεμόντιους). Το ίδιο ίσχυε και για τις Ουγενοτικές Συνόδους. Αυτό το είδος καπιταλιστικών τάξεων δεν ήταν οι τυπικοί εκπρόσωποι της φιλοσοφίας ή του τύπου συμπεριφοράς που μας απασχολεί. Κι ακόμα δεν ήσαν τίποτα το καινούργιο, σε σύγκριση με την αρχαιότητα και τον Μεσαίωνα.] δεν είναι μόνο μάταιη σε σύγκριση με την κυριαρχική σημασία της βασιλείας του θεού, αλλά είναι και ηθικά ύποπτη.
Εδώ ο ασκητισμός φαίνεται πως στρέφεται με μεγαλύτερη δριμύτητα ενάντια στην απόκτηση πρόσκαιρων αγαθών απ’ ό,τι συνέβαινε με τον Καλβίνο, που δεν έβλεπε τον πλούτο σαν εμπόδιο για την αποτελεσματικότητα του κλήρου, αλλά αντίθετα σαν μια ολότερα επιθυμητή αύξηση του γοήτρου του. Γι’ αυτό και επέτρεπε στους κληρικούς να αξιοποιούν επικερδώς τα μέσα που διέθεταν. Παραδείγματα για την καταδίκη της επιδίωξης χρημάτων και αγαθών μπορεί ν’ αντλήσει κανείς χωρίς τελειωμό απ’ τα πουριτανικά κείμενα, σε αντίθεση με την ηθική φιλολογία του όψιμου Μεσαίωνα, που ήταν πολύ πιο ανεκτική σε τούτο το σημείο.

Επιπρόσθετα, οι αμφιβολίες αυτές είχαν απόλυτα σοβαρό χαρακτήρα· δεν χρειάζεται παρά να τις εξετάσουμε κάπως πιο προσεκτικά για να καταλάβουμε την αληθινή ηθική σημασία τους και τις επιπτώσεις τους. Η αληθινή ηθική αντίρρηση είναι ότι η ασφάλεια της ιδιοκτησίας φέρνει χαλάρωση, η απόλαυση του πλούτου έχει σαν συνέπεια την οκνηρία και τους σαρκικούς πειρασμους, και πάνω απ’ όλα τον περισπασμό απ’ την επιδίωξη μιας ενάρετης ζωής. Πραγματικά, ο μόνος λόγος που η ιδιοκτησία θεωρείται επιλήψιμη είναι ότι συνεπάγεται αυτόν τον κινδυνο της χαλάρωσης. Γιατί η αιώνια ανάπαυση των αγίων ανήκει στον άλλο κόσμο· στη γη ο άνθρωπος, για να είναι σίγουρος πως έχει τη θεία χάρη, πρέπει να “πράττει σ’ όλη του τη ζωή τα έργα αυτού που τον έστειλε”. Η τεμπελιά και οι απολαύσεις δεν χρησιμεύουν στην αύξηση της δόξας του θεού, παρά μόνον η έμπρακτη δραστηριότητα, σύμφωνα με τις σαφείς εκδηλώσεις της θέλησής του. [3Christian Directory, I, σ. 375-6. “Ο θεός μας συντηρεί, εμάς και τις δραστηριότητές μας, για να δρούμε· η εργασια είναι ο ηθικός καθώς και ο φυσικός σκοπός της δύναμης... Με τη δράση υπηρετούμε και τιμούμε το θεό πιο πολύ απ’ ό,τι με οτιδήποτε άλλο... Η κοινή ευτυχία ή το καλό των πολλών πρέπει να τοποθετείται πιο πάνω απ’ το δικό μας”. Εδώ βρίσκεται το συνδετικό σημείο για τη μετάβαση απ’ τη θέληση του θεού στην καθαρά ωφελιμιστική αντίληψη της μεταγενέστερης φιλελεύθερης θεωρίας.]

Η απώλεια χρόνου είναι έτσι το πρώτο και, καταρχήν, το πιο θανάσιμο αμάρτημα. Η διάρκεια της ανθρώπινης ζωής είναι εξαιρετικά σύντομη και πολύτιμη για να βεβαιωθεί κανείς αν έχει επιλεγεί [απ’ τον θεό]. Το χάσιμο χρόνου με τις κοινωνικές συναναστροφές, το κουβεντολόι, τα λούσα, τον παραπάνω ύπνο απ’ όσον είναι απαραίτητος για την υγεία, δηλαδή έξι με οκτώ το πολύ ώρες, αξίζει την απόλυτη ηθική καταδίκη. Δεν υποστηρίζεται ακόμα, όπως κάνει ο Φραγκλίνος, πως ο χρόνος είναι χρήμα [4[σ.σ.] Sarajevo νο 84, μια εποχή στην κόλαση.] αλλά η πρόταση αυτή ισχύει με κάποια πνευματική έννοια. Ο χρόνος είναι πολυτιμότατος, γιατί κάθε χαμένη ώρα κόβεται από μια εργασία που θα μεγάλωνε τη δόξα του θεού. [5Μπάξτερ, Christian Directory, I, σ. 79. “να δίνεις μεγάλη σημασία στον χρόνο και κάθε μέρα πιο πολύ να προσέχεις να μην χάσεις χρόνο, παρά να μη χάσεις το χρυσάφι και το ασήμι σου. Κι αν οι άσκοπες διασκεδάσεις, τα ντυσίματα, τα γλέντια, το κουβεντολόι, οι ανώφελες παρέες ή ο ύπνος αποτελούν περιασμούς που σου κλέβουν τον χρόνο σου, να εντείνεις ανάλογα την επαγρύπνησή σου”.“Όσοι σπαταλούν το χρόνο τους, περιφρονούν τις ψυχές τους” λέει ο Μάθιου Χένρυ (Worth of the Soul, Works of the Puritan Divines, σ. 315). Κι εδώ επίσης ο προτεσταντικός ασκητισμός ακολουθεί ένα πατημένο μονοπάτι. Έχουμε συνηθίσει να θεωρούμε σαν χαρακτηριστικό του σύγχρονου ανθρώπου το ότι δεν έχει καιρό και, όπως ο Γκαίτε στο Wanderjahre, να μετράμε τον βαθμό καπιταλιστικής ανάπτυξης απ’ το γεγονός πως τα ρολόγια χτυπούν καθε τέταρτο. Το ίδιο και ο Ζόμπαρτ στο έργο του για τον καπιταλισμό. Ωστόσο δεν πρέπει να ξεχνάμε πως οι πρώτοι άνθρωποι που ζούσαν (στον Μεσαίωνα) μετρώντας επιμελώς τον χρόνο ήταν οι καλόγεροι, και πως τα ρολόγια των εκκλησιών προορίζονταν πάνω απ’όλα για την αντιμετώπιση των αναγκών τους.] Έτσι, ακόμα και ο παθητικός στοχασμός δεν έχει καμμία αξία, και μάλιστα είναι αξιοκατάκριτος αν γίνεται σε βάρος της καθημερινής εργασίας. Γιατί ευχαριστεί τον Θεό λιγότερο απ’ την ενεργητική εκτέλεση της θέλησής του σ’ ένα επάγγελμα. Άλλωστε, γι’ αυτό προβλέπεται η Κυριακή, και, σύμφωνα με τον Μπάξτερ, αυτοί που δεν έχουν χρόνο για τον θεό όταν το απαιτεί η περίσταση είναι πάντοτε όσοι δεν δείχνουν επιμέλεια στο επάγγελμά τους.

Έτσι, στο κύριο έργο του Μπάξτερ δεσπόζει η αδιάκοπα επαναλαμβανόμενη, συχνά σχεδόν παθιασμένη προπαγάνδιση της σκληρής, συνεχούς σωματικής ή πνευματικής εργασίας. Αυτό οφείλεται στον συνδυασμό δύο διαφορετικών στοιχείων. Απ’ τη μια μεριά, η εργασία είναι μια δοκιμασμένη ασκητική τεχνική, όπως ήταν πάντα στη δυτική εκκλησία, σε ζωηρή αντίθεση όχι μόνο με τους ανατολίτικους, αλλά και σχεδόν μ’ όλους τους μοναστικούς κανόνες σ’ ολόκληρο τον κόσμο. Ιδιαίτερα είναι η πιο αποτελεσματική άμυνα ενάντια σ’ όλους εκείνους τους πειρασμούς που ο πουριτανισμός συνόψιζε κάτω απ’ το όνομα “μιαρή ζωή”, στην οποία απέδιδε μεγάλη σημασία. Ο σεξουαλικός ασκητισμός του πουριτανισμού διαφέρει μόνο στον βαθμό, όχι στη βασική του αρχή, απ’ τον αντίστοιχο του μοναστικισμού· κι εξαιτίας της πουριτανικής αντίληψης για τον γάμο, οι πρακτικές του επιπτώσεις έχουν πολύ μεγαλύτερη εμβέλεια απ’ του τελευταίου. Γιατί η σεξουαλική επαφή επιτρέπεται, ακόμα και στο γάμο, μόνο σαν ένα μέσο που όρισε ο θεός για την αύξηση της δόξας του σύμφωνα με την εντολή “αυξάνεσθε και πληθύνεσθε”. Παράλληλα με μια προσεκτικη χορτοφαγική δίαιτα και με τα κρύα μπάνια, για την αντιμετώπιση όλων των σεξουαλικών πειρασμών, δίνεται η ίδια συνταγή που συνηθίζεται ενάντια στις θρησκευτικές αμφιβολίες και το αίσθημα της ηθικής αναξιότητας: "να εργάζεσαι σκληρά στο επάγγελμά σου”. Αλλά το σημαντικότερο απ’ όλα ήταν πως ακόμα και πέρα απ’ αυτό η εργασία κατέληξε να θεωρείται καθεαυτή σαν ο σκοπός της ζωής, που τον όρισε ο ίδιος ο θεός. Το “ο μη εργαζόμενος μηδέ εσθιέτω” του άγιου Παύλου ισχύει ανεπιφύλακτα για τον καθένα. [6Επίσης, μια διακήρυξη των Μορμόνων καταλήγει (έπειτα από διάφορες παραθέσεις) με τα λόγια: “Αλλά ένας οκνηρός ή νωχελικός άνθρωπος δεν μπορεί να είναι χριστιανός και να σωθεί. Είναι γραφτό του να συντριβεί και να πεταχτεί έξω απ’ την κυψέλη”. Αλλά σ’ αυτή την περίπτωση ήταν κατά κύριο λόγο η αξιοθαύμαστη πειθαρχία, που θύμιζε κάτι απ’ το μοναστήρι και κάτι απ’ το εργοστάσιο, αυτή που έβαζε το άτομο μπροστά στο δίλημα να δουλέψει ή να εκμηδενιστεί, και, σε συνδυασμό φυσικά με τον θρησκευτικό ενθουσιασμό και μόνο χάρη σ’ αυτόν κατορθωτή, προκάλε τα εκπληκτικά οικονομικά επιτεύγματα αυτής της αίρεσης.] Η απροθυμία για εργασία είναι σύμπτωμα απουσίας της θείας χάρης.
...

Στην πουριτανική αντίληψη, ο θεόσταλτος χαρακτήρας του παιχνιδιού των ιδιωτικών οικονομικών συμφερόντων αποκτά μια συγκεκριμένη έκφραση. Σε συνέπεια με την πουριτανική τάση για πραγματιστικές ερμηνείες, ο θεόσταλτος σκοπός της κατανομής της εργασίας μπορεί να γνωσθεί απ’ τους καρπούς της. Σ’ αυτό το σημείο ο Μπάξτερ εκφράζεται με όρους που επανειλλημένα μας φέρνουν άμεσα στο νου την πασίγνωστη αποθέωση της κατανομής της εργασίας απ’ τον Αντάμ Σμιθ. Η εξειδίκευση των επαγγελμάτων οδηγεί (μια και ανοίγει τον δρόμο για την ανάπτυξη της δεξιοτεχνίας) σε μια ποσοτική και ποιοτική βελτίωση της παραγωγής, κι έτσι εξυπηρετεί το κοινό καλό, που ταυτίζεται με το καλό του μεγαλύτερου δυνατού αριθμού προσώπων. Ως εδώ, τα κίνητρα είναι καθαρά ωφελιμιστικά, και συγγενεύουν στενά με την τρέχουσα άποψη που εκφράζεται σ’ ένα μεγάλο μέρος της κοσμικής φιλολογίας της εποχής.

Αλλά το χαρακτηριστικά πουριτανικό στοιχείο εμφανίζεται όταν ο Μπάξτερ βάζει στο επίκεντρο της διαπραγμάτευσής του τη δήλωση πως “έξω από ένα συγκεκριμένο επάγγελμα οι προσπάθειες του ανθρώπου δεν είναι παρά περιστασιακές και ακανόνιστες, και ξοδεύει περισσότερο χρόνο για τεμπελιά παρά για δουλειά”, κι όταν συμπεραίνει τα εξής: "κι αυτός (ο εξειδικευμένος εργάτης) θα διεκπεραιώνει τη δουλειά του με τάξη, ενώ ένας άλλος θα παραμένει σε σύγχριση και η δουλειά του δεν θα γνωρίζει μήτε χρόνο μήτε τόπο... γι’ αυτό ένα σίγουρο επάγγελμα είναι το καλύτερο πράγμα για τον καθένα”. Η ακανόνιστη εργασία, που ο συνηθισμένος εργάτης συχνά είναι αναγκασμένος να δεχθεί, είναι συχνά αναπόφευκτη, αλλά πάντοτε μια δυσάρεστη μεταβατική κατάσταση. Έτσι, από ένα άνθρωπο χωρίς επάγγελμα λείπει ο συστηματικός, μεθοδικός χαρακτήρας που, όπως είδαμε, απαιτεί ο κοσμικός ασκητισμός.

Η ηθική των Κουακέρων πρεσβεύει επίσης ότι η ζωή του ανθρώπου στο επάγγελμά του είναι μια ενάσκηση στις ασκητικές αρετές, μια απόδειξη της θείας χάρης μέσω της ευσυνειδησίας του, που εκφράζεται με τη φροντίδα και τη μέθοδο με την οποία μετέρχεται το επάγγελμά του. Αυτό που ζητάει ο θεός δεν είναι εργασία καθεαυτή, αλλά ορθολογική εργασία σ’ ένα επάγγελμα. Στην πουριτανική αντίληψη για το επάγγελμα η έμφαση δίνεται πάντοτε σ’ αυτόν τον μεθοδικό χαρακτήρα του κοσμικού ασκητισμού, όχι, όπως με τον Λούθηρο, στην αποδοχή της μοίρας που ο θεός έταξε αμετάκλητα στον άνθρωπο.
Γι’ αυτό, στο ερώτημα αν μπορεί κανείς να συνδυάζει περισσότερα από ένα επαγγέλματα δίνεται καταφατική απάντηση, αν αυτό εξυπηρετί το κοινό καλό ή το καλό του ίδιου του ενδιαφερόμενου [7Γιατί, όπως συχνά τονίζεται στην πουριτανική φιλολογία, ο θεός ποτέ δεν διέταξε “αγάπα τον πλησίον σου περισσότερο από τον εαυτό σου”, αλλά “όπως τον εαυτό σου”. Επομένως η φροντίδα για τον εαυτό μας είναι κι αυτή ένα καθήκον. Π.χ., ένας άνθρωπος που μπορεί να χρησιμοποιήσει καλύτερα τ’ αποκτήματά του για τη μεγαλύτερη δόξα του θεού απ’ ό,τι ο διπλανός του, δεν υποχρεώνεται απ’ το καθήκον της αδελφικής αγάπης να τα μοιραστεί μαζί του.] και δεν βλάπτει κανένα και δεν έχει σαν συνέπεια να παραμελείται κάποιο απ’ τα επαγγέλματα. Ακόμη και η αλλαγή επαγγέλματος δεν θεωρείται καθόλου αξιόμεμπτη, αν δεν είναι απερίσκεπτη και γίνεται με σκοπό ν’ ακολουθήσει κανείς ένα επάγγελμα πιο αρεστό στο θεό, πράγμα που σημαίνει, σε γενικές γραμμές, πιο χρήσιμο.

Είναι αλήθεια πως η χρησιμότητα ενός επαγγέλματος, κι επομένως και η εύνοια που του δείχνει ο θεός, μετριέται κατά κύριο λόγο με ηθικούς όρους, κι επομένως με όρους που αναφέρονται στη σπουδαιότητα των αγαθών που παράγονται στο επάγγελμα για την κοινότητα. Αλλά ένα επιπρόσθετο, και, πάνω απ’ όλα, πρακτικά το πιο σημαντικό, κριτήριο βρίσκεται στο κατά πόσο το επάγγελμα είναι επικερδές για τον ιδιώτη. Γιατί αν αυτός ο θεός, του οποίου το χέρι ο πουριτανός βλέπει σ’ όλα τα συμβάντα της ζωής, δείχνει σε κάποιον απ’ τους εκλεκτούς του μια ευκαιρία για κέρδος, αυτός πρέπει να το αποκτήσει. Γι’ αυτό ο πιστός χριστιανός οφείλει ν’ ακολουθεί τη φωνή του κυρίου εκμεταλλευόμενος την ευκαιρία που του προσφέρεται. “Αν ο θεός σου δείχνει ένα τρόπο με τον οποίο μπορείς να κερδίσεις νόμιμα περισσότερα πάρα μ’ ένα άλλο τρόπο (χωρίς να βλάψεις την ψυχή σου ή έναν άλλο), αν τον αρνηθείς και διαλέξεις τον λιγότερο επικερδή τρόπο, εναντιώνεσαι σ’ ένα απ’ τους σκοπούς του επαγγέλματός σου κι αρνείσαι να είσαι διαχειριστής του θεού και να δεχτείς τα δώρα του και να τα χρησιμοποιήσεις γι’ Αυτόν όταν Αυτός το ζητάει: πρέπει να εργάζεσαι για να είσαι πλούσιος για τον θεό, όχι για την σάρκα και την αμαρτία”. [8Μπάξτερ... Στις Παροιμίες, κγ’, 4, η φράση “Μη παρεκτείνου πένης ων πλουσίω” σημαίνει μόνο πως “τα πλούτη για σαρκικούς σκοπούς δεν πρέπει να είναι η έσχατη επιδίωξη του ανθρώπου”. Αυτό που είναι απαίσιο είναι η φεουδαλική χρήση της ιδιοκτησίας, όχι η ιδιοκτησία καθεαυτή. Ο Μίλτων, στην πρώτη Defensio Pro Populo Anglicano, διατύπωσε τη γνωστότατη θεωρία πως μόνο η μεσαία τάξη μπορεί να διατηρήσει την αρετή. Το ότι “μεσαία τάξη” εδώ σημαίνει αστική τάξη, κατ’ αντιδιαστολή προς την αριστοκρατία, δείχνεται απ’ τη δήλωση πως τόσο η πολυτέλεια όσο και η ένδεια είναι δυσμενείς παράγοντες για την αρετή.]

Έτσι, ο πλούτοις είναι ηθικά κακός μόνο στον βαθμό που αποτελεί έναν πειρασμό να τεμπελιάζει κανείς και ν’ απολαμβάνει αμαρτωλά τη ζωή, κι η απόκτησή του είναι κακή μόνον όταν γίνεται με σκοπό να ζει κανείς αργότερα ξένοιαστα κι ελαφρά. Αλλά σαν εκτέλεση του καθήκοντος σ’ ένα επάγγελμα είναι όχι μόνον ηθικά επιτρεπτός, αλλά και επιβεβλημένος. [9]

Sarajevo 85 - 6/2014

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

1 - Οι “Εβιωνίτες” ήταν μια εβραιοχριστιανική αίρεση του 1ου και του 2ου μ.Χ. αιώνα, με κυρίως φτωχούς πιστούς. Πίστευαν ότι ο Χριστός δεν ήταν γυιός του θεού αλλά προφήτης, και κατ’ αυτούς δεν υπήρχε ζήτημα “άφεσης αμαρτιών” ή “συγχώρεσης”. Κατά συνέπεια ζούσαν με πολύ αυστηρή καθημερινή ηθική, και φρόντιζαν τους άπορους, της χήρες αλλά και τους ταξιδιώτες. Επιπλέον δεν έτρωγαν κρέας.
[ επιστροφή ]

2 - Γιατί όχι μόνον ο πλούτος, αλλά και η παρορμητική επιδίωξή του (ή αυτό που θεωρούνταν σαν τέτοιο) καταδικαζόταν με παρόμοια αυστηρότητα. Στις Κάτω Χώρες, η Σύνοδος της Νότιας Ολλανδίας στα 1574 διακήρυξε, απαντώντας σ’ ένα ερώτημα, πως οι δανειστές δεν έπρεπε να γίνονται δεκτοί στη θεία κοινωνία, έστω κι αν η δουλειά τους επιτρεπόταν απ’ το νόμο. Και η Επαρχιακή Σύνοδος του Ντέφεντερ του 1598 (άρθρο 24) επέκτεινε αυτό το μέτρο και στους υπαλλήλους των δανειστών. Η Σύνοδος του Γκόριχεμ στα 1606 θέσπισε αυστηρούς και εξευτελιστικούς όρους κάτω απ’ τους οποίους θα γίνονταν δεκτές στη θεία κοινωνία οι γυναίκες των τοκογλύφων, και ακόμα και στα 1644 και 1657 συζητιόταν το ζητημα αν οι Λομβαρδοί έπρεπε να γίνονται δεκτοί στην κοινότητα των πιστών. Ο Χίσμπερτ Φουτ ήθελε να αποκλείσει τους τραπεζίτες (Λομβαρδούς, Πεδεμόντιους). Το ίδιο ίσχυε και για τις Ουγενοτικές Συνόδους. Αυτό το είδος καπιταλιστικών τάξεων δεν ήταν οι τυπικοί εκπρόσωποι της φιλοσοφίας ή του τύπου συμπεριφοράς που μας απασχολεί. Κι ακόμα δεν ήσαν τίποτα το καινούργιο, σε σύγκριση με την αρχαιότητα και τον Μεσαίωνα.
[ επιστροφή ]

3 - Christian Directory, I, σ. 375-6. “Ο θεός μας συντηρεί, εμάς και τις δραστηριότητές μας, για να δρούμε· η εργασια είναι ο ηθικός καθώς και ο φυσικός σκοπός της δύναμης... Με τη δράση υπηρετούμε και τιμούμε το θεό πιο πολύ απ’ ό,τι με οτιδήποτε άλλο... Η κοινή ευτυχία ή το καλό των πολλών πρέπει να τοποθετείται πιο πάνω απ’ το δικό μας”. Εδώ βρίσκεται το συνδετικό σημείο για τη μετάβαση απ’ τη θέληση του θεού στην καθαρά ωφελιμιστική αντίληψη της μεταγενέστερης φιλελεύθερης θεωρίας.
[ επιστροφή ]

4 - [σ.σ.] Sarajevo νο 84, μια εποχή στην κόλαση.
[ επιστροφή ]

5 - Μπάξτερ, Christian Directory, I, σ. 79. “να δίνεις μεγάλη σημασία στον χρόνο και κάθε μέρα πιο πολύ να προσέχεις να μην χάσεις χρόνο, παρά να μη χάσεις το χρυσάφι και το ασήμι σου. Κι αν οι άσκοπες διασκεδάσεις, τα ντυσίματα, τα γλέντια, το κουβεντολόι, οι ανώφελες παρέες ή ο ύπνος αποτελούν περιασμούς που σου κλέβουν τον χρόνο σου, να εντείνεις ανάλογα την επαγρύπνησή σου”.“Όσοι σπαταλούν το χρόνο τους, περιφρονούν τις ψυχές τους” λέει ο Μάθιου Χένρυ (Worth of the Soul, Works of the Puritan Divines, σ. 315).
Κι εδώ επίσης ο προτεσταντικός ασκητισμός ακολουθεί ένα πατημένο μονοπάτι. Έχουμε συνηθίσει να θεωρούμε σαν χαρακτηριστικό του σύγχρονου ανθρώπου το ότι δεν έχει καιρό και, όπως ο Γκαίτε στο Wanderjahre, να μετράμε τον βαθμό καπιταλιστικής ανάπτυξης απ’ το γεγονός πως τα ρολόγια χτυπούν καθε τέταρτο. Το ίδιο και ο Ζόμπαρτ στο έργο του για τον καπιταλισμό. Ωστόσο δεν πρέπει να ξεχνάμε πως οι πρώτοι άνθρωποι που ζούσαν (στον Μεσαίωνα) μετρώντας επιμελώς τον χρόνο ήταν οι καλόγεροι, και πως τα ρολόγια των εκκλησιών προορίζονταν πάνω απ’όλα για την αντιμετώπιση των αναγκών τους.
[ επιστροφή ]

6 - Επίσης, μια διακήρυξη των Μορμόνων καταλήγει (έπειτα από διάφορες παραθέσεις) με τα λόγια: “Αλλά ένας οκνηρός ή νωχελικός άνθρωπος δεν μπορεί να είναι χριστιανός και να σωθεί. Είναι γραφτό του να συντριβεί και να πεταχτεί έξω απ’ την κυψέλη”. Αλλά σ’ αυτή την περίπτωση ήταν κατά κύριο λόγο η αξιοθαύμαστη πειθαρχία, που θύμιζε κάτι απ’ το μοναστήρι και κάτι απ’ το εργοστάσιο, αυτή που έβαζε το άτομο μπροστά στο δίλημα να δουλέψει ή να εκμηδενιστεί, και, σε συνδυασμό φυσικά με τον θρησκευτικό ενθουσιασμό και μόνο χάρη σ’ αυτόν κατορθωτή, προκάλε τα εκπληκτικά οικονομικά επιτεύγματα αυτής της αίρεσης.
[ επιστροφή ]

7 - Γιατί, όπως συχνά τονίζεται στην πουριτανική φιλολογία, ο θεός ποτέ δεν διέταξε “αγάπα τον πλησίον σου περισσότερο από τον εαυτό σου”, αλλά “όπως τον εαυτό σου”. Επομένως η φροντίδα για τον εαυτό μας είναι κι αυτή ένα καθήκον. Π.χ., ένας άνθρωπος που μπορεί να χρησιμοποιήσει καλύτερα τ’ αποκτήματά του για τη μεγαλύτερη δόξα του θεού απ’ ό,τι ο διπλανός του, δεν υποχρεώνεται απ’ το καθήκον της αδελφικής αγάπης να τα μοιραστεί μαζί του.
[ επιστροφή ]

8 - Μπάξτερ... Στις Παροιμίες, κγ’, 4, η φράση “Μη παρεκτείνου πένης ων πλουσίω” σημαίνει μόνο πως “τα πλούτη για σαρκικούς σκοπούς δεν πρέπει να είναι η έσχατη επιδίωξη του ανθρώπου”. Αυτό που είναι απαίσιο είναι η φεουδαλική χρήση της ιδιοκτησίας, όχι η ιδιοκτησία καθεαυτή. Ο Μίλτων, στην πρώτη Defensio Pro Populo Anglicano, διατύπωσε τη γνωστότατη θεωρία πως μόνο η μεσαία τάξη μπορεί να διατηρήσει την αρετή. Το ότι “μεσαία τάξη” εδώ σημαίνει αστική τάξη, κατ’ αντιδιαστολή προς την αριστοκρατία, δείχνεται απ’ τη δήλωση πως τόσο η πολυτέλεια όσο και η ένδεια είναι δυσμενείς παράγοντες για την αρετή.
[ επιστροφή ]

9 - Αυτό είναι σημαντικότατο. Κάνουμε και πάλι την εξής παρατήρηση: όπως είναι φυσικό, δεν ασχολούμαστε εδώ τόσο πολύ με το τι έννοιες ανέπτυξαν οι θρησκευτικοί ηθικολόγοι στις ηθικές θεωρίες τους, αλλά μάλλον για την πρακτική ηθική των πιστών· δηλαδή, με το πως το θρησκευτικό υπόβαθρο της οικονομικής ηθικής επηρρέασε την πράξη. Στην καζουϊστική φιλολογία του καθολικισμού, ιδιαίτερα στην ιησουίτικη, μπορεί κανείς να διαβάσει εδώ κι εκεί συζητήσεις που (π.χ. αναφορικά με το ζήτημα της θεμιτότητας του τόκου, στο οποίο δεν υπεισερχόμαστε εδώ) θυμίζουν εκείνες πολλών προτεσταντών καζουϊστών, και μερικές φορές μάλιστα δείχνουν να προχωρούν πιο πέρα, επιτρέποντας ή δείχνοντας ανοχή σε πολλά πράγματα. Γι αυτό οι Πουριτανοί κατηγορήθηκαν συχνά ότι η ηθική τους ήταν κατά βάθος η ίδια με των Ιησουϊτών.
...
Αλλά ξέχωρα απ’ το αποφασιστικό γεγονός της θρησκευτικής επικύρωσης της ασκητικής ζωής για τους λαϊκούς, υπάρχει η θεμελιώδης διαφορά, ακόμα και στη θεωρία, πως αυτές οι φιλελευθεριάζουσες ιδέες μέσα στα πλαίσια του καθολικισμού ήταν προϊόντα ιδιόμορφα χαλαρών ηθικών θεωριών, που επικυρώνονταν απ’ την αυθεντία της Εκκλησίας, αλλά καταπολεμούνταν απ’ τους σοβαρότερους εκπρόσωπούς της. Απ’ την άλλη μεριά, η προτεσταντική ιδέα του Beruf έθεσε πρακτικά τους σοβαρότερους ζηλωτές του ασκητισμού στην υπηρεσία της καπιταλιστικής ιδιοποίησης. Αυτό που στη μία περίπτωση μπορούσε, κάτω από ορισμένες προϋποθέσεις, να είναι επιτρεπτό, στην άλλη εμφανιζόταν σαν ένα θετικό ηθικό αγαθό.
...
“Να εργάζεσαι με τον τρόπο εκείνο που συντελεί πιο πολύ στην επιτυχία σου και στο νόμιμο κέρδος. Έχεις υποχρέωση ν’ αξιοποείς όλες τις ικανότητες σου”... Ένας άμεσος παραλληλισμός ανάμεσα στην επιδίωξη της ευτυχίας στο Επουράνιο Βασίλειο και την επιδίωξη επιτυχίας σ’ ένα εγκόσμιο επάγγελμα βρίσκεται στο έργο του Τζαλινγουαίη “Heaven Upon Earth”.
[ επιστροφή ]

κορυφή