sarajevo

e-κουτσομπολιό

Οι ψυχολόγοι ή/και οι ανθρωπολόγοι το έχουν ψάξει. Κι όποιος / όποια χρειάζεται µια επιστηµονική συνηγορία σ’ αυτήν την “συνήθεια”, θα την βρει. Το κουτσοµπολιό (λένε) είναι µια εύλογη προσπάθεια των ατόµων του είδους µας να δηµιουργούν κοινωνικές συµµαχίες, και να αναγνωρίζονται µε κάποιον τρόπο µέσα σ’ αυτές. Είναι, επίσης, (λένε) η προσπάθεια κάθε µικρού ή µεσαίου µεγέθους οµάδας να “ελέγχει” τον κοινωνικό της περίγυρο, µαζεύοντας και ανταλλάσσοντας πληροφορίες για τρίτους. Τέλος είναι ένας εύκολος και ανώδυνος τρόπος να “σκοτώνουν τον χρόνο τους” δύο ή περισσότερα άτοµα. Τυπικά, κατ’ αρχήν, οι ειδικοί δεν κάνουν διάκριση ανάµεσα στην κακόβουλη ή καλόβουλη ενασχόληση κάποιων µε τρίτους. Επιπλέον δεν δίνουν καµµία σηµασία την επιφανειακότητα αυτής της ενασχόλησης: το κουτσοµπολιό είναι προσιτό και διασκεδαστικό ακριβώς επειδή πιάνει την κάθε φορά εύκολη πλευρά των συµπεριφορών, των ηθών, των πρακτικών, των ατόµων. Αλλά η κακοβουλία του κουτσοµπολιού δεν είναι απλά ένα σύµπτωµα ή ένα ενδεχόµενο του. Είναι η βασική αιτία του. Εάν πρόκειται κανείς να επαινέσει κάποιον / κάποιαν, τότε µπορεί να το κάνει µπροστά στον ίδιο / στην ίδια· υπάρχουν αρκετοί λόγοι για κάτι τέτοιο. Εάν όµως πρόκειται για θάψιµο; Η απουσία του “αντικείµενου” απ’ το κουτσοµπολιό επιβεβαιώνει ότι δεν πρόκειται να ξεδιπλωθεί κάποιος έπαινος· ή, ακόµα κι αν συµβεί κάτι τέτοιο, είναι µόνο για να εκφράσει την υποτιθέµενη “γενναιοδωρία” εκείνου που επαινεί µεν, αλλά όχι πρόσωπο µε πρόσωπο.
Εκείνο που βρίσκουµε χρήσιµο από τις σχετικές έρευνες, είναι ότι το κουτσοµπολιό δεν έχει διαφορές φύλου ή κοινωνικής τάξης. Που σηµαίνει: η κακοήθεια δεν έχει εύκολα σύνορα.
Κουτσοµπολιό λοιπόν. Στο σχολείο, στο σπίτι, στο δρόµο, στη δουλειά, στις παρέες. Η τάση να δηµιουργούνται συµµαχίες µεσολαβηµένες  απ’ την αόρατη παρουσία κάποιου / κάποιων τρίτου / τρίτων είναι εύκολα αναγνωρίσιµη. Όπως πικρά αναγνωρίσιµη είναι η αλή- θεια ότι τέτοιες συµµαχίες είναι στην πράξη ρευστές: ο/η Α κουτσοµπολεύει µε τον/την Β τον/την Γ· αλλά µετά ο/η Α κουτσοµπολεύει µε τον/την Γ τον/την Β... κ.ο.κ. Στην διάρκεια του κουτσοµπολιού ο καθένας / η καθεµιά νοιώθει στην κορυφή της γνώµης και των πληροφοριών· αλλά κάποτε ανακαλύπτει ότι βρίσκεται στα τάρταρα του στόµατος κάποιων άλλων.

Η πολλών αιώνων “ταχύτητα” των κουτσομπολιών και της διάδοσής τους ήταν η ταχύτητα της εγγύτητας των προσώπων και των ψιθύρων. Από στόμα σε στόμα μια “πολύτιμη πληροφορία” σε βάρος κάποιου ή κάποιας μπορούσε να ταξιδέψει αποστάσεις που ορίζονταν απ’ τη συνάφεια (και το τέμπο συναντήσεων) των φυσικών στομάτων και αυτιών. Το τηλέφωνο έδωσε άλλη διάσταση τόσο στην ταχύτητα της εξάπλωσης όσο και στους “ομόκεντρους κύκλους” της κίνησης του κουτσομπολιού. Αλλά ακόμα κι αυτή η εξαιρετική (σε σχέση με την αμεσολάβητη προφορική επαφή) ταχύτητα του τηλεφωνικού κουτσομπολιού είχε ορισμένους περιορισμούς· εάν συγκριθεί με το ηλεκτρονικό παρόμοιο. Το τηλέφωνο αποεδαφικοποίησε το κουτσομπολιό. Όμως παρέμενε το “ένας μ’ έναν” της μετάδοσης, καθώς και η αποκλειστικότητα του ήχου / ομιλίας.
Η (με διάφορες μορφές) ηλεκτρονική μεσολάβηση των κοινωνικών σχέσεων κράτησε τα καλά της τηλεφωνικής τέτοιας, και απογείωσε κυριολεκτικά την κουτσομπολίστικη κακοβουλία προσφέροντας καινούργια και εξαιρετικά δυναμικά εργαλεία.
Πρώτα πρώτα η “παράλληλη συμμετοχή” στο κουτσομπολιό. Όχι ένας μ’ έναν, αλλά πολλοί με την αρχική “πηγή”. Πρόκειται για τον εκρηκτικό πολλαπλασιασμό της ταχυτήτας κυκλοφορίας του κουτσομπολιού, μια ν-διάστατη εκτόξευση στη θέση της γραμμικής αλληλουχίας (ή των γραμμικών αλληλουχιών) που ίσχυαν ακόμα ως και την εποχή του απλού τηλεφώνου.
Ύστερα όχι μόνο (και όχι τόσο) ο ήχος, αλλά η (κατα)γραφή και, κυρίως, οι δυνατότητες των εικόνων, ακίνητων ή κινούμενων. Τώρα οι “πληροφορίες” με τις οποίες τρέφεται το κουτσομπολιό δεν είναι απλά προφορικές (και υποκειμενικές) περιγραφές και αναμεταδόσεις, αλλά “αντικειμενικά ντοκουμέντα”. Φωτογραφίες ή βίντεο, που μπορεί να έχουν τραβηχτεί εν γνώσει του θιγόμενου / της θιγόμενης στόχου του κοτσομπολιού (αλλά με συχνά ασυγχώρητη αμέλεια του πως μπορούν να χρησιμοποιηθούν)· ή, ακόμα, μπορεί λαθραία λάφυρα. Σαν (υποτιθέμενες) “αποδείξεις” του ενός ή του άλλου, σκηνοθετούν την κακοβουλία και ερεθίζουν πολύ πιο έντονα το ενδιαφέρον κάθε υπήκοου του θεάματος: όχι μόνο να απολαύσει ο ίδιος / η ίδια το “ντοκουμέντο”, αλλά να προλάβει να το μεταδόσει (ας πούμε: μέσω της “κοινωνικής δικτύωσης”) όσο περισσότερο μπορεί. Σαν καλός πλασιέ της ανυπόφορης αλλά και ελκυστικής μοχθηρίας.
Και, ακόμα, η ανωνυμία / πλαστοπροσωπία, που τόσο απλόχερα προσφέρει η ηλεκτρονική μεσολάβηση των κοινωνικών σχέσεων. Από πρώτη ματιά αυτή η συγκεκριμένη δυνατότητα έχει αντίθετες συνέπειες. Απ’ την μια απαλλάσσει τον καθένα απ’ την ευθύνη και την ενοχή ακόμα και απ’ της πιο εξώφθαλμης προστυχιάς του κουτσομπολιού. Απ’ την άλλη έχει μικρότερα ατομικά (προσωποιήσιμα) οφέλη στο κτίσιμο της όποιας κουτσομπολίστικης συμμαχίας. Όμως αυτό το τελευταίο μετριάζεται απ’ την παρανοϊκή ταύτιση των τέτοιου είδους πελατών του κυβερνοχώρου με τα avatar τους: απολαμβάνουν το να είναι “πηγή” ή “ιμάντας μεταφοράς” του ενός ή του άλλου κακόβουλου “κομματιού”, σαν να είναι πράγματι γρανάζια της μηχανής, ακόμα κι αν η πραγματική τους ταυτότητα είναι άγνωστη ή γνωστή σε ελάχιστους.

Sarajevo 84 - 5/2014

Μπορεί εύκολα να καταλάβει (όποιος / όποια θέλει...) ότι η ηλεκτρονική μεσολάβηση των ανθρώπινων σχέσεων εξπλίζει το κουτσομπολιό με τέτοια και τόσο δυνατά μέσα, ώστε να το εξυψώνει απ’ το μισόφωτο των ψιθύρων (την μακρινή του καταγωγή) στην υπέρλαμπρη πραγματικότητα του κυβερνοσύμπαντος. Η μηχανή η ίδια (τα ηλεκτρονικά μέσα) δεν γεννάει τις κουτσομπολίστικες πρακτικές και συμπεριφορές. Όμως άπαξ κι αυτές υπάρχουν τις απογειώνει, τις αποενοχοποιεί, τις μετατρέπει με δυναμικό τρόπο σε νόρμα. Η αδιακρισία, η ζήλεια και ο φθόνος, η συκοφαντία, η κακόβουλη ενασχόληση με τους άλλους δεν είναι πια “...συμβαίνουν αλλά δεν μπορούμε να περηφανευόμαστε δημόσια γι’ αυτά”. Είναι πολύ πιο ενεργητικές, δημόσια παραδεκτές και, στην πράξη κοινωνικές νόμιμες πρακτικές.
Ακόμα κι όταν το κουτσομπολιό ήταν συνειδητή προσπάθεια εξουθένωσης κάποιου ή κάποιας, είχε τον περιορισμό της, ας την πούμε έτσι, χειρωνακτικής δουλειάς. Το e - κουτσομπολιό απελευθερώθηκε απ’ τους όποιους τεχνικούς περιορισμούς του παρελθόντος· και φτιάχνει ακόμα και δολοφόνους.

κορυφή