sarajevo

τζαμπατζήδες

Η δολοφονία του Θανάση Καναούτη, στο Περιστέρι, έχει ξεχαστεί, έτσι όπως τα γεγονότα, ακόμα και τα πιο σκληρά, χάνονται στο βάθος του χρόνου. Απ’ την άλλη μεριά οι κεφαλοκυνηγοί των μ.μ.μ. μάλλον έχουν ισχυροποιηθεί, χάρη στην κομφορμιστική μαζική “νομιμοφροσύνη”, που και στο ζήτημα των “εισιτηρίων” είναι εκδήλωση της υπόγειας μικροαστικής μνησικακίας: γιατί εγώ να πληρώνω κι αυτός όχι; Κάποια όχι μακρινή στιγμή το “ηλεκτρονικό εισιτήριο” θα ικανοποιήσει το νόμο και την τάξη, χωρίς να χρησιμοποιούνται βρώμικα χέρια και χωρίς να εκδηλώνονται βρώμικα μυαλά. Και ο χαρακτηρισμός “τζαμπατζήδες”, που υποτιμητικά έπεσε σα σάβανο πάνω στο νεκρό του περασμένου καλοκαιριού, θα μείνει σαν αυτοεκπληρούμενη κακοήθεια.
Είναι “τζαμπατζής” όποιος / όποια δεν θέλει να πληρώνει εισιτήριο στις urban μετακινήσεις; Για τα δικά μας γούστα ο χαρακτηρισμός δεν είναι υποτιμητικός. Είναι όμως λίγος και ανεπαρκής για να εξηγήσει μια αντίθεση στην οποία το δίκιο, από πολλές απόψεις καθόλου “ιδεολογικές”, είναι ενάντια τόσο στα εισιτήρια όσο και στον μιθριδατισμό του “κοινού”. Κι αυτή την αντίθεση πρέπει να την κρατήσουμε ενεργή και διαυγή, επειδή προεκτείνεται σε αρκετά άλλα σημεία του σύγχρονου κοινωνικού εργοστάσιου.

Sarajevo 84 - 5/2014

μετακινήσεις

Η απλή, καθημερινή εσωτερίκευση των καπιταλιστικών προσταγών συμβουλεύει ότι μετακινούμαστε στις πόλεις (όπως και έξω απ’ αυτές...) επειδή θέλουμε. Είναι μια ακόμα απ’ τις μαγικές εικόνες της σύγχρονης ζωής. Τα urban περιβάλλοντα διαμορφώνουν ένα συγκεκριμένο χωροχρονικό πλέγμα, στο οποίο οι μετακινήσεις σε μεγάλες αποστάσεις είναι υποχρεωτικές 99 φορές στις 100 για την συντριπτική πλειονότητα των κατοίκων τους. Μετακινήσεις βιαστικές.
Βιαζόμαστε, κι αυτό εμφανίζεται σαν μια υποκειμενική συνθήκη, ένα είδος “προσωπικής ανάγκης” της οποίας την ικανοποίηση πρέπει να αγοράζουμε. Αλλά ποιός μας βιάζει; Ο - χρόνος - είναι - χρήμα, αυτό είναι το motto του καπιταλισμού γενικά. Αλλά ποιός κερδίζει απ’ την δική μας ταχύτητα στις μετακινήσεις;
Η απάντηση δεν είναι δύσκολη. Απ’ το πλέγμα των απαιτήσεων της κρατικής διοίκησης ως την κατανομή των “τόπων δουλειάς”, των “τόπων εκπαίδευσης” και των “τόπων διασκέδασης” η urban χωροταξία είναι η οργάνωση της όσο το δυνατόν μεγαλύτερης κλίμακας, κι αυτό όχι τυχαία. Μπορούμε να φανταστούμε το αντίθετο: έστω ότι για κάποιον λόγο (που δεν μας ενδιαφέρει εδώ) ο μόνος τρόπος για να μετακινούμαστε είναι αυτός που αποκτήσαμε κάποτε, σαν είδος, κατεβαίνοντας απ’ τα δέντρα: με τα πόδια. Το περπάτημα οριοθετεί διάρκειες και αποστάσεις περιορισμένες. Πράγμα που σημαίνει ότι η χ επιχείρηση ή ψ διοικητική δομή θα ήταν υποχρεωμένη να απευθύνεται / να αναφέρεται / να αξιοποιεί ένα μικρό κλάσμα της σύγχρονης πόλης· μια γειτονιά, και μάλιστα όχι πολύ μεγάλη. Τα αφεντικά θα προσλάμβαναν εργάτες απ’ την γειτονιά· οι έμποροι θα απευθύνονταν στην πελατεία της γειτονιάς· το ίδιο και οι εφορίες. Ειδικά σε ότι αφορά την οργάνωση της εργασίας (και της κατανάλωσης) η επιβεβλημένη απ’ το “μέσο μεταφοράς πόδι” θα επέβαλε μια “μικρή αγορά”, μια “μικρή δεξαμενή”. Που με τη σειρά της αργά ή γρήγορα θα επενεργούσε πάνω στις τιμές: τα αφεντικά της γειτονιάς θα έπρεπε να διαγκωνίζονται για την σχετικά περιορισμένη διαθέσιμη εργασία, πληρώνοντας περισσότερο και περισσότερο· κι απ’ την άλλη μεριά αυτή η “διαθέσιμη εργασία της γειτονιάς” θα συναντιόταν συχνά, θα μπορούσε να φτιάξει σχέσεις εμπιστοσύνης, και άρα να είναι περισσότερο αδιάλλακτη.

Η μεγέθυνση (της έκτασης) της αγοράς, αρχίζοντας απ’ την αγορά εργασίας, είναι δομική ανάγκη γι’ αυτό που λέγεται καπιταλισμός. Είναι επιβεβλημένη απ’ τις ανάγκες της συσσώρευσης και του ανταγωνισμού μεταξύ των αφεντικών. Είναι επιβεβλημένη ακόμα περισσότερο απ’ τις ανάγκες εξασφάλισης της φτηνότερης κατά το δυνατόν εργασίας. Όσο κι αν απολαμβάνουμε ορισμένες πλευρές της ζωής σ’ αυτές, τις πόλεις (“που σαν δούλοι κτίζουμε...”) τις φτιάχνει η ένταση και η υπερένταση των καπιταλιστικών λειτουργιών της εκμετάλλευσης, και όχι ... το θέλημα του θεού. Γι’ αυτό και το δίπολο “εισαγωγή εργασίας” / “εδαφική - χωρική επέκταση του κύκλου αξιοποίησης” (που σημαίνει: όλο και μεγαλύτερες αποστάσεις που πρέπει να διανυθούν όλο και πιο γρήγορα) είναι η όχι και τόσο κρυφή ζωή του καπιταλισμού σχεδόν απ’ τη γέννησή του: η τεχνολογία των μέσων μεταφοράς μεγάλων αποστάσεων, αρχίζοντας απ’ τον σιδηρόδρομο, είναι απ’ τις πιο θεμελιώδης στην καπιταλιστική εξέλιξη.
Με άλλα λόγια, αν δεν πηγαίνουμε στη δουλειά με τα πόδια· αν δεν πηγαίνουμε στους μικρούς και μεγάλους ναούς της κατανάλωσης με τα πόδια· κι αν δεν πηγαίνουμε σε πολλές κρατικές γραφειοκρατικές διαδικασίες με τα πόδια, είναι επειδή απ’ την μια οι αποστάσεις που “οφείλουμε να διανύσουμε” μεγαλώνουν άσχετα απ’ την θέλησή μας, ενώ ταυτόχρονα ο χρόνος που επιτρέπεται να αφιερώσουμε σ’ αυτές τις μετακινήσεις είναι μόνιμα συμπιεσμένος, επίσης άσχετα απ’ την θέλησή μας.
Σε μια αφίσα / εφημερίδα τοίχου που κυκλοφόρησε στην ΑΘήνα τον περασμένο Φλεβάρη, με τίτλο κυνηγοί κεφαλών σημειωνόταν:

Επιχειρήσεις και βιομηχανίες εκτός Αθηνών (π.χ. Οινόφυτα...) αναλαμβάνουν το κόστος της μετακίνησης των εργατών και υπαλλήλων τους από και προς τη δουλειά με δικά τους λεωφορεία· ή νοικιάζοντας... Επιχειρήσεις διασκέδασης (π.χ. terra vibe, allou fan park...) αναλαμβάνουν το κόστος της μετακίνησης των πελατών τους σε διάφορα “events”... Τα κόμματα, στις χρυσές εποχές, πλήρωναν απεριόριστες ποσότητες εισιτηρίων για τους ετεροδημότες ψηφοφόρους τους... Ο στρατός φροντίζει τις μετακινήσεις των αξιωματικών του...
Τι σημαίνουν αυτά; Σημαίνουν ότι τα αφεντικά, σ’ όλο το φάσμα της καπιταλιστικής καθημερινότητας (δουλειά, διασκέδαση, κατανάλωση, εκλογές...) αναγνωρίζουν, όταν δεν μπορούν να κάνουν αλλιώς, ότι τα συμφέρει να πληρώνουν τις μετακινήσεις μας, για να κάνουν τη δουλειά τους.
...

Φαίνεται ενοχλητικά απλό το πόσο εύκολα τα αφεντικά αναγνωρίζουν ότι οι οργανωμένες και μαζικές μετακινήσεις μας στις πόλεις είναι πολύ περισσότερο δική τους ανάγκη παρά δική μας· την ίδια ακριβώς στιγμή που οργανώνουν την αυστηρότητα και τη βία του ανάποδου δόγματος. Διεξάγεται εδώ (και εδώ) ένας σκληρός ιδεολογικός πόλεμος σε βάρος μας, αφού πρέπει να ακρωτηριαστούμε διανοητικά και ηθικά. Να “παραδεχτούμε” δηλαδή, ότι είναι “λογικό” να πληρώνουμε εμείς για τις μετακινήσεις που έχουν ανάγκη τ’ αφεντικά.

Κι ωστόσο πληρώνουμε, ακόμα κι αν δεν αγοράσουμε ποτέ ούτε μισό εισίτηριο! Τα μέσα μαζικής μεταφοράς που αποκαλούνται ακόμα “δημόσια” υπάγονταν (από ένα σημείο της καπιταλιστικής εξέλιξης, στον 20ο αιώνα, και μετά) στα κρατικά έξοδα, που με τη σειρά τους καλύπτονταν απ’ την φορολογία. Όπως συμβαίνει και με τις υπόλοιπες “δημόσιες δαπάνες” (υγεία, πρόνοια, εκπαίδευση) οι διαδικασίες “ιδιωτικοποίησης” (πληρώνεις cash για να πάρεις) στις μετακινήσεις, απ’ τα εισιτήρια των urban μέσων ως τα διόδια των υπερτομικών μετακινήσεων, δεν συνεπάγονται ριζική μείωση των φόρων, άμεσων και έμμεσων που πληρώνουμε σαν σύγχρονη εργατική τάξη, αλλά το αντίθετο. Συνεπώς, η αυστηρότητα έως βία της πληρωμής εισιτηρίου είναι η αυστηρότητα και η βία της πολλαπλής πληρωμής για την ίδια ακριβώς υπηρεσία.

ιδεολογία

Το δόγμα ότι το σύνολο των κοινωνικών σχέσεων οφείλει να διατρέχεται απ’ το επιχειρηματικό φλέγμα, απ’ το πνεύμα της κερδοφορίας ή/και των “ισοσκελισμένων λογαριασμών”, παράγει και αναπαράγει την δική του νομιμοφροσύνη. Πρόκειται για τον ηττοπαθή συμβιβασμό που ήδη αναφέραμε: αφού εγώ (φοβάμαι και) πληρώνω, θα πληρώσεις κι εσύ. Ένα είδος πανούκλας, που ενοχοποιεί όχι εκείνον που αποδέχεται ακόμα και τις πιο μικρές δόσεις της καπιταλιστικής παράνοιας, αλλά εκείνον που έστω ενστικτώδικα την απορρίπτει.
Και (μπορεί να το δει κανείς καθημερινά σε αργή κίνηση) ό,τι “περιθωριοποιείται” απ’ την άποψη της μέσης κοινωνικής ηθικής, γίνεται στόχος βίας. Ψυχολογικής, συναισθηματικής, νομικής και αστυνομικής. Υπάρχει μάλιστα μια διεθνής θεσμική τάση (στα μέρη μας έρχεται τώρα) που κάνει την άσκηση αυτής της βίας χρήμα τοις μετρητοίς: η μορφή είναι το (υψηλό) πρόστιμο. Τι συμβαίνει εδώ; Οι ιδεολογικοί συσχετισμοί (δηλαδή, στην περίπτωση που εξετάζουμε, η “αλήθεια” ότι μην πληρώνοντας εισιτήριο “στρέφεσαι κατά του κοινωνικού συνόλου”) μετατρέπονται σε άμεσες διοικητικές πράξεις, παρακάμπτοντας την χρονοβόρα (και θεωρητικά αμφίβολης έκβασης) παραπομπή του “αδικήματος” στο δικαστήριο· στο πεδίο, δηλαδή, όπου υπάρχουν αντεπιχειρήματα (ή δικαιολογήσεις). Το πρόστιμο είναι η τρομοκρατία της άμεσης τιμωρίας, και μάλιστα της τιμωρίας που μεταφράζεται άμεσα και αυτόματα σε χρήμα.

Μόλις δει κανείς το ζήτημα στην πλήρη αλληλουχία του, μπορεί να διαπιστώσει πως το να ισχυριστούμε ότι έχουμε κι εδώ μια στιγμή νέου ολοκληρωτισμού / νέου φασισμού, δεν είναι ούτε καταχρηστικό ούτε στενά συμφεροντολογικό. Ας δούμε συνοπτικά τα “βήματα”:
α) οι μακρινές και ταυτόχρονα όσο το δυνατόν συντομότερες μετακινήσεις μέσα στις πόλεις εξυπηρετούν οργανικά και περισσότερο απ’ οτιδήποτε άλλο την διευρυμένη καπιταλιστική συσσώρευση, είτε με την μορφή της μεγάλης αγοράς εργασίας, είτε με τη μορφή της μεγάλης εμπορικής αγοράς, είτε με τη μορφή της κεντροποιημένης κρατικής διοίκησης·
β) οι καπιταλιστικές αναγκαιότητες αντιστρέφονται και εσωτερικεύονται σαν δικές μας ανάγκες / υποχρεώσεις·
γ) αποδεχόμαστε, κατά συνέπεια, ότι “κάτι πρέπει να πληρώνουμε” γι’ αυτές τις μετακινήσεις: η αποδοχή μπορεί να έχει την μορφή του ι.χ., του ταξί, ή του εισιτηρίου στα μ.μ.μ.·
δ) επειδή, όμως, κάμποσοι μπορεί να μην αποδέχονται αυτή την αντιστροφή / εκβιασμό, κινητοποιείται ενισχυμένο αφ’ ενός το ιδεολογικό οπλοστάσιο (“τζαμπατζήδες”...) αφ’ ετέρου το αστυνομικό·
ε) οπότε είτε νομιμοποιούνται οι ηθικοί και συναισθηματικοί ακρωτηριασμοί (“πρέπει να πληρώνω - να πληρώνεις - να πληρώνουμε - να πληρώνουμε - να πληρώνετε - να πληρώνουν”) είτε επιβάλλονται αυθαίρετες έως παρανοϊκές, και σίγουρα παραδειγματικές, τιμωρίες...
Αυτό που αναγνωρίζουμε σ’ αυτή την αλληλουχία είναι διαδοχικά (και κλιμακούμενα) “επίπεδα βίας”. Αρχίζοντας απ’ την ιδεολογική, προχωρώντας στην χρηματική / οικονομική, για να να ολοκληρωθεί σε κάποιες μορφές τυπικής αστυνομικής βίας: προφανώς δεν γίνεται να μένεις ατιμώρητος εάν δεν πληρώνεις τα πρόστιμα· θα συλληφθείς, και θα φυλακιστείς.
Αυτά τα “επίπεδα βίας” συνιστούν, εκδηλώνουν το ντελίριο της αδιάλλακτης καπιταλιστικής εξουσίας. Κι αν πει κάποιος πως το ίδιο ντελίριο εκδηλώνεται και σε πολλά άλλα ζητήματα θα έχει δίκιο. Όμως θα ήταν ανόητο έως δουλοπρεπές το να ακυρώνουν ή να υποτιμούν τα “πολλά άλλα”, επιλεγμένα κυκλικά κάθε φορά, το κάθε ένα ζήτημα χωριστά. Και το ζήτημα των μετακινήσεων στις πόλεις είναι ένα τέτοιο, “μικρό” αλλά καθημερινό. Εξού και κατάλληλο για τον μιθριδατισμό που μνημονεύσαμε νωρίτερα.

Ακόμα κι όλα τα πιο πάνω είναι σωστά, δεν είναι βέβαια αρκετά για να αναποδογυρίσουν - το - τραπέζι. Αλλά για να καταφέρουμε αυτό το αναποδογύρισμα, είναι απαραίτητο να μην αυτο-ενοχοποιούμαστε. Χρειάζεται το θάρρος - θράσος του (εργατικού) δίκιου μας· άρα χρειάζεται και η τεκμηρίωσή του.
κορυφή