Sarajevo
 
   

replay: pax islamica

Λιγότερο από τριάντα χρόνια μετά τον θάνατο του προφήτη Μωάμεθ το 10/632 [*], οι στρατοί των αράβων κατέκτησαν στη νοτιοδυτική ασία και στη βορειοανατολική αφρική τα εδάφη που μια χιλιετία νωρίτερα είχαν πέσα στον Αλέξανδρο. Οι άραβες τερμάτισαν την περσική αυτοκρατορία των Σασανιδών (224 - 651), που ήταν διάδοχη των μήδων και των πάρθων, οι οποίοι είχαν ανακτήσει σε βάρος των διαδόχων του Αλέξανδρου τις εκτάσεις ανατολικά του Ευφράτη, ενώ απώθησαν οριστικά τους διάδοχους διαχειριστές της αλεξανδρινής αυτοκρατορίας (που ήταν πλέον οι ρωμαίοι και οι βυζαντικοί) απ’ τα εδάφη της γόνιμης ημισελήνου και την αίγυπτο. Τελικά, αν και στα 100/732 η νέα αυτοκρατορία που θεμελειώθηκε και οργανώθηκε στη βάση του ισλάμ είχε επεκταθεί ακόμα περισσότερο - από την κεντρική ασία και την ινδική υποήπειρο μέχρι την ισπανία και τα Πυρηναία - η καρδιά του νέου πολιτισμού που διέδοσε παρέμενε στα κέντρα των αρχαίων πολιτισμών, από την περσία ως την μεσοποταμία, και από την συρο-παλαιστίνη ως την αίγυπτο.
Η ιστορική σημασία των αραβικών κατακτήσεων πρέπει να ληφθεί πολύ σοβαρά υπ’ όψη. Η αίγυπτος και η γόνιμη ημισέληνος ξαναενώθηκαν με την περσία και την ινδία. Πολιτικά, διοικητικά, και το πλέον σημαντικό οικονομικά, για πρώτη φορά απ’ την εποχή του Αλέξανδρου, και για μια περίοδο που έμελλε να διαρκέσει σημαντικά περισσότερο απ’ την δική του σύντομη ζωή. Η μεγάλη οικονομική και πολιτιστική διαίρεση που χώριζε τον πολιτισμένο κόσμο για χιλιάδες χρόνια πριν την άνοδο του ισλάμ, τα σύνορα ανάμεσα σε ανατολή και δύση όπως διαμορφώνονταν απ’ τα δύο μεγάλα ποτάμια (τον Τίγρη και τον Ευφράτη) προκαλώντας ανταγωνισμούς σε κάθε μία απ’ αυτές τις πλευρές, όλα αυτά τελείωσαν. Αυτό επέτρεψε την ελεύθερη και ασφαλή κυκλοφορία πρώτων υλών και μεταποιημένων αγαθών, αγροτικών προϊόντων και ειδών πολυτελείας, ανθρώπων και υπηρεσιών, τεχνικών και επιδεξιοτήτων, ιδεών, μεθόδων και τρόπων σκέψης. Η θριαμβευτική σημασία αυτού του γεγονότος μεγεθύνθηκε επιπλέον από το γεγονός ότι συνέπεσε με το τέλος των καταστροφικών βυζαντινο-περσικών πολέμων (570-630) που ερήμωσαν την περιοχή, ξεσπίτωσαν τους ντόπιους πληθυσμούς και κατέστρεψαν το εμπόριο. Εκείνοι οι πόλεμοι τροφοδοτούνταν από τα οικονομικά σύνορα που προκαλούσε η πολιτική διαίρεση της εγγύς ανατολής σε ανατολική και δυτική. Ιδιαίτερα η ελεύθερη πρόσβαση στους εμπορικούς δρόμους ανατολής - δύσης πρέπει να εννοηθεί σαν η καρδιά εκείνων των συγκρούσεων. Πριν ξεσπάσουν οι νέες μάχες μετά τον θάνατο του Ιουστινιανού το 565, ο διάδοχός του Ιουστίνος ο 2ος (βασιλιάς από το 565 ως το 578), συνειδητοποιώντας το καταστροφικό αποτέλεσμα του πολέμου πάνω στο εμπόριο, προχώρησε σε διαπραγματεύσεις με τους τούρκους Oghuz της κεντρικής ασίας έτσι ώστε να μπορέσουν οι βυζαντινοί να χρησιμοποιούν τον βόρειο δρόμο του μεταξιού, βόρεια από την Κασπία.

Μια ιδιαίτερη πλευρά της οικονομικής ευημερίας που έφερε η επανένωση ανατολής και δύσης χρειάζεται ειδική μνεία. Αν και, όπως θα το περίμενε ο καθένας, το εμπόριο ωφελήθηκε ιδιαίτερα από τις καινούργιες συνθήκες που δημιούργησε η pax islamica ήταν η γεωργία στην οποία έγινε πραγματική επανάσταση. Η κατάργηση των συνόρων ανάμεσα στην ινδία και την ανατολική μεσόγειο οδήγησε στη συστηματική ανταλλαγή μεταξύ νοτιοδυτικής ασίας και μεσογείου πλήθους από είδη φυτών, οσπρίων και φρούτων, και την ανάπτυξη νέων ποικιλιών· όπως επίσης οδήγησε στη διασταύρωση αγροτικών τεχνικών και της γνώσης για εντατική γεωργία και πλήρη αξιοποίηση των εδαφών. Έτσι, περισσότερο και από το εμπόριο, που πράγματι άρχισε να απολαμβάνει μια σταθερότητα άγνωστη μέχρι τότε και μια διαρκή επέκταση, αλλά του οποίου τα οφέλη κατέληγαν αναγκαστικά στα χέρια της τάξης των εμπόρων, ήταν η αγροτική επανάσταση των πρώτων αιώνων μετά τις αραβικές κατακτήσεις που προσέφερε μεγάλο μέρος του πλούτου στη νεαρή αυτοκρατορία ωφελώντας όλες τις κοινωνικές τάξεις: τις ανώτερες που ήταν ιδιοκτήτες των γαιών και ωφελούνταν από την αύξηση της παραγωγής, των αγροτών που την καλλιεργούσαν, και των χαμηλότερων τάξεων που είδαν την διατροφή τους να βελτιώνεται σημαντικά.

Ένα εξίσου σημαντικό αποτέλεσμα των αραβικών κατακτήσεων, και ο πλέον σημαντικός παράγοντας στην κυκλοφορία της γνώσης γενικά στην αραβική αυτοκρατορία, ήταν η εισαγωγή της τεχνολογίας κατασκευής χαρτιού στον ισλαμικό κόσμο από κινέζους αιχμάλωτους πολέμου το 134/751. Το χαρτί αντικατέστησε πολύ γρήγορα όλα τα άλλα μέσα γραφής τις πρώτες δεκαετίες της περιόδου των Αββασιδών, οπότε η χρήση του προστατεύτηκε και προωθήθηκε από την διοικητική ελίτ. 
Πέρα από την εισαγωγή του χαρτιού, η κατάργηση των συνόρων μεταξύ ανατολικής και δυτικής μεσοποταμίας μετά τις αραβικές κατακτήσεις είχε και μια εξαιρετικά ωφέλιμη, αν και προφανώς απρογραμμάτιστη, πολιτισμική συνέπεια. Ενώθηκαν περιοχές και πληθυσμοί που για μια χιλιετία, από την εποχή του Αλέξανδρου, υπόκεινταν μορφωτικά σε κάποιου είδους “ελληνοποίηση”, ενώ ταυτόχρονα απομονώθηκαν πολιτικά και γεωγραφικά οι βυζαντινοί, δηλαδή η ελληνόφωνη χαλκηδονιακή ορθόδοξη εκκλησία. Αυτό είχε διπλή σημασία. Πρώτον, ήταν η εκλεκτικές θεολογικές πολιτικές και πρακτικές της Κωνσταντινουπολίτικης “ορθοδοξίας” που προκαλούσαν θρησκευτικά σχίσματα κατ’ αρχήν, οδηγώντας τους μεν χριστιανούς που μιλούσαν συριακά σε διάσπαση και, στην περίπτωση των νεστοριανών, στις αγκαλιές της περσίας. Η αποτελεσματική διαχείριση αυτής της πηγής εντάσεων και πολιτιστικού σεχταρισμού απ’ την ισλαμική πολιτική (την Dar al-Islam) και η ενοποίηση όλων των πλευρών κάτω από μια εξουσία που δεν έπαιρνε το μέρος κάποιου στις πολιτιστικές διαφορές (το ισλαμικό κράτος) άνοιξε τον δρόμο για μεγαλύτερη πολιτιστική συνύπαρξη και συνεργασία. Και δεύτερον, η πολιτική και γεωγραφική απομόνωση των βυζαντινών προστάτεψε τις χριστιανικές κοινότητες που βρίσκονταν υπό μουσουλμανική διοίκηση, όπως και όλους τους ελληνόφωνους της ισλαμικής επικράτειας απ’ τα μαύρα χρόνια και την αποστροφή τους προς την ελληνική φιλολοφία στην οποία κύλησε το βυζάντιο τον έβδομο και τον όγδοο αιώνα.

Ενόσω λοιπόν οι χαλκηδόνιοι χριστιανοί καυγάδιζαν για τις εικόνες και κατηγορούσαν οι μεν τους δε για επιστροφή στις παραδόσεις του παγανισμού, οι χριστιανοί που μιλούσαν συριακά, έχοντας πλέον υπό την ισλαμική / αραβική κυριαρχία τόσο θρησκυετική όσο και πολιτική ανεξαρτησία απ’ το βυζάντιο, ακολούθησαν διαφορετική πολιτιστική πορεία. Η μάθηση λόγιων ελληνικών προωθήθηκε από διανοούμενους που μιλούσαν συριακά στα πιο σημαντικά κέντρα των ανατολιτών χριστιανών, από την Έδεσσα και το Qinnasrin στα δυτικά, ως την Nisibis και την Mosul στη βόρεια μεσοποταμία, ως την Gundisabur στη δυτική περσία, για να θυμίσουμε τα πλέον διάσημα κέντρα. Η ίδια ατμόσφαιρα υπήρχε αναμφίβολα στις μονοφυσίτικες και στις νεστοριανές κοινότητες σε όλη την περιοχή, αν κρίνουμε απ’ την εμφάνιση λογίων στις αρχές της περιόδου των Αββασιδών που είχαν καλή γνώση των ελληνικών. Παράδειγμα, στο Dayr Qunna, βόρεια της Βαγδάτης, στον Τίγρη, υπήρχε ένα μεγάλο και με επιρροή νεστοριανό μοναστήρι, όπου εκπαιδεύτηκε και δίδαξε ο Abu Bisr Matta ibn-Yunus, ο θεμελειωτής του αριστοτελικού σχολείου της Βαγδάτης στις αρχές του 10ου αιώνα. Εκτός από θρησκευτικά κέντρα, άλλα σημαντικά σημεία της περιόδου προ του ισλάμ προσέφεραν διδασκαλία των ελληνικών· ένα παράδειγμα θα μπορούσε να είναι το al-Hira κοντά στον Ευφράτη στο νότιο ιράκ, η πρωτεύουσα των Lahmid, το οποίο, παρά το γεγονός ότι έχασε τα προνόμιά του μετά την άνοδο του ισλάμ, συνέχισε να είναι η πατρίδα των διάσημων Hunayn ibn-Ishaq.
Σ’ αυτά θα πρέπει να προστεθούν δύο ακόμα σημαντικά κέντρα εκμάθησης των ελληνικών, στον αντίποδα το ένα του άλλου, τα οποία κατά κάποιον τρόπο έμελλε να δημιουργήσουν ορισμένες απ’ τις προϋποθέσεις για το κίνημα μεταφράσεων από τα ελληνικά στα αραβικά στη διάρκεια της βασιλείας των Αββασιδών: το Harran (Carrhae) στη βόρεια μεσοποταμία, ακριβώς νότια από την Έδεσσα, και το Marw στη βορειοανατολική περσία, στις πύλες της κεντρικής ασίας. Το πρώτο παρέμεινε παγανιστικό μέχρι και τον δέκατο αιώνα, διαφυλάττοντας ορισμένες ελληνικές ιδέες, δοξασίες και πρακτικές που χάθηκαν στις περισσότερες απ’ τις άλλες περιοχές, ενόσω το δεύτερο έκανε ένα συνδυασμό ελληνικών και ζοροαστριμού που έμελλε να παίξει σημαντικό ρόλο τα πρώτα χρόνια των Αββασιδών, μαζί με τον εξίσου δυναμικό νεστοριανισμό.

Δεν έχουμε παρά ελάχιστη άμεση πληροφόρηση για το είδος των εκπαιδευτικών δομών και μεθόδων που χρησιμοποιούνταν σ’ αυτά τα μορφωτικά κέντρα. Αλλά παίρνουμε μια ιδέα για το τι συνέβαινε την εποχή του Hunayn ibn-Ishaq από την ίδια του την γραφή, καθώς συγκρίνει την εκπαίδευση στην Αλεξάνδρεια στο τέλος της αρχαιότητας και εκείνην των καιρών του:

... [Τα μέλη της ιατρικής σχολής της Αλεξάνδρειας] μαζεύονταν κάθε μέρα για να μελετήσουν ένα βασικό κείμενο, όπως οι δικοί μας οι χριστιανοί σπουδαστές μαζεύονταν κάθε μέρα σε τόπους διδασκαλίας που είναι γνωστοί σαν skhole (σχολή) για την σπουδή ενός βασικού κειμένου των αρχαίων. Όσο για τα υπόλοιπα βιβλία, συνηθίζεται να τα διαβάζουν κατ’ ιδίαν - ένα ο καθένας, αφού πρώτα εξεταστούν στα βιβλία που είπα πιο πριν - έτσι όπως οι δικοί μας διαβάζουν τα σχόλια πάνω στα βιβλία των αρχαίων...

Το απόσπασμα αυτό του Hunayn αναφέρεται ειδικά στην ιατρική εκπαίδευση, και δεν μπορούμε να είμαστε σίγουροι πως η περιγραφή του απηχεί αυτό που συνέβαινε γενικότερα, σε άλλα γνωστικά πεδία. Η λογική, από τους πρώτους τρεις ή τέσσερεις τόμους του αριστοτελικού Όργανον, οπωσδήποτε περιλαμβανόταν στην εοπίσημη εκπαίδευση. Η πτολεμαϊκή αστρονομία και αστρολογία μπορεί επίσης να ήταν αντικείμενο σπουδής, αν και αυτά τα θέματα δουλεύτηκαν ιδιαίτερα από τους πέρσες διανοούμενους που είχαν επαφή, για την περαιτέρω ανάπτυξη των θεωριών τους, με τους ινδούς ομολόγους τους.

Με την κυριαρχία του ισλάμ, όλα αυτά τα κέντρα ενώθηκαν πολιτικά και διοικητικά και, το πλέον σημαντικό, δάσκαλοι από όλα αυτά μπορούσαν να ανταλλάξουν τις γνώσεις και τις απόψεις τους αλληλοεπιδρώντας ο ένας στον άλλο άσχετα από θρησκευτικά πιστεύω, χωρίς να χρειάζεται να παίζουν κρυφτό απέναντι σε κάποια διοικητική άποψη περί “ορθοδοξίας”. Έτσι μπορούμε να δούμε σε ολόκληρη την περιοχή, και για όλη την διάρκεια του έβδομου και του όγδοου αιώνα πολυάριθμους “διεθνείς” επιστήμονες να δραστηριοποιούνται στα πεδία τους και να δουλεύουν σε διάφορες γλώσσες. Σαν παραδείγματα τέτοιων μελετητών μπορούμε να αναφέρουμε, για τον έβδομο αιώνα, τον Severus από το Nibisis (πέθανε το 667) που ήταν το ίδιο καλά εξοικειωμένος με τα περσικά όσο με τα ελληνικά και τα συριακά, και τον μαθητή του Ιάκωβο από την Έδεσσα (πέθανε το 708). Λιγότερο γνωστοί αλλά εξίσου σημαντικοί για τις πρόδους της αστρολογίας είναι δύο διανοούμενοι του όγδοου αιώνα. Ο Θεόφιλος από την Έδεσσα (πέθανε το 785) και ο Στέφανος ο Φιλόσοφος (πέθανε μετά το 800) που ήταν και οι δύο ιδιαίτερα εξοικειωμένοι με ελληνικές, συριακές, παχλεβί και (μέσω των παχλεβί) ινδικές πηγές... Ο Masa allah και ο Nawbaht, σύγχρονοι των προηγούμενων και κοσμοπολίτες, είναι περισσότερο γνωστοί μέσω αραβικών πηγών. Ο πρώτος ήταν εβραίος απ’ την Basra, περσικής καταγωγής, και ο δεύτερος πέρσης· συνεργάστηκαν στην κατασκευή του ωροσκοπίου με το οποίο υπολόγισαν για λογαριασμό του Abbasi al-Mansur την ημέρα (30 Ιούλη του 762) κατά την οποία θα έπρεπε να αρχίσει η κατασκευή της πόλης της Βαγδάτης.

Αυτό που έχει σημασία να τονίσουμε σχετικά μ’ αυτούς τους διανοούμενους που βρέθηκαν κάτω από τις καινούργιες συνθήκες της αραβικής κατάκτησης και της άρσης των πολιτικών και θρησκευτικών εμποδίων, είναι πως ήταν αντιπροσωπευτικοί ζωντανών επιστημονικών παραδόσεων του καιρού τους και ειδικοί στα επιστημονικά τους πεδία· ήταν πολύγλωσσοι και μπορούσαν να μελετήσουν επιστημονική φιλολογία γραμμένη και σε άλλες γλώσσες πέραν των ελληνικών· είχαν επαφή μεταξύ τους, είτε απευθείας μέσω ταξιδιών είτε μέσω αντιπροσώπων· και, το πλέον σημαντικό, εξαιτίας της πολυγλωσσίας τους ήταν σημαντικοί στη μετάδοση της γνώσης χωρίς να μεσολαβεί μετάφραση. Αυτό μπορεί να εξηγήσει την εμφάνιση, σχεδόν “εν μια νυκτί”, πολυάριθμων ειδικών στην αλή των Αββασιδών από την στιγμή που αυτοί πήραν την πολιτική απόφαση να ευνοήσουν (δηλαδή να χρηματοδοτήσουν) την αναπραγωγή των επιστημονικων γνώσεων του καιρού τους και να υποστηρίξουν την μετάφραση των γραπτών πηγών.

 

από το Κάποτε στη Βαγδάτη, το μεταφραστικό κίνημα τα πρώτα χρόνια της δυναστείας των Αββασιδών (8ος - 10ος αιώνας), μπροσούρα, έκδ. “αντισχολείο”.

 

ΣΗΜΕΙΩΣΗ

Ο πρώτος αριθμός αναφέρεται στην ισλαμική χρονολόγηση και ο δεύτερος στην χριστιανική, που έχει γίνει διεθνής.
[ επιστροφή ]
 
       

Sarajevo