Sarajevo
 

 

 

Sarajevo 72 - 4/2013

 

spirit

πλήκτρα, οθόνες και αξία

Ένας χρήσιμος παραλληλισμός που βοηθάει να ξεκαθαριστεί τι είναι (και τι δεν είναι) ο κυβερνοχώρος, είναι μ’ ένα “πολύ πυκνό δίκτυο δρόμων”. Φυσικά οι κλασσικοί δρόμοι και τα δίκτυά τους είναι maximum τρισδιάστατοι ενώ το κυβερνοσύμπαν μάλλον “ν-διάστατο” με την τρέχουσα αντίληψη των διαστάσεων, οπότε το κυβερνοδίκτυο είναι άπειρες φορές πιο “πυκνό” απ’ το οδικό. Αλλά ο παραλληλισμός χρειάζεται: το internet είναι μέθοδος συνεχούς κυκλοφορίας. Μέθοδος κυκλοφορίας ψηφιακών / ηλεκτρονικών “οντοτήτων” (“πληροφοριών”, “παραστάσεων” και “αναπαραστάσεων”, κλπ). Πριν απ’ το internet η όποια κυκλοφορία τέτοιου είδους “οντοτήτων” γινόταν υποχρεωτικά με την “φυσική ανταλλαγή” αποθηκευτικών μέσων διάφορων μορφών.
Υπάρχουν καθ’ αυτό κύριοι του δικτύου ψηφιακής / ηλεκτρονικής κυκλοφορίας, που είναι οι τηλεφωνικές εταιρείες. Παρότι υπάρχει πάντα η δυνατότητα “λαθραίας” κυκλοφορίας, σε γενικές γραμμές πρέπει να πληρώνει ο καθένας κάτι για να έχει “νόμιμη πρόσβαση”: για να έχει στην πράξη ένα ή περισσότερα εικονικά “διαβατήρια”. Υπάρχουν επίσης κύριοι της κυκλοφορίας καθ’ εαυτής, αν όχι του συνόλου της σίγουρα του συντριπτικά μεγαλύτερου μέρους της: οι γνωστές και διάσημες εταιρείες που κατέχουν τους υπερ-υπολογιστές “αποθήκευσης” των δεδομένων και “τροχονόμησης” των ψηφιακών / ηλεκτρονικών διαδρομών.
Όπως σ’ ένα αστικό (urban) δίκτυο δρόμων έτσι και στο internet μπορεί κανείς, με διάφορες (καθόλου αυστηρές) προϋποθέσεις να κάνει τα εξής:
- να προβάλει / εκθέσει εαυτόν / εαυτήν· σα να λέμε (με όρους αστικού χωροχρόνου) να “κάνει πεζοδρόμιο”, κι όχι μόνο με την σεξουαλική έννοια·
- να ανοίξει μαγαζί εμπορευόμενος οτιδήποτε·
- να ανοίξει “εκκλησία”· σα να λέμε να πουλάει οποιαδήποτε ιδεολογία, συνήθως με την μορφή “πληροφόρησης”·
- να κάνει “μπούκες” (ηλεκτρονικές διαρρήξεις και κλοπές), πλαστογραφίες, υπεξαιρέσεις, ψυχολογικό πόλεμο, ηλεκτρονικές καταστροφές (πόλεμο), κλπ·
- να κάνει “διαφήμιση” ή/και “δυσφήμιση”·
- να κινείται (“σερφάρει”) χαζεύοντας.
- να “επισκέπτεται” βιβλιοθήκες (βάσεις δεδομένων), δημόσιες υπηρεσίες, ιδιωτικές επιχειρήσεις, ή/και άλλα αξιοθέατα·
Επιπλέον οι αρχές (και οποιοσδήποτε άλλος έχει την σχετική γνώση) μπορoύν, όπως σε κάθε αστικό (urban) δίκτυο δρόμων, να εγκαταστήσουν και στο internet τρόπους επιτήρησης και ελέγχου...

Sarajevo 72 - 4/2013

Κατά την άποψη του risinggalaxy είναι (κυρίως) τα social media που “προσθέτουν αξία” στο δίκτυο ηλεκτρονικής κυκλοφορίας· και, κατά συνέπεια, η “απασχόληση” των φίλων αυτών των κοινωνικών (υπο)δικτύων με δαύτα, συνιστά κάποιο είδος εργασίας. Επειδή ωστόσο δεν μπορεί να βρει μια απάντηση στο ερώτημα “και ποιά είναι η αξία της διασταυρούμενης ηλεκτρονικής αυτο-έκθεσης” για τους κυρίους είτε του δικτύου είτε της κυκλοφορίας σ’ αυτό, μετατοπίζεται στις διαφημίσεις στον κυβερνοχώρο, σαν έμμεση απόδειξη της (εκμετάλλευσης της) εργασίας της αυτοέκθεσης.
Ας δούμε το θέμα αλλιώς, μέσα απ’ τον προηγούμενο παραλληλισμό. Πώς, άραγε, “κερδίζουν” οι διαφημιστικές εταιρείες στο φυσικό αστικό (ή υπεραστικό) οδικό δίκτυο; Υποτίθεται τραβώντας την προσοχή όσων κυκλοφορούν σ’ αυτό - αδιάφορο πως ακριβώς κυκλοφορούν, εάν είναι πεζοί, εποχούμενοι σε ιδιωτικά ή δημόσια μέσα. Εάν, λοιπόν, στο αστικό τοπίο υπάρχει κάποιου είδους εκμετάλλευση του βλέμματος ή εκμετάλλευση της προσοχής (απ’ τους διαφημιστές), θα ήταν αρκετό αυτό για να υποστηριχτεί ότι μια βόλτα στην πόλη συνιστά “εργασία για λογαριασμό των διαφημιστικών”;
Ένας τέτοιος ισχυρισμός δεν είναι μόνο υπερβολικός και λανθασμένος λόγω υπερβολής. Είναι λανθασμένος και πολιτικά, σε σχέση με το τι έχει φτάσει να είναι (και πως εκμεταλλεύεται τι) ο καπιταλισμός. Δεν πρόκειται, πλέον, για ένα σύστημα εκμετάλλευσης μόνον της εργασίας· αυτής, πράγματι, κυρίως και στρατηγικά· αλλά όχι μόνο αυτής. Πρόκειται για ένα σύστημα εκμετάλλευσης (σχεδόν) των πάντων μέσα στις κοινωνικές σχέσεις. Για παράδειγμα υπάρχει  μια κατηγορία βιοτεχνιών ή και βιομηχανιών με είδη δώρων. Από λουλούδια έως... Αυτός ο κλάδος εκμεταλλεύεται (κυρίως) την εργασία όσων δουλεύουν σ’ αυτόν (το “εργασία” και το “δουλεύουν” ας εννοηθεί με την πιο παραδοσιακή έννοια), αλλά και την κοινωνική διάθεση για δώρα. Δώρα εορταστικά, δώρα ερωτικά, δώρα φιλικά, δώρα επαγγελματικά. Θα ήταν υπερβολικό, ακραίο, να υποστηρίξει κανείς ότι κάθε ένας / κάθε μια που αγοράζει ένα δώρο και κάθε ένας / κάθε μια που δέχεται ένα δώρο “δουλεύει” με έμμεσο αλλά οργανικό τρόπο για τις βιομηχανίες, τις βιοτεχνίες και τα εμπορικά ειδών δώρων. Θα ήταν εξίσου ακραίο να υποστηριχτεί πως κάθε ερωτική πράξη μεταξύ διαφορετικών φύλων που καταλήγει σε εγκυμοσύνη (επιθυμητή ή όχι) αποτελεί, τελικά, “δουλειά” για λογαριασμό της βιομηχανίας της γυναικείας υγείας.
Το πολιτικά λαθεμένο, για την οπτική της σύγχρονης εργατικής τάξης, είναι πως έτσι διαμορφώνεται μια θεωρία “παν-εργατισμού”, όπου όλοι / όλες είναι “εργάτες” επειδή είναι αντικείμενα εκμετάλλευσης με τον ένα ή τον άλλο τρόπο. Όμως μια τέτοια θεωρία θολώνει εντελώς όχι μόνο το ποιά είναι πραγματικά η σύγχρονη εργατική τάξη αλλά και το εναντίον ποιών πρέπει να πολεμήσει: όλοι είναι με τον ένα ή τον άλλο τρόπο εργάτες (τα πολιτικά μας αφεντικά “απλήρωτοι του twitter”;) οπότε υπάρχει μεν καπιταλισμός, αλλά δεν έχουμε ταξικό αντίπαλο! Προσπαθώντας να αντιμετωπίσει κανείς την μικροαστική αυθαιρεσία (τα δόγματα περί εξαφάνισης της εργατικής τάξης) πέφτει σε μια χειρότερη “παν-εργατική”.

Υπάρχει ένα διάσημο κείμενο του κυρ Κάρολου, που λέγεται “εγκώμιο του εγκλήματος”, που θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί σαν ιστορική θεμελίωση αυτού που χαρακτηρίσαμε “παν-εργατισμό”:

Ο φιλόσοφος παράγει ιδέες, ο ποιητής ποιήματα, ο πάστορας κηρύγματα, και ούτω καθεξής. Ο εγκληματίας παράγει εγκλήματα. Αν προσέξουμε καλύτερα πώς σχετίζεται αυτός ο τελευταίος κλάδος παραγωγής με το κοινωνικό σύνολο, θ’ απαλλαγούμε από πολλές προκαταλήψεις. Ο εγκληματίας δεν παράγει μόνο εγκλήματα, αλλά και ποινικό δίκαιο και τον καθηγητή που διδάσκει ποινικό δίκαιο και, συνάμα, το αναπόφευκτο σύγγραμμα με το οποίο ο ίδιος καθηγητής ρίχνει στην αγορά τις παραδόσεις του εν είδει “εμπορεύματος”. Έτσι πολλαπλασιάζεται ο εθνικός πλούτος, για να μην αναφέρουμε την ατομική απόλαυση που παρέχει το χειρόγραφο του συγγράμματος στο δημιουργό του, όπως μας λέει ένας πολύ αξιόπιστος μάρτυρας, ο καθηγητής Roscher. [1]
Πέραν τούτου, ο εγκληματίας παράγει ολόκληρη την αστυνομία και την ποινική οικονομία, κλητήρες, δικαστές, δήμιους, ενόρκους και λοιπά· όλοι αυτοί οι ετερόκλητοι επαγγελματικοί κλάδοι, που αποτελούν ισάριθμες κατηγορίες του κοινωνικού καταμερισμού της εργασίας, αναπτύσσουν διάφορες ικανότητες του ανθρώπινου πνεύματος, φτιάχνουν νέες ανάγκες αλλά και νέους τρόπους για την ικανοποίησή τους. Και μόνο τα βασανιστήρια έγιναν αφορμή για τις ευφυέστερες μηχανικές εφευρέσεις, ενώ πλήθος τίμιοι χειρωνάκτες απασχολούνται στην παραγωγή των σχετικών εργαλείων.

Ο εγκληματίας παράγει μια εντύπωση, εν μέρει ηθική, εν μέρει τραγική, αναλόγως, κι έτσι προσφέρει μια “υπηρεσία” στη διακίνηση των ηθικών και αισθητικών συγκινήσεων του κοινού. Δεν παράγει μόνο συγγράμματα ποινικού δικαίου, ούτε απλώς τους ποινικούς κώδικες και τους νομοθέτες, παράγει και τέχνη, ωραία λογοτεχνία, μυθιστορήματα, ακόμη και τραγωδίες, όπως αποδεικνύουν όχι μόνο η Ενοχή του Müllner και οι Ληστές του Schiller, αλλά επίσης ο Οιδίπους (του Σοφοκλή) και ο Ριχάρδος ο Τρίτος (του Shakespeare). Ο εγκληματίας σπάζει την μονοτονία και την καθημερινή ασφάλεια της αστικής ζωής. Έτσι την προστατεύει από την τελμάτωση και προκαλεί την ανήσυχη ένταση και την κινητικότητα, χωρίς τις οποίες θα αμβλυνόταν ακόμη και η ορμή του ανταγωνισμού. Δίνει, λοιπόν, ένα κίνητρο στις παραγωγικές δυνάμεις. Το έγκλημα αποσύρει από την αγορά εργασίας ένα τμήμα του περιττού πληθυσμού, οπότε μειώνει τον ανταγωνισμό μεταξύ των εργατών, εμποδίζοντας, ως ένα βαθμό, την πτώση του μισθού κάτω από ένα ελάχιστο όριο, ενώ παράλληλα ο αγώνας εναντίον του εγκλήματος απορροφά ένα άλλο τμήμα του ίδιου πληθυσμού. Άρα, ο εγκληματίας αναδεικνύεται σε μιαν από εκείνες τις φυσικές “εξισορροπήσεις” που αποκαθιστούν το σωστό επίπεδο και ανοίγουν μια ολόκληρη προοπτική “ωφέλιμων κλάδων απασχόλησης”.
Οι επενέργειες του εγκλήματος στην εξέλιξη των παραγωγικών δυνάμεων θα μπορούσαν να αποδειχθούν ως την τελευταία λεπτομέρεια. Οι κλειδαριές θα είχαν αποκτήσει τη σημερινή τους αρτιότητα, αν δεν υπήρχαν κλέφτες; Η νομισματοκοπία θα έφτανε στην τωρινή της τελειότητα, αν δεν υπήρχαν παραχαράκτες; Το μικροσκόπιο θα έβρισκε ποτέ τρόπο να περάσει στη συνήθη εμπορική σφαίρα (βλ. και Babbage), αν δεν γινόταν απάτη στο εμπόριο; Τέλος, η εφαρμοσμένη χημεία δεν οφείλει στη νοθεία των εμπορευμάτων και στην προσπάθεια ανακάλυψής της όσα ακριβώς οφείλει και στον τίμιο παραγωγικό ζήλο; Το έγκλημα επινοεί διαρκώς νέα επιθετικά μέσα για να προσβάλει την ιδιοκτησία, κι έτσι γεννά και νέα αμυντικά μέσα, οπότε επιδρά παραγωγικά στην ανακάλυψη νέων μηχανών - όπως ακριβώς και οι απεργίες. Ας αφήσουμε όμως τη σφαίρα του ιδιωτικού εγκλήματος: χωρίς εθνικό έγκλημα θα μπορούσε να υπάρξει παγκόσμια αγορά; Θα υπήρχαν έθνη; Άραγε το δέντρο της αμαρτίας δεν είναι, ταυτόχρονα, και δέντρο της γνώσης, από την εποχή του Αδάμ ως σήμερα;

Στο Μύθο των Μελισσών (1705), ο Mandeville έχει αποδείξει την παραγωγική δύναμη που διαθέτουν όλα τα πιθανά είδη επαγγελμάτων, αλλά και το γενικό συμπέρασμα όλου αυτού του επιχειρήματος:
“Αυτό που ονομάζουμε στον κόσμο μας Κακό, είτε ηθικό είτε φυσικό, είναι η μεγάλη αρχή που μας κάνει κοινωνικά πλάσματα, η σταθερή βάση, η ζωή και το στήριγμα όλων των τεχνών και των ενασχολήσεων ανεξαιρέτως· και τη στιγμή που θα έπαυε να υπάρχει το Κακό, η κοινωνία θα ήταν καταδικασμένη να φθαρεί, αν όχι να καταποντιστεί αύτανδρη.”

Μόνο που, βέβαια, ο Mandeville ήταν απείρως πιο τολμηρός και έντιμος από τους φιλισταίους απολογητές της αστικής κοινωνίας.

Εάν κάποιος ψάχνει “ιερά κείμενα”, τότε αυτό το πνευματώδες σχόλιο του Μαρξ μπορεί πράγματι να χρησιμοποιηθεί σαν απόδειξη του ότι α) ο εγκληματίας (άσχετα απ’ το είδος του εγκλήματος που διαπράττει και την κοινωνική του θέση, το ίδιο ο φτωχοδιάβολος που κλέβει απ’ το μπακάλικο και ο ζηλότυπος αστός που σκοτώνει την σύζυγο) είναι ο πιο σκληρά “εργαζόμενος” (και άρα “εκμεταλλευόμενος”) σ’ όλη την ανθρώπινη ιστορία· και β) κατά συνέπεια οτιδήποτε, σαν κοινωνική συμπεριφορά, είναι αρκετά διαδεδομένο και “παραγωγικό” άμεσα ή έμμεσα, μπορεί να τοποθετηθεί επίσης στο εννοιακό δίπολο εργασία - εκμετάλλευση.
Αίφνης, όχι ο εγκληματίας αλλά ο ερωτευμένος θα έμπαινε στη θέση του μηχανοδηγού της γενικής κοινωνικής παραγωγικότητας, ένα είδος παμπάλαιου πολυλειτουργικού εργάτη! Ο έρωτας παράγει και έγκλημα·  παράγει όμως και τέχνη υψηλού επιπέδου, όχι μόνο λογοτεχνία αλλά και τραγούδι, γλυπτική, ζωγραφική, κινηματογράφο, θέατρο ή χορό· παράγει θεσμούς και αποκλεισμούς· γιορτές και τελετές· πόλεμο και ειρήνη· κλπ.
Αλλά όχι. Ο κυρ Κάρολος δεν ήθελε να περιπαίξει τις ίδιες τις απόψεις του περί εργασίας και εκμετάλλευσής της στον καπιταλισμό. Ήθελε να κοροϊδέψει τους φιλισταίους απολογητές της αστικής κοινωνίας. Η ανύψωση του εγκλήματος στο κέντρο της κοινωνικής παραγωγικότητας και της δημιουργίας πλούτου ήταν απλά ένας ευφυής τρόπος να αντιστρέψει την “αντιεγκληματική ηθική”. Και όχι η συνοπτική, περιληπτική κριτική της πολιτικής οικονομίας!

Μπορούμε λοιπόν να υποστηρίξουμε με ασφάλεια πως αυτοί κι αυτές που ανταλλάσσουν mail δεν είναι “εργάτες” της google ή της yahoo!, με την ίδια έννοια που όσοι αλληλογραφούσαν στο παρελθόν δεν ήταν “εργάτες” των δημόσιων ή/και ιδιωτικών ταχυδρομικών εταιρειών· και το ίδιο ισχύει για τους χρήστες των κοινωνικών δικτύων, για όσους επικοινωνούν τηλεφωνικά, κλπ. Όλοι αυτοί κατ’ αρχήν κυκλοφορούν στον ψηφιακό / ηλεκτρονικό κυβερνοχωροχρόνο, πληρώνοντας κάποια διόδια· μπορούν επίσης να εκθέτουν την πραμάτεια τους (τα γούστα τους, τα εσώψυχά τους, τα εσώρουχά τους, κλπ) υποστηρίζοντας ότι έτσι “επικοινωνούν”· εάν η κυβερνογωνίτσα τους είναι πολυσύχναστη τότε οι διαφημιστές φυτεύουν γύρω γύρω διαφημίσεις όπως κάνουν και στο οδικό δίκτυο, για να τραβήξουν την προσοχή θαμώνων και περαστικών· το πετυχαίνουν ή όχι· κλπ κλπ.
Ενώ είναι αλήθεια πως οι εταιρείες (διαφημιστικές αλλά και αμιγώς εμπορικές) βγάζουν κέρδη μέσω της ψηφιακής / ηλεκτρονικής κυκλοφορίας και της “ανταλλαγής ταυτοτήτων” που γίνεται στη διάρκεια αυτής της κυκλοφορίας, αυτό δεν συνεπάγεται ότι η “ανταλλαγή ταυτοτήτων” συνιστά εργασία, ακόμα κι αν χρειάζεται εργασία (των ενδιαφερόμενων) για να μορφοποιηθεί. Προσοχή: αυτός που φροντίζει τον κήπο του, τον δικό του κήπο, δουλεύει όντως· όμως δεν είναι εργάτης. Κι αυτός/η  που μοστράρει τον εαυτό του/της και τα γούστα του/της, κτενίζεται (ηλεκτρονικά), καλλωπίζεται (ηλεκτρονικά) και σερβίρει εαυτόν / εαυτήν, επίσης δουλεύει: κατεργάζεται την εικόνα του. Αλλά δεν είναι εργάτης. Με δυο λόγια οι χρήστες του facebook, του twitter ή του youtube, ΔΕΝ μπορούν να χαρακτηριστούν “εργάτες”, “άνεργοι” ή “απλήρωτοι” γι’ αυτήν τους την δραστηριότητα / απασχόληση / εργασία. Μπορεί να είναι τέτοιοι / ες μόνο για άλλους λόγους. Αλλά η εμπλοκή τους στα “κοινωνικά μέσα” τους κάνει, απλά, πελάτες. Δεν υπάρχει ούτε θεωρητικό / αναλυτικό ούτε πολιτικό όφελος να τους βαφτίσει κανείς κάτι άλλο.

Δεν θα μπούμε σε συζήτηση του είδους “καλά λοιπόν... και ποιά είναι η σύγχρονη εργατική τάξη;”. Παραπέμπουμε σε αναμενόμενη έκδοση της συνέλευσης του πλάνου 30/900. Υπάρχει ένα άλλο ζήτημα, που ο risinggalaxy το πλησιάζει αλλά δεν το αγγίζει· πιθανόν επειδή η προσοχή του είναι στραμμένη σε μια “εργασιακή θεωρία” των χρηστών των social media.
Πράγματι, λοιπόν: αν αφήσουμε στην άκρη το μη σεξουαλικό “πεζοδρόμιο”, την αυτο-προβολή μέσω του facebook, την ακατάσχετη φλυαρία του twitter, και την άπειρη αναπαραγωγή του copy / paste μέσα στον κυβερνοχωροχρόνο, υπάρχει μεγάλος όγκος κοινωνικής δημιουργικότητας που “ανεβαίνει” στο internet - όπως υπάρχουν και άπειρα σκουπίδια. Σαν απόψεις / κείμενα, σαν σχολιασμός, σαν ειλικρινείς εξομολογήσεις, σαν ποίηση, σαν φωτογραφίες, σαν video, σαν μουσικές. Πρόκειται, κατ’ αρχήν, για αδέσποτη (κοινωνική) δημιουργικότητα. Ακόμα κι αν δεν είναι υποχρεωτικό (ή είναι λαθεμένο) να την βαφτίζουμε “εκμεταλλευόμενη κοινωνική εργασία” με όρους εργατικής τάξης, δεν είναι όλη αυτή η δημιουργικότητα υπό εκμετάλλευση (όχι των ιδίων που την ψηφιοποιούν αλλά) των αφεντικών με κάποια έννοια;
Δεν έχουμε ολοκληρωμένη την απάντηση. Υπάρχουν όμως μερικά βασικά ζητήματα που (θεωρούμε πως) τα ξέρουμε.
Πρώτο: οι κοινωνικές σχέσεις, ειδωμένες στο σύνολό τους, ήταν πάντα παραγωγικές (ή, αντίστροφα, καταστροφικές) με την ευρεία έννοια των λέξεων παραγωγή / δημιουργία ή καταστροφή, άσχετα με το οικονομικό σύστημα ή/και την εξουσία που ηγεμόνευε σ’ αυτές. Η φιλία, ο έρωτας, το μίσος, η συγγένεια, η εμπιστοσύνη, η ιδιοτέλεια, η προδοσία, ο αλτρουϊσμός (για να αναφέρουμε ενδεικτικά μερικές “καταστάσεις” των κοινωνικών σχέσεων) δεν ήταν ποτέ ουδέτερες απ’ την άποψη της ευμάρειας ή των δυσκολιών οποιασδήποτε ανθρώπινης κοινότητας, άσχετα απ’ την οργάνωση της εργασίας και της καθημερινής ζωής, άσχετα επίσης απ’ τα μέσα / εργαλεία της· παρότι δεν ήταν / είναι “υλικές” με τον ίδιο τρόπο που είναι το φαγητό, το νερό, η ανατροφή των παιδιών ή το χρυσάφι. Όμως δεν είναι ούτε μυστικό ούτε άγνωστο πως διάφορες και διαφορετικές κοινότητες, ειδικά εάν είχαν στην διάθεσή τους περιορισμένους πόρους (με την φυσική ή την ανθρώπινη έννοια) έδιναν μεγάλη σημασία στην πιο χρήσιμη (κατά την γνώμη τους) “κοινωνική ορθότητα” αυτών, και άλλων παρόμοιων, σχέσεων και συμπεριφορών. Αυτό σημαίνει ότι απ’ την άποψη της κοινωνικής δημιουργικότητας (ή “παραγωγικότητας”) δεν λέμε τίποτα καινούργιο εάν θυμίσουμε πως οι κοινωνικές σχέσεις είναι η αρχή και το τέλος. Και πάντα ήταν.
Δεύτερον, για την αστική σκέψη / ιδεολογία / κουλτούρα, ειδικά στην προτεσταντική τους εκδοχή και, κατά συνέπεια για τον καπιταλισμό, το συνολικό πλέγμα των κοινωνικών σχέσεων οργανώθηκε με κέντρο αναφοράς την εργασία / απόδοση / εκμετάλλευση / κέρδος. Παρ’ όλο που αυτός ο προσανατολισμός έχει ερευνηθεί διεξοδικά (απ’ τον Βέμπερ ως τον Φουκώ) είναι γεγονός ότι ως την δεκαετία του 1960 η οργάνωση των κοινωνικών σχέσεων, και άρα οι “σωστοί” προσανατολισμοί της όποιας παραγωγικότητας ή καταστροφικότητάς τους, ήταν συναρτημένοι με την οργάνωση της εργασίας και της εκμετάλλευσής της. Σα να λέμε: οι αστικές κοινωνίες ήταν “εργατίστικες” όχι υποχρεωτικά με την έννοια του Μαρξ, του Ρικάρντο ή του Κέυνς, αλλά με την έννοια της ιδεολογίας της “απόδοσης” μέσα απ’ την στενά εννοημένη έννοια της εργασίας.
Τρίτον, η επανάσταση που έκαναν τα ανταγωνιστικά κινήματα των δεκαετιών του 1960 και του 1970, που θα μπορούσε να θεωρηθεί σύνθεση και κορύφωση διακριτών αρνήσεων / θετικοτήτων που μετασχημάτιζαν ήδη αργά τους θεσμούς των καπιταλιστικών κοινωνιών και τις στοχεύσεις των αφεντικών τους επί δεκαετίες, αυτή η γενική ανταρσία ανέδειξε οριστικά και αμετάκλητα την γενική και συνολική παραγωγικότητα / δημιουργικότητα των κοινωνικών σχέσεων. Ως τότε τα αφεντικά του καπιταλισμού (και του κράτους, και του “οίκου”, και του δημόσιου χώρου/χρόνου) μπορούσαν να είναι “προτεσταντικά”, “πουριτανικά”, με την ιστορική έννοια. Όχι μετά.
Τέταρτον, οι αυτόνομοι στην ιταλία, την δεκαετία του 1970, αναγνωρίζοντας μέσα απ’ τον ανταγωνισμό αυτήν την πραγματικότητα, μίλησαν για κοινωνικό εργοστάσιο. Εάν η έννοια του “εργοστασίου” φέρνει στο μυαλό βαριά μηχανήματα, μίζερα και μισοφωτισμένα toll, και χιλιάδες εργάτες / εργάτριες που κτυπάνε κάρτα την ίδια ώρα, τότε η σύλληψη του κοινωνικού εργοστάσιου γίνεται φτωχή, έως και παραπλανητική. Εάν, όμως, με την έννοια του “κοινωνικού εργοστάσιου” (και οι δύο λέξεις μαζί) αντιλαμβάνεται κανείς την ειδική και την γενική εκμετάλλευση της ειδικής και της γενικής δημιουργικότητας / παραγωγικότητας των κοινωνικών σχέσεων, τότε ερχόμαστε ομαλά στις σημερινές και στις αυριανές συνθήκες.
Πέμπτον, από την στιγμή που και τα ίδια τα αφεντικά παραδέχτηκαν ότι η εκμετάλλευση της εργασίας, για να είναι αποτελεσματική, δεν μπορεί να περιοριστεί στους χωροχρόνους της καθ’ αυτό εργασίας, αλλά πρέπει να επεκταθεί στο σύνολο των κοινωνικών σχέσεων, αναγνώριζαν την κρισιμότητα εκείνου που ποτέ δεν αγνοούσαν αλλά έπρεπε πια να δουν όχι μόνο με την πειθαρχική, απαγορευτική λειτουργία του, αλλά και με την “παραγωγική”: η αναπαραγωγή των κοινωνικών σχέσεων που ταιριάζουν, νομιμοποιούν, διευκολύνουν την εκμετάλλευση της εργασίας (ακόμα και την πιο άγρια) έγινε απ’ τα ‘70s μια απ’ τις βασικότερες έγνοιες των αφεντικών. Με άλλα λόγια αυτό που ήταν περιφερειακό / συμπληρωματικό ως τα ‘70s, έγινε έκτοτε κεντρικό. Πείτε το “ιδεολογία”, πείτε το “κουλτούρα”, πείτε το “πολιτισμό”, πείτε το “καθημερινή ζωή” στο σύνολό της: περί αυτού πρόκειται. Όπως οι ιταλοί αυτόνομοι σχολίασαν ότι το κεφάλαιο διάβασε το “Κεφάλαιο”, έτσι μπορούμε εδώ να πούμε ότι το κεφάλαιο διάβασε στα ‘70s και στα ‘80s την “Γέννηση της φυλακής”, την “Ιστορία της σεξουαλικότητας” - και την “Κοινωνία του θεάματος”.
‘Εκτον, η (έως και ριζική) γενική αναδιοργάνωση των κοινωνικών σχέσεων (και της παραγωγικότητας / δημιουργικότητάς τους) έγινε απ’ τα τέλη των ‘70s και μετά, εν μέρει σα συνέπεια της μεθοδολογίας αναδιοργάνωσης των εργασιακών σχέσεων - και της εκμετάλλευσής τους. Εν μέρει. Κατά το υπόλοιπο, η γενική αναδιοργάνωση του “κοινωνικού” είχε συνειδητό στόχο τον έλεγχο του κοινωνικού εργοστάσιου (όπως το εννοήσαμε νωρίτερα). Σε κάθε περίπτωση η πληροφορική και η πληροφοριοποίηση, η ρομποτική, και οι βιοτεχνολογίες, αναπτύχθηκαν υπό την αιγίδα του κεφάλαιου εν μέρει σαν βασικότατα στοιχεία της (ανα)διάρθρωσης της εκμετάλλευσης της εργασίας, και εν μέρει σαν βασικότατα στοιχεία της (ανα)διάρθρωσης των κοινωνικών σχέσεων γενικά, έτσι ώστε να είναι εκμεταλλεύσιμες.
'Εβδομον, όπως έχει συμβεί και κάθε προηγούμενη φορά όπου τα αφεντικά του καπιταλισμού επιστρατεύουν τις “χθόνιες” και “μυστηριώδεις” δυνάμεις της επιστήμης και της τεχνολογίας για να ελέγξουν την ανταρσία και την αρνησικυρία της εργασίας, έτσι και μετά τα ‘70s, το άνοιγμα  μεταξύ “παραγωγικών σχέσεων” και “παραγωγικών δυνάμεων”, δηλαδή η αντινομία, οι αντίθετες “ροπές” μεταξύ της ιδιωτικής εκμετάλλευσης του πλούτου και της κοινωνικής δημιουργίας του, οξύνονται· έως ότου τα αφεντικά επαναφέρουν την τάξη. Αυτό έχει συμβεί, σε μικρότερα ή μεγαλύτερα κύματα τα τελευταία 30 χρόνια - και το internet είναι μορφοποίηση όχι μόνον ενός τέτοιου κύματος όξυνσης της αντίθεσης μεταξύ ιδιοκτησίας και κοινωνικής δημιουργίας, αλλά και διαδοχικών κυμάτων ελέγχου της δεύτερης απ’ την πρώτη.
Όγδοον, παρότι τα αφεντικά κατάφεραν ως τώρα να ελέγξουν αποτελεσματικά (τουλάχιστον στον αναπτυγμένο καπιταλιστικά κόσμο) την καθ’ εαυτήν εργασία, δεν έχουν την ίδια επιτυχία σε ότι αφορά τη γενική κοινωνική δημιουργικότητα. Έχουν την ιδεολογική ηγεμονία, αλλά όχι ακόμα και την πραγματική εξουσία από άκρη σε άκρη. Όμως δεν έχουν παραδόσει τα όπλα, και ούτε πρόκειται. Η γνώμη μας είναι ότι η γενική κοινωνική δημιουργικότητα μπορεί να διαφεύγει ακόμα την πλήρη και πραγματική της υπαγωγή της στο κεφάλαιο στο βαθμό που δεν μεσολαβείται απ’ τις “νέες τεχνολογίες” αλλά, απλά, τις χρησιμοποιεί επιλεκτικά· κι όχι μόνον αυτές.

Και φτάνουμε στο επίδικο: για πρώτη φορά στην ιστορία του καπιταλισμού, μία και μόνη τεχνολογία, μία και μόνη “μηχανή” (το σύστημα ψηφιοποίηση / πληροφοριοποίηση - προσωπικοί υπολογιστές / φορητές συσκευές - δικτύωση) μεσολαβεί μεγάλα τμήματα της εργασίας· αλλά επίσης, ταυτόχρονα, μεγάλα τμήματα της γενικής κοινωνικής δημιουργικότητας και αναπαραγωγής. Ένα μόνο εργαλείο για τόσα πολλά και τόσο διαφορετικά! Η άποψή μας (σα Sarajevo) είναι ότι πρόκειται για κάτι χωρίς ιστορικό προηγούμενο. Και ότι, απ’ την σκοπιά του κεφάλαιου, έχει επιτευχθεί μια πρωτοφανής ιστορικά λειτουργική μηχανοποίηση / ενοποίηση πολλών και διαφορετικών κοινωνικών διαδικασιών, εργασιακών και μη· και μάλιστα, αυτή η λειτουργική μηχανοποίηση / ενοποίηση, δεν έχει φτάσει καθόλου στο τέλος της, αλλά μάλλον βρίσκεται στην αρχή της.
Όμως εάν μία μόνο μηχανή (με την διευρυμένη έννοια της λέξης “μηχανή” όπως την περιγράψαμε μόλις πριν) γίνεται κεντρική για τόσα πολλά, τότε είναι προφανές ότι για τα αφεντικά (όπως θα έπρεπε, αντίστροφα, για τη σύγχρονη εργατική τάξη παγκόσμια) ο έλεγχός της είναι στρατηγικής σημασίας. Και εμπειρικά μπορεί να αποδειχθεί η στρατηγική σημασία τόσο της μηχανής όσο και του ρόλου της σε κάθε έναν απ’ τους επιμέρους καπιταλιστικούς τομείς: παραγωγή, αναπαραγωγή, κυκλοφορία, εκμετάλλευση των φυσικών υποθεμάτων.
Σ’ αυτό το φόντο τα social media, πέρα και πάνω απ’ το περιεχόμενό τους αυτό καθ’ εαυτό, είναι μια διαδικασία γρήγορης “εκπαίδευσης”, εξοικείωσης και επέκτασης αυτής της γενικής λειτουργικής μηχανοποίησης / ενοποίησης / μεσολάβησης των κοινωνικών σχέσεων, που είναι τόσο στρατηγική για το κεφάλαιο. Και χωρίς να χρειάζεται να ονομάσουμε την ενασχόληση με τα social media “εργασία”, είναι υπό εκμετάλλευση, όχι με την έννοια (υποχρεωτικά) της παραγωγής, αλλά με την έννοια της διευρυμένης αναπαραγωγής των μηχανικών / τεχνικών / κοινωνικών όρων της καπιταλιστικής λειτουργίας στο σύνολό της.
Για να γίνει καλύτερα κατανοητό το είδος “εκμετάλλευσης” στο οποίο αναφερόμαστε (χωρίς, το τονίζουμε, να χρειάζεται να γλυστρήσουμε σε “παν-εργατικά” θεωρήματα) αρκεί να αναγνωρίσει κανείς την επιτήρηση στη θέση που έχει μέσα σ’ αυτήν την λειτουργική μηχανοποίηση / ενοποίηση των κοινωνικών σχέσεων. [2] Πάντα η επιτήρηση της εργασίας ήταν σημαντική· και πάντα η επιτήρηση των κοινωνικών σχέσεων (πρώτος μηχανισμός οι θρησκείες) ήταν επίσης σημαντική. Όμως ως την δεκαετία του 1960 η επιτήρηση είχε κυρίως απαγορευτικούς προσανατολισμούς (παρότι ο Φουκώ, σωστά, έχει αποδείξει την “παραγωγική” λειτουργία της πειθάρχησης). Τώρα η επιτήρηση του κοινωνικού εργοστάσιου είναι πολλαπλά σημαντικότερη, όχι μόνο με την έννοια της πειθάρχησης και της καταστολής, αλλά επιπλέον, της εμπορικής αξιοποίησης επιλεγμένων σημείων της κοινωνικής δημιουργικότητας. Και τα social media είναι η εθελοντική ένταξη, συμμετοχή και αποδοχή όχι απλά της “δικτυωμένης κοινωνικότητας”, αλλά της δικτυακά επιτηρούμενης κοινωνικότητας. Στην πιο απλή του εκδοχή: ο εργοδότης απαιτεί, προκειμένου να κάνει την “πρόσληψη”, υποχρεωτική εγγραφή του στους “φίλους” του facebook...

Είπαμε απ’ την αρχή πως δεν έχουμε ολοκληρωμένη απάντηση. Για να κάνουμε ένα επίλογο στο θέμα μας (που απλώθηκε μεν, αλλά αυτό είναι μάλλον αναγκαστικό) θα συνοψίζαμε τα εξής:
α) Όντως ένα μεγάλο μέρος κοινωνικής δημιουργικότητας διαμεσολαβείται ψηφιοποιούμενο / πληροφοριοποιούμενο απ’ το διαδίκτυο.
β) Όντως αυτή η κοινωνική δημιουργικότητα είναι “υπό εκμετάλλευση”, όχι επειδή είναι εργασία με την πολιτική έννοια, αλλά επειδή είναι μορφή / μορφές των κοινωνικών σχέσεων.
γ) Δεν είναι οι διαφημιστές και η διαφήμιση το καινούργιο στοιχείο αυτής της εκμετάλλευσης - του - κοινωνικού (αν και στην προσωποποιημένη εκδοχή της υπάρχει πράγματι ένας κάποιος νεωτερισμός). Το καινούργιο στοιχείο βρίσκεται στην ενιαία μηχανική μεσολάβηση.
δ) Όχι μόνο υπάρχει σύγχρονη εργατική τάξη αλλά σε μεγάλο βαθμό η κοινωνική δημιουργικότητα, είτε η μεσολαβημένη απ’ τις νέες τεχνολογίες είτε η αδιαμεσολάβητη απ’ αυτές, είναι δική της! Μέσα στους χωροχρόνους της εργασίας, αλλά και έξω από δαύτους. Η σύγχρονη εργατική τάξη είναι (έστω: εν δυνάμει) πολύ πιο “πλούσια” από ποτέ στην ιστορία της· αλλά είναι και περισσότερο από ποτέ καθολικά εκμεταλλευόμενη / επιτηρούμενη.

 

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

1 - Κατά σειρά πρόκειται για τους: Wilhelm georg Friedrich Roscher, 1817 - 1894, δημιουργό της πρώτης σχολής πολιτικής οικονομίας στη γερμανία· Amandus Gottfried Adolf Mullner, 1774 - 1829, ποιητή· Charles Babage, 1792 - 1871, άγγλο μαθηματικό και οικονομολόγο· και Berbard de Mandeville, 1670 - 1733, άγγλο γιατρό, οικονομολόγο και σατυρικό συγγραφέα.
[ επιστροφή ]

2 - Υπάρχει και γι’ αυτό μια καλή δουλειά των μητροπολιτικών συμβουλίων, το νέο πανοπτικό: νέες τεχνολογίες και επιτήρηση.
[ επιστροφή ]

 
       

Sarajevo