Sarajevo
 

 

 

 

 

 

 

 

Sarajevo 66 - 10/2012

Όπως σε κάτι κολασμένα τραγούδια, έτσι κι εδώ, άμα παίξει κανείς τις υποσχέσεις του συ.ριζ.α. ανάποδα βλέπει τον σατανά τον ίδιο (είπε ο θεός...)

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Sarajevo 66 - 10/2012

Αν δεν είναι αυτό το σοβιέτ της αγίας Πετρούπολης τότε ποιό είναι;

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Sarajevo 66 - 10/2012

Με ειδικά γυαλιά - βόμβες, ο Λαφαζάνης και οι υπόλοιποι τινάζουν τα μυαλά κάθε οπαδού των “μνημονίων”
(αποκλειστική φωτο απ’ τις δοκιμές του όπλου)

 

τα παλιόπαιδα τ’ ατίθασα

Μοιάζει λοιπόν ο συ.ριζ.α. με τα βοθρολύματα; Επώνυμοι δημαγωγοί χαϊδεύουν τα γεννητικά (τους) όργανα της “νομιμοφροσύνης”, ξεναπουλώντας την “θεωρία των δύο άκρων”. Βέβαια βρίσκουν και τα κάνουν - και δεν ενοούμε τους οπαδούς τους, αλλά ακόμα και τους υποτιθέμενα αντιπάλους τους. Αλλά για αυτούς τους τελευταίους αργότερα.
Ένας απ’ αυτούς τους εραστές της (αστικής, δήθεν) νομιμότητας είναι ο Στέφανος Κασιμάτης. Εύστροφος στη γραφή του, επαγγελματίας κονδυλοφόρος πρώτης γραμμής (άλλοτε σαν “Πανδώρα” στο “βήμα”, τώρα σαν “Φαληρεύς” στην “καθημερινή”), βγάζει το πεντεσπάνι του με το να γίνεται είρωνας έως προβοκάτορας και (μάλλον το) διασκεδάζει να τον κουβεντιάζουν, υπέρ ή κατά δεν έχει σημασία. [1] Κι όταν μεν ασχολείται με πολιτικά πρόσωπα είναι “χαριτωμένος”. Όταν όμως διατυπώνει δήθεν σοφές σκέψεις γενικής ισχύος, αποκαλύπτει το πραγματικό πρόσωπο του υποτιθέμενου αστικού φιλελευθερισμού που, ξανά υποτίθεται, υπηρετεί - κι αυτός και τα αφεντικά του.
Γράφει, για παράδειγμα, την Κυριακή 23/9 (ο τονισμός δικός μας):

... Αν όμως η σύγκριση αριστερής και δεξιάς βίας, όπως σημείωνα σε τούτη την στήλη την περασμένη Τετάρτη, μας επιτρέπει να θυμηθούμε τη διάκριση μέσου και σκοπού και να διαπιστώσουμε ότι η βία ως μέσον είναι παντού και πάντα το ίδιο αποκρουστική, όσο και αν διαφέρουν οι σκοποί για τους οποίους ασκείται...

Πόσο αυτοϊκανοποιούμενος (δηλαδή: μαλάκας) μπορεί να είναι ένας σοφιστικέ υπερασπιστής της νομιμότητας σήμερα; Απεριόριστα! Και πόσο ανιστόρητος μέσα στο προπαγανδιστικό του μεροκάματο / παραλήρημα; Επίσης απεριόριστα! Η ιδεολογική και πολιτική τάξη που υπερασπίζονται τέτοια κωθώνια πολυτελείας, η αστική, υπήρξε και επαναστατική και βίαιη, αν δεν κάνουμε λάθος... Κι αν στα μέρη μας δεν είχε ικανό βαθμό εντοπιότητας τέτοιον ώστε να βρυκολακιάσει και να ρίξει ένα ξεγυρισμένο χαστούκι σε κάθε λεπτεπίλεπτο “διακριτή” μέσων και σκοπών που μιλάει στ’ ονομά της, όμως ο πιο μαχητικός και ριζοσπάστης εκπρόσωπός της, ονόματι Ρήγας Φεραίος ή Βελεστινλής, υπήρξε στον καιρό του αριστερός τρομοκράτης (και έτσι αντιμετωπίστηκε)· και πάλι αν δεν κάνουμε λάθος. Μήπως πρέπει να κατέβει απ’ τα εικονίσματα γιατί είναι κακό παράδειγμα; Και ποιός θα μείνει τότε; Το πατριαρχείο και οι παπάδες του - ασφαλώς. Όμως αυτοί ποτέ δεν υπήρξαν “αστική τάξη”. Ακόμα κι ένας απ’ τους τελευταίους πρωθυπουργούς της 4ης ή 5ης (έχουμε χάσει το μέτρημα) ελληνικής δημοκρατίας, ονόματι Κώστας Σημίτης, υπήρξε βομβιστής κατά της χούντας... Τρίτωσε το κακό με την εξτρεμιστική αυθαιρεσία μας ή πρέπει ο κάθε “Φαληρεύς” να γυρίσει στο βρεφοκομείο της αστικής ιστορίας για να μάθει (;) να μην κάνει τα κακάκια του πάνω του; [2]

Η περιβόητη διάκριση “μέσων” και “σκοπών”: αυτό είναι όλο κι όλο το διανοητικό επίτευγμα πάνω στο οποίο κτίζονται όλα τα υπόλοιπα, και τα “δύο άκρα”, και τα “κέντρα”, και το στοιβαρό κράτος. Αλλά αυτή η διάκριση δεν είναι απλά φορμαλιστική - είναι βαθιά αντιδραστική, στην καρδιά της ακροδεξιά! Τα παραδείγματα είναι άπειρα, μέσα απ’ την καθημερινή ζωή. Ο σύζυγος που ξυλοφορτώνει (κατ’ οίκον) την σύζυγο είναι το ίδιο “αποκρουστικός” με την σύζυγο που, μετά από 5 ή 10 ανυπόφορα χρόνια έγγαμου βίου, του κόβει τον λαιμό την ώρα που αυτός κοιμάται: επειδή και οι δύο “βίες” γίνονται γνωστές (σαν οικογενειακό δράμα...) “κατόπιν εορτής” ο λεπτεπίλεπτος φιλελεύθερος μας, χωρίζοντας “μέσα” από “σκοπούς”, νοιώθει την ίδια βδελυγμία. Που σημαίνει ότι η λιπαρή ειρηνιστική και νομιμόφρων συνείδησή του θα κοιμόταν ήσυχη και χωρίς κανένα μαχαίρι στο λαιμό εάν η “δεύτερη βία”, αυτή της συζύγου, η “αντι-βία”, η βία της άμυνας ΔΕΝ εκδηλωνόταν φέρνοντας στο φως και την “πρώτη βία”, εκείνη του συζύγου, την καταπιεστική, την απάνθρωπη. Κι αφού ο καλλιγράφος κομφορμιστής του παραδείγματός μας δεν ξέρει τίποτα ούτε από συσχετισμούς δύναμης, ούτε από “κύριους” και “υποτελείς”, ξέρει μόνο να “καταδικάζει την βία απ’ όπου κι αν προέρχεται”, κλείνει πονηρά το μάτι σ’ όλους εκείνους που έχουν αρκετή δύναμη ώστε να μην χρειάζεται να καταφεύγουν (συνέχεια) σε “καταδικαστέα” (ίσως) φυσική βία... εάν μπορούν - να - κάνουν - την - δουλειά - τους με συναισθηματικούς και ψυχολογικούς εκ-βιασμούς. Όμως αυτήν την δήθεν “ηθική ανωτερότητα” της “διάκρισης μέσων και σκοπών” (σε ότι αφορά την άσκηση βίας) ΔΕΝ την δέχεται καν το ίδιο το αστικό νομικό σύστημα, τουλάχιστον στην τυπική του λειτουργία! Ψάχνει (αυτό το σύστημα) κίνητρα, ψάχνει συσχετισμούς δύναμης, ψάχνει συναισθηματικές και ψυχολογικές καταστάσεις, ψάχνει ακόμα ακόμα και ηλικίες και κοινωνικές θέσεις - και ανάλογα “αποδίδει δικαιοσύνη”, με μια γκάμα ετυμηγοριών.... συμπεριλαμβανομένης, ακόμα, και της (σχεδόν) αθώωσης - ενός - φονιά... Πόσο μαλάκας, λοιπόν, μπορεί να είναι εκείνος που το παίζει υπερασπιστής της φιλελεύθερης δημοκρατίας και ταυτόχρονα υπονομεύει βασικά σημεία της έδρασής της; Απεριόριστα. Μπορεί, όμως, να είναι και κάτι ακόμα: μπαγασάκος φασιστάκος - με την “αστική έννοια” του πράγματος. Ψευτοδημοκράτης σα να λέμε, λύκος που έχει φορέσει προβιά για να ξεγελάσει τα πρόβατα. Ή, με άλλα λόγια: κασι-μάτης = lignt κασι-διάρης. [3]

Αυτό το τελευταίο μας φαίνεται πολύ σημαντικότερο απ’ τους εξυπνακισμούς και τις προστυχιές κάθε επαγγελματία γραφιά - και γι’ αυτό άλλωστε ασχολούμαστε. Για εμάς σαν αυτόνομους εργάτες το σύνταγμα (και η σ’ αυτό θεμελιωμένη νομιμότητα) είναι το τυπικά καταγραμμένο σημείο ισορροπίας του ταξικού ανταγωνισμού και των ταξικών συσχετισμών δύναμης· που σημαίνει ότι στην πραγματικότητα μπορεί (και συχνά έτσι συμβαίνει) οι συσχετισμοί να είναι διαφορετικοί. Είτε υπέρ των προλετάριων σαν τάξης, είτε εναντίον μας. Σε καμία απ’ τις δύο περιπτώσεις, είτε όταν η εργατική τάξη βρίσκεται σε γενική επίθεση είτε όταν τα αφεντικά κάνουν το ίδιο αυτοί που έχουν το πάνω χέρι δεν “σέβονται” το σύνταγμα, δηλαδή το προηγούμενο σημείο ισορροπίας (και νομιμότητας με την πιο ευρεία έννοια της λέξης), το οποίο θέλουν (και νοιώθουν πως μπορούν) να αλλάξουν δραστικά υπέρ τους. Εάν όμως είναι κανείς στοιχειωδώς τίμιος [4] και θέλει να ψάξει υπερασπιστές της ντόπιας συνταγματικής τάξης (άρα αυθεντικούς νομιμόφρονες) τα δύο, δυόμισυ τελευταία χρόνια, θα τους βρει στα αριστερά του πολιτικού φάσματος, εν πολλοίς στις γραμμές του συ.ριζ.α., και όχι οπουδήποτε αλλού. Το γιατί συμβαίνει αυτό το εξαιρετικά δυσάρεστο (;) για τους θεωρητικούς των “δύο άκρων” είναι προφανές: είναι η αριστερά που έχοντας αποκλείσει εντελώς (καθότι αριστερά του κράτους και του κεφάλαιου...), απ’ την μεριά της, την άσκηση μαζικής αντι-βίας ενάντια στη μαζική βία των επιτιθέμενων αφεντικών, έτσι ώστε κατ’ αρχήν να “αποκρουστεί” η (really “αποκρουστική”) υποτίμηση της εργασίας και οι συνέπειές της, είναι υποχρεωμένη να νοσταλγεί το παλιό σημείο ισορροπίας, να το επικαλείται και να το υπερασπίζεται (στα λόγια, αναπόφευκτα)! Αυτή είναι η αιτία. Όμως το αποτέλεσμα βρίσκεται πέρα από οποιαδήποτε αμφισβήτηση: η αριστερά (ο συ.ριζ.α., το κ(ορ)κ(ον)ε, οι υπόλοιποι μικρότεροι σχηματισμοί) είναι στρατηγικά νομιμόφρονες στην (προσοδική) “δημοκρατία· όντας, φυσικά, επί της ουσίας (των υποτιθέμενων αρχών και προταγμάτων τους) ηττημένοι. Αντίθετα τα βοθρολύματα, σαν εργαλεία των επιτιθέμενων αφεντικών, ούτε “θεωρητικά” ούτε, πολύ περισσότερο, “πρακτικά” είναι (ή θα μπορούσαν να είναι) “νομιμόφρονα”. Γιατί αποτελούν την πεζοδρομιακή, παρακρατική, οργανωμένα εγκληματική αιχμή, μία ανάμεσα σε άλλες, της γενικής επιθετικότητας (και, από τυπική / συνταγματική άποψη, της παρανομίας) του ελληνικού κράτους / παρακράτους και των ντόπιων, “λευκών” και “μαύρων” αφεντικών.
Κι ενώ οι αριστεροί πνίγονται στον βερμπαλισμό, στη σύγχυση (και στην υπεράσπιση των κομμάτων τους) όταν μιλάνε για “χούντες” και τα τοιαύτα, είναι αναντίρρητο γεγονός αναγνωρισμένο ακόμα και από (μη-έλληνες!) φιλελεύθερους αστούς (έως και βαριά ονόματα του διεθνούς επιχειρείν, σαν τον Μπάφετ ας πούμε) ότι αν είναι να δοθεί πολιτικός χαρακτηρισμός για την “κατάσταση έκτακτης ανάγκης” που έχουν κηρύξει τ’ αφεντικά σχεδόν παγκόσμια, ελέω κρίσης, στη συγκεκριμένη φάση της ταξικής τους προέλασης, αυτός ο χαρακτηρισμός είναι δεξιά - ακροδεξιά, και πάντως σε καμία περίπτωση “αριστερή” ή “ακροαριστερή”. Η μόνη πραγματική (και όχι φαντασιωτική) “κατάσταση έκτακτης ανάγκης” που θα μπορούσε να τοποθετηθεί στην παράδοση της κοινωνικής και της πολιτικής αριστεράς θα ήταν η πρακτική προετοιμασία και απειλή και πράξη της σύγχρονης εργατικής τάξης για την ριζική αποσάρθρωση της καπιταλιστικής εξουσίας και των θεσμίσεών της· κάτι που ασφαλώς θα ήταν και βίαιο / καταστροφικό, αλλά και πνευματώδες, και δημιουργικό, σύμφωνα με τις δυνατότητες και τα συμφέροντα αυτής της σύγχρονης εργατικής τάξης. Όμως αυτό το δεύτερο δεν βρίσκεται καν και καν πίσω απ’ το δέκατο βάθος - του - ορίζοντα. Και, εν πάσει περιπτώσει, η κατηγορούμενη σαν “άκρο” αριστερά, είτε πρόκειται για τον συ.ριζ.α. είτε για το κ(ορ)κ(ον)ε, είτε για οποιονδήποτε άλλο γνωστό πολιτικό σχηματισμό, δεν ανήκει πρακτικά σε τέτοιου είδους εξέλιξη! Κι αν υπάρχει κανείς στοιχειωδώς ειλικρινής εκεί, που δεν πουλάει φύκια για επαναστατικές κορδέλες, το αναγνωρίζει καθαρά. Όπως, για παράδειγμα, ο Σ. Καπάκος στην “αυγή της Κυριακής” [5], στις 23/9:

... Η ιστορική Αριστερά έχει πάρει επαρκείς αποστάσεις από τη στρατηγική της δυαδικής εξουσίας, του μονολιθικού μονοκομματικού κράτους, τη δικτατορία του προλεταριάτου, που στην πραγματικότητα ήταν δικτατορία της κομματικής νομενκλατούρας επί του προλεταριάτου, και από τη στρατηγική της έντασης που είναι απόρροια της αυταρχικής αντίληψης για την πολιτική...

Τι στο διάολο λοιπόν; Η ελληνική (και όχι μόνον αυτή άλλωστε) αριστερά κάνει ό,τι μπορεί για να κρατήσει στα πόδια του το σύστημα· μπουρδολογεί και βερμπαλίζει ασύστολα, τόσο ώστε να μεγαλώνει την σύγχυση· και βρίσκεται, από πάνω, κατηγορούμενη σαν “επικίνδυνο άκρο”; Τι είναι αυτό; Αχαριστία; Ή διαφήμιση - δια - της - “δυσφήμισης”;

Θα μπορούσε να είναι το δεύτερο, και κάθε δημαγωγούλης του διαμετρήματος Κασιμάτη ή Μανδραβέλη να είναι απλά κακέκτυπο του γίγαντα της δημιουργικής προβοκάτσιας που λέγεται Θεόδωρος Πάγκαλος. Όμως οι καιροί μας φαίνονται πιο πονηροί. Και θα έπρεπε να έχει κανείς στο μυαλό του, έστω σαν “θεωρητικό” ενδεχόμενο, ότι οι θεωρίες περί “δύο άκρων” όταν το “κέντρο” (η μεσαία τάξη) βρίσκεται υπό διάλυση / πόλωση, μπορεί να μην στοχεύουν στην υπεράσπιση και την στήριξη αυτού του διαλυμένου και πολωμένου “κέντρου”, αλλά στη νομιμοποίηση της υποκατάστασής του από κάποια μορφή “ειδικού κράτους”. Αυτό δεν σημαίνει υποχρεωτικά “τα τανκς στους δρόμους”, έστω κι αν το σούπερ καθεστωτικό “βήμα” στις 30/9, με αμφίβολα στοιχεία, ισχυρίζεται ότι “θα μπορούσε να γίνει στρατιωτικό πραξικόπημα”... Υπάρχουν, σίγουρα, και “ενδιάμεσες λύσεις”. [6] Τι εννοούμε;
Είναι κοινός τόπος (και εκτός ελλάδας αυτά λέγονται και γράφονται καθαρά) ότι το μεγαλύτερο μέρος του ντόπιου πολιτικού προσωπικού έχει “καεί”. Έχει “καεί” όχι επειδή τα “έπιανε” (αυτό είναι μάλλον αποτέλεσμα παρά αιτία της παρακμής του) αλλά επειδή είναι προϊόν άλλων δεδομένων, άλλης εποχής, προϊόν μιας “εθνικής στρατηγικής” που έχει αποτύχει προ πολλού. Ακόμα και στην καλύτερη περίπτωση όπου θα φανταζόταν κανείς “μια καινούργια φουρνιά”, θα έπρεπε να μείνει καιρό στην θερμοκοιτίδα.
Είναι επίσης αναγνωρισμένο ότι αστική δημοκρατία με την τυπική έννοια της πολιτικής και ιδεολογικής ηγεμονίας κάποιας εγχώριας αστικής τάξης δεν έχει υπάρξει ποτέ στην ιστορία του σύγχρονου ελληνικού κράτους. Αντίθετα έχει υπάρξει (και τα τελευταία 20 - 25 χρόνια με ιστορικά πρωτοφανή πληθωρισμό) εκείνο το είδος κράτους που εμείς αποκαλούμε κράτος των προσόδων. Γεμάτο μεσολαβήσεις και μεταφορές και διανομές πόρων μεν, αλλά όχι υπό τον εποπτεία κάποιου “αστικού ορθολογισμού”. Είναι επίσης παραδεκτό (και πάλι περισσότερο εκτός ελλάδας παρά εντός) ότι στο σημείο που έχει φτάσει η διαχείριση της κρίσης / αναδιάθρωσης α λα ελληνικά, είτε εντός είτε εκτός σκληρού νομίσματος, θα παράγονται κοινωνικές αντιθέσεις που δεν είναι καθόλου εύκολο να μεσολαβηθούν πάνω σ’ ένα κοινά αποδεκτό σχέδιο. Προσοχή: όχι να κατασταλούν· να μεσολαβηθούν “παραγωγικά”. Φυσικά το σχέδιο υπάρχει στις γενικές του γραμμές. Εκείνο που λείπει ακόμα είναι η καθαρή εμφάνιση των μηχανισμών που θα το κάνουν να δουλέψει 100% για αρκετό καιρό.
Η διαχείριση της κρίσης / αναδιάρθρωσης σούρνεται εδώ και πολύ καιρό σαν “πρόβλημα πολιτικής εξουσίας” στην ελλάδα. Και σ’ αυτό έχουν συμβάλει με την απύθμενη βλακεία τους κι όλοι όσοι ξιπάζονται σαν “στρατηγοί της κοινωνικής απελευθέρωσης” αλλά, πρακτικά, είναι χρεωκοπημένοι και ξεπερασμένοι απ’ την δεκαετία του ‘80 - αν όχι νωρίτερα. Το “πρόβλημα της εξουσίας” δεν έχει να κάνει με το αν το κοινοβούλιο είναι επαρκές σαν θέατρο κωμωδιών και τραγωδιών - είναι! Δεν έχει να κάνει, επίσης, με την “σωστή” ή την “λάθος” ψήφο όπως υποστήριζε το κ(ορ)κ(ον)ε μεταξύ 6ης Μάη και 17ης Ιούνη. Το “πρόβλημα εξουσίας” έχει να κάνει με το πως η υποτιμημένη εργασία θα αναγκαστεί να δουλέψει με full απόδοση, είτε στον ιδιωτικό τομέα είτε στον δημόσιο. Το να κάνεις τον κατώτερο μισθό χαρτζιλίκι, το να επιμηκύνεις τον “εργασιακό βίο” κατά βούληση (ει δυνατόν μέχρι τον θάνατο), το να νομιμοποιείς πρακτικά την μαύρη εργασία, το να κρατάς τους έμμεσους φόρους ψηλά, ή το να μεταφέρεις τα κόστη της (δημόσιας) υγείας και της (δημόσιας) εκπαίδευσης στις τσέπες των πελατών τους, αυτά είναι τα πιο εύκολα μέρη της εξελισσόμενης διαχείρισης. Το δύσκολο είναι να αναγκάσεις όλους αυτούς που “απασχολούνται - για - να - είναι - φτωχοί - και - μίζεροι”, να δουλεύουν παραγωγικά και πειθαρχημένα στο μέγιστο, εξαφανίζοντας ή περιορίζοντας δραστικά τις υπόγειες εκδηλώσεις των αρνήσεών τους. Το “σφίξτε τους κώλους σας για να κάτσουμε στο ευρώ” έχει παιχτεί μέχρι αηδίας - είναι αναγκαίο ιδεολογικά αλλά δεν είναι καθόλου ικανό. Εν τέλει ο καπιταλισμός δεν έχει γίνει προμοντέρνος, το αντίθετο. Δεν φτάνει να μας κάνει πάμφτηνους· πρέπει επιπλέον να μας αναγκάσει (ή να μας “εμπνεύσει”) να του δίνουμε την ψυχή μας - αυτό δεν είναι το ζητούμενο;
Οι έλληνες (και όχι μόνον αυτοί) μπορεί να συν-κινηθούν είτε από μια Μεγάλη Ιδέα, είτε από έναν Μεγάλο Φόβο, είτε από κάποιον συνδυασμό αυτών των δύο. Το υπάρχον πολιτικό προσωπικό όμως, συμπεριλαμβανομένου του κυβερνοφιλόδοξου συ.ριζ.α., δεν δείχνει ικανό ούτε για το ένα ούτε για το άλλο. Μπορεί η μέχρι τώρα συναισθηματο-διανοητική καταστολή (και αυτο-καταστολή), η δυσθυμία, η παραίτηση, η παράνοια, η κατάθλιψη, να έχουν αποδειχθεί αποτελεσματικές· μπορεί η γενική αποβλάκωση να ικανοποιεί την διατήρηση “συνθηκών σχετικής ηρεμίας”· όμως αυτά δεν βοηθούν καθόλου την εξασφάλιση ενός υψηλού επιπέδου παραγωγικότητας της εργασίας. Κι αυτό είναι - κατά την ταπεινή μας άποψη - το αληθινό “πρόβλημα εξουσίας”. [7]
Εάν αυτά ευσταθούν, τότε οι ρητορίες περί “δύο άκρων” λειτουργούν σαν υπόδειξη του πόσο επιθυμητή πρέπει να είναι η κρατική στιβαρότητα. Η αλήθεια είναι ότι σ’ αυτά τα χρόνια της κρίσης οι έλληνες πεινάνε πολύ για κράτος με πυγμή (αρκεί να μην κτυπάει “εμένα”). Ένα μέρος τους καταφεύγει προς το παρόν στην επί τοις μετρητοίς βία των βοθρολυμάτων και στο θέαμά της. Ένα άλλο μέρος τους βολεύεται με την ελπίδα του “καλού” (δηλαδή αριστερού) κράτους που υπόσχεται (ή μήπως όχι;) ο συ.ριζ.α. Όμως αυτά είναι υποκατάστατα. Αν κάποιος πρέπει να θυμίζει την υποκατάσταση και την προσωρινότητα / μεταβατικότητά της, επιμένοντας ότι το ερώτημα της εξουσίας παραμένει ανοικτό έως ότου μαστορευτεί απ’ τα αφεντικά μια ανθεκτική “μεσομακροπρόθεσμη” λύση, κι ως ότου επιβληθεί με το καλό ή το κακό, αυτός είναι ο φορμαλισμός των “δύο άκρων” και του διαχωρισμού των μέσων (της βίας) απ’ τους σκοπούς και το ανάποδο. Γιατί, εν τέλει, το κράτος και μόνο αυτό, σαν απρόσωπη και αταξική έκφραση του “γενικού καλού” και σαν μονοπώλιο της βίας, έχει το “δικαίωμα” να ενώνει τους σκοπούς (του) με τα μέσα (του), έχει δηλαδή το μονοπώλιο του να είναι “συνεκτικά ηθικό” κατά τα διατάγματα και την ισχύ του. Αυτό υπονοούν οι πορδές περί “δύο άκρων”. [8] Και το υπονοούμενο έχει πολύ καθαρό ταξικό πυρήνα.

Είναι γεγονός ότι κάποιοι (όχι όλοι, και κάποιες φορές ούτε καν οι περισσότεροι) στην πολιτική αλληλουχία κκεεσ - ανένταχτοι - συνασπισμός, όταν και όσο βρισκόταν στο εκλογικό μέγεθος 3+/-%, έχουν δείξει μια ορισμένη ανοχή έως και συμπάθεια στην σχιζομητροπολιτάνικη βία των “μπάχαλων”. Αυτό οφείλεται εν μέρει στην ιδεολογική καταγωγή πολλών στην “ανανεωτική αριστερά”: λιγότερο απ’ τον σταλινομουλαρισμό (απ’ τον οποίο πάντως έχουν κρατηθεί τα πιο διαλεκτά μαθήματα) και περισσότερο απ’ τα post ‘60 ρεύματα και κινήματα της “νέας αριστεράς” διεθνώς: φεμινιστικό, νεολαιΐστικο, φοιτητικό, των γκέτο, του “τρίτου κόσμου”, κλπ. Σύμφωνα μ’ αυτήν την προσέγγιση (που δεν είναι λαθεμένη) η αστική νομιμότητα δεν είναι ταμπού, αλλά “θέμα διαπραγμάτευσης” - με “όρους κινήματος” πάντα. Εν μέρει, ύστερα, η συμπάθεια οφείλεται σε κάτι πιο ιδιοτελές αλλά όχι επικίνδυνο: μετά την διάσπαση της Β Πανελλαδικής (δηλαδή προς τα τέλη της δεκαετίας του ‘70) η γραμμή κκεεσ - ανένταχτοι - συνασπισμός γύρω στο 3+/-% έχασε κάθε αξιόλογη οργανωτική και πολιτική επιρροή στη νεολαία. Οπότε θέλοντας και μη (το “θέλοντας” και το “μη” έχουν ανάλογο μέγεθος και αξία!) άνοιξε μετά τα mid80s τις μαδημένες πατρικές φτερούγες της προς την “άγρια νεολαία”, εν μέρει για λόγους αισθητικής (ο brutal νεολαίος, η αναπαράσταση του “ευγενούς άγριου” που συγκινούσε πάντα τους ρομαντικούς), εν μέρει για λόγους φιλελευθερισμού (όντως, πρόκειται για ένα ρεύμα φιλελεύθερης αριστεράς, της οποίας τα στελέχη και τα μέλη έκαναν τελικά εύκολο το να θυσιάσουν το δεύτερο για χάρη του πρώτου εάν είχε λεφτά)· και, τελικά, για κανά ψηφουλάκι. Το σημαντικότερο είναι ότι αυτή η συμπάθεια προς την παραφορά των σχιζομητροπολιτάνων ήταν εύκολη (εκ μέρους της αλληλλουχίας κκεεσ - συνασπισμός του 3+/-%) επειδή σαν κομματικός οργανισμός δεν ένοιωθε καμία σοβαρή πολιτική απειλή απ’ το πεζοδρόμιο των μεγάλων ελληνικών πόλεων. Αν οι αναρχικοί είχαν συγκροτηθεί σ’ ένα συνεκτικό οργανωτικά και πολιτικά σώμα, με σταθερή εμπιστοσύνη και συντροφικότητα, με επιλεκτικότητα στους στόχους της μαζικής / κινηματικής βίαιης δράσης τους και διεισδυτικότητα στα επιχειρήματα υπέρ της, οι πρώτοι που θα τους κατήγγειλαν σαν προβοκάτορες, ακόμα γρηγορότερα απ’ το κ(ορ)κ(ον)ε, θα ήταν αυτοί ακριβώς οι μέχρι - χθες - φίλοι!
Ωραία... Και που βρίσκεται η “ακραία” συμπεριφορά ή το ποινικά κολάσιμό της εκ μέρους των αριστερών; Ακόμα κι αν στελέχη της αλληλουχίας κκεεσ-συνασπισμός του 3+/-% έχουν καταθέσει σαν μάρτυρες υπεράσπισης σε δίκες μπαχάλων (όπως ενημερωμένος ων κατήγγειλε ο Κυριάκος ο Μητσοτάκης - αχ αυτή η οικογένεια, ξεπέφτει συνέχεια σε ασυγχώρητη γραφικότητα!) εν μέσω κοινοβουλίου στα μέσα του Σεπτέμβρη, αυτός ο πολιτικός συνεταιρισμός που πελαγοδρομούσε ακόμα και για τα πιο μικρά ουδέποτε (όσο ήταν στα κυβικά μπαίνω / δεν μπαίνω στη βουλή) υπήρξε θεσμός ικανός να εξασφαλίσει ασυλία στους λιθοβολητές, τους μολοτοφ-ρίπτες και στα λοιπά κακοποιά στοιχεία του ελληνικού μητροπολιτικού underground. Κι όταν μια φορά (στη Θεσσαλονίκη, το ηρωϊκό 2003) μέσα στους συλληφθέντες των μπάχαλων βρέθηκαν και νεαρά μέλη του συνασπισμού, η γραμμή του κόμματος προς την αστυνομία δεν ήταν “αφήστε τους” αλλά, προς έκπληξη ακόμα και των μπάτσων, “τσακίστε τους” - ή κάνουμε λάθος; (Δεν κάνουμε...) Τελικά, αρκετά νωρίς, η ίδια η ελληνική αστυνομία υιοθέτησε (ως το 2008...) μια πιο προσεκτική (δηλαδή: πιο ευέλικτη) στάση απέναντι σ’ αυτό το είδος “νεανικής βίας” όταν, μετά την “απογραφή” της 18ης του Νοέμβρη του 1995 (οι πεντακόσιες και βάλε συλλήψεις...) διαπίστωσε την κοινωνική προέλευση πολλών, πάρα πολλών, απ’ αυτούς τους εξτρεμιστές. Θα είναι απορίας άξιο αν οι συνήγοροι της δημοκρατίας και της νομιμότητας το αγνοούν και αυτό, μιας και οι σχετικές δηλώσεις / συμπεράσματα της ελληνικής αστυνομίας για τους “μπαχαλάκηδες” δημοσιοποιήθηκαν πλατιά κάπου το 1996 ή το 1997. Μπαααα - δεν το αγνοούν. Πάσχουν απλά από έναν συνδυασμό γεροντικής άνοιας, υπαλληλικού ναρκισσισμού και φιλελευθερισμού του κώλου.

Από την απέναντι μεριά οι φασίστες είναι φασίστες όχι μόνο όταν μαχαιρώνουν, ξυλοκοπούν ή σκοτώνουν, αλλά κι όταν αλέθουν τα σκατά που έχουν στο κεφάλι τους, ξεστομίζοντας τις παραληρηματικές ιδέες τους: για τον στρατό ή την Ακρόπολη, για τους μετανάστες ή τον “σιωνισμό”, για το έθνος ή την οικογένεια, για το ατομικό τους μεγαλείο ή για την ανωτερότητα - της - φυλής. [9] Συγκινητικό το μεγαλείο της (αστικής ή όχι δεν κάνει διαφορά) “δημοκρατίας” που τους ανέχεται, αλλά εδώ δεν έχουμε να κάνουμε με “ανοχή”. Έχουμε να κάνουμε με φανερή και σταθερή προώθηση / επιστράτευση - τουλάχιστον από τότε που έγινε υπουργός δημόσιας τάξης ο Μαρκογιαννάκης, και η αντιεξέγερση παντρεύτηκε το οργανωμένο έγκλημα. [10] Το “άκρο” είναι, πρακτικά, ένα και μόνον ένα. Και είναι βραχίονας ενός συγκεκριμένου “σώματος εξουσίας”, μιας χίμαιρας που είναι η μισή δημοκρατική και κοινοβουλευτική και η άλλη μισή παρακρατική και μαφιόζικη.
Και πάλι τα παραδείγματα βοούν - για την οργανικότητα του συγκεκριμένου “άκρου”. Όταν μερικοί φασιστοδολοφόνοι στην κατά τα άλλα δημοκρατική γερμανία καθαρίζουν για χρόνια τούρκους μετανάστες (κι έναν έλληνα ανάμεσά τους) υπό την κάλυψη των γερμανικών μυστικών υπηρεσιών, αυτό δεν είναι το αντίθετο άκρο του die linke ή των εμπρηστών πολυτελών αμαξιών στο Βερολίνο - όχι! Είναι ξερά και ωμά ο φασιστικός / παρακρατικός βραχίονας του γερμανικού κράτους. Κι όταν ένας χριστιανός σταυροφόρος καθαρίζει μερικές δεκάδες λευκούς πρωτοκοσμικούς ας μην ψάχνει κανένας κασι-κάτι να βρει αν πρόκειται για το αντίθετο ομόλογο του ευρωπαϊκού αντάρτικου πόλης στα ‘70s (ή του “ελληνικού εμφύλιου”....)· θα αποκαλυφθεί ακόμα και στους εργοδότες του τους ίδιους αυτό που είναι, δηλαδή φτηνός γελωτοποιός. Η μεταχείριση του λευκού χριστιανικού καθάρματος υπήρξε σύμφωνη με τον ευρωπαϊκό αστικό νομικό πολιτισμό: μόνος του έδρασε, μόνος του τιμωρήθηκε. Όταν υπάρξει μιμητής και διάδοχος, βλέπουμε... Μόνο μην είχε τολμήσει κανάς μαυριδερός μετανάστης στον πρωτοκοσμικό παράδεισο να του κάνει έγκαιρα φέτες το στομάχι: όλοι οι μετανάστες, όλοι οι μουσουλμάνοι και όλοι οι “μη αφομοιώσιμοι” θα ήταν ένοχοι φόνου, σύστασης τρομοκρατιής οργάνωσης και, φυσικά, προσβολής του πρωτοκοσμικού πολιτισμού· κι ας κατάφερνε έτσι αυτός ο μαυριδερός, με την δολοφονία ενός λευκού, να γλυτώσει τις ζωές 77 πρωτοκοσμικών νορβηγών· τουτέστιν 76 ολόκληρες νεανικές ζωές net profit. Ένας πρωτοκοσμικός φασίστας λιγότερος δεν θεωρείται ανθρωπιστικό όφελος και κέρδος έναντι εκείνων που θα σκοτώσει ή θα βασανίσει εάν ζήσει· είναι, αντίθετα, η απώλεια “ενός από εμάς”, τους “ανώτερους”... Αυτό είναι το φασιστικό “άκρο” έξω από προσχήματα: η λαβή του πρωτοκοσμικού μαχαιριού.
Λοιπόν δεν είναι ούτε σωστό ούτε σοφό να αφήνει κανείς τους φασίστες να ασκήσουν τη βία που αναγγέλλουν, για να την καταγγείλει εκ των υστέρων (μαζί με το “άλλο άκρο” εάν είναι δυνατόν) - είναι απλό. Πολύ απλό. Και η σοφία των εντεταλμένων δήθεν peace brothers κονδυλοφόρων περισσεύει επ’ αυτού.

Όταν γράφαμε στην αρχή ότι οι δημαγωγοί των αφεντικών “βρίσκουν και τα κάνουν”, αυτό δείχναμε: όπου υπάρχουν δύο - μέτρα - και - δύο - σταθμά, είναι εύκολο να υπάρχουν και “δύο άκρα”. Όμως κόντρα στα κηρύγματα κάθε εξυπνάκια τσάτσου, τα διπλά στάνταρ δεν αφορούν τις αντιθέσεις του ταξικού ανταγωνισμού, όταν αυτές έχουν οξυνθεί. Στην όξυνση της ταξικής πάλης κανένας τσάτσος δεν μιλάει για “δυο άκρα”, απλούστατα επειδή το ένα είναι το αφεντικό του. Εκεί είναι δεδομένο πως κάθε πλευρά, οι εργάτες απ’ την μια και τα αφεντικά απ’ την άλλη, έχουν “μονά στάνταρ”, το δίκαιο και τα συμφέροντά τους· και μόνο ο φορμαλιστής ιστορικιστής μπορεί να μιλήσει (πάντα εκ των υστέρων και εκ του ασφαλούς) για την αφηρημένη έννοια της νομιμότητας ή της βίας κάνοντας τςς τςς σαν τιγάνι. Όχι λοιπόν! Τα διπλά στάνταρ είναι πολυτέλεια του μυθικού “κέντρου”, των δήθεν “ουδέτερων”. Μικροαστών, μεσοαστών, χαμηλόβαθμων λακέδων κάθε είδους και καθενός μαχαραγιά.
Ο συ.ριζ.α. δεν χρειάζεται συνήγορους· και πάντως δεν θα αναλαμβάναμε τέτοια δουλειά! Αλλά είναι βέβαιο: “άκρο” δεν είναι!! [11] Τι φαντάζεται κανείς, για παράδειγμα, ότι έκανε η αντιπροσωπία ειδικών επί της οικονομίας του συ.ριζ.α. (Τσακαλώτος, Δραγασάκης) στην επί 1,5 ώρα ενημερωσή της απ’ τον υπ.οικ. Στουρνάρα στα μέσα του Σεπτέμβρη; Του έβγαζαν τα νύχια ή τους εξηγούσαν πως θα γίνει η κρατικοποίηση των τραπεζών; Μάλλον εντελώς διαφορετικού είδους και ύφους ήταν η συζήτηση για τα πιο κεντρικά “προβλήματα” του ντόπιου καπιταλισμού...
Την αστική νομιμότητα την υπηρετεί με κάθε τρόπο η ελληνική αριστερά, ακόμα κι αν αυτή (η νομιμότητα) έχει γίνει διάτρητο φάντασμα του εαυτού της. Με μια έννοια αυτή είναι και η πολυτιμότερη υπηρεσία του στο σύστημα: παριστάνει ότι υπάρχει ακόμα “δρόμος μέσα απ’ τους θεσμούς” την ώρα που πέφτουν κορμιά, και την ώρα που τα στελέχη του δεν έχουν ιδέα τι σκατά θα έκαναν σαν κυβερνήτες. Εν τω μεταξύ οι θεσμοί, στη νομική / τυπική διαμόρφωσή τους, εξελίσσονται σ’ αυτό που όλοι / όλες καταλαβαίνουμε.
Ακριβώς εξαιτίας αυτής της δεδομένης νομιμοφροσύνης δημιουργείται περιθώριο για την αναίδεια των κατηγοριών περί “ακραίων συμπεριφορών”. Ως γνωστόν σε κανένα υπάκουο παιδί δεν (πρέπει να) αναγνωρίζει η αυστηρή παιδαγωγική κάποια οριστική ηθική δικαίωση. Αντίθετα (οφείλει να) κρατάει πάντα στον αέρα την προειδοποίηση “πρόσεξε, γιατί κάνεις σαν παλιόπαιδο”... Ούτε ο χριστιανισμός επιτρέπει την οριστική αγιοσύνη εν ζωή - οι πειρασμοί πάντα παραμονεύουν. Πρώτα πεθαίνεις και μετά...
Τα παιδιά δεν το καταλαβαίνουν, τα μεγάλα “παλιόπαιδα” το ξέρουν: άμα μπεις πανηγυρικά στη λεωφόρο των συμβιβασμών, κάθε στροφή έχει περισσότερους από δαύτους. Σ’ αυτή τη λεωφόρο οι παπαριές περί “δύο άκρων” δεν είναι πινακίδα προειδοποίησης “προσοχή, ολισθηρότητα της οδού” ή “προσοχή, πτώση βράχων”. Είναι πινακίδα του είδους συνεχόμενες υποχρεωτικές στροφές δεξιά.

 

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

1 - Ευτυχώς είμαστε αρκετά περιθωριακοί για να συμπληρώσουμε τον κατάλογο των επίτηδες ή κατά λάθος διαφημιστών του εν λόγω και παρόμοιων τύπων!
[ επιστροφή ]

2 - Να μάθει, μεταξύ άλλων, το γιατί διάφορα αστικά συντάγματα περιέλαβαν ρητά την “υποχρέωση του λαού” να αντιδράσει ένοπλα σε οποιαδήποτε προσπάθεια κατάλυσής τους.... Χμμμ. Πόσο αγριάνθρωποι και εξτρεμιστές ήταν εκείνοι που έφτιαξαν τέτοιους καταστατικούς χάρτες της αστικής δημοκρατίας, ε;
[ επιστροφή ]

3 - Επιτέλους ω αναγνώστριες, ω αναγνώστες! Ας μας μαζέψει κάποιος! Έχουμε ξεφύγει...
[ επιστροφή ]

4 - Αλλά δεν υπάρχουν τέτοιοι! Παραφράζοντας την τελευταία φράση του Κασιμάτη στη σοφία του της 23/9: πιθανότερο θεωρούμε ότι υπάρχει θεός παρά έντιμοι φιλελεύθεροι εν ελλάδι...
[ επιστροφή ]

5 - Τι κακό κι αυτό με τα ονόματα! Δύο “αυγές”...
[ επιστροφή ]

6 - Όταν κοτζάμ μητρόπολη του (νεο)φιλελευθερισμού, όπως η αγγλία, βγάζει συστοιχίες αντιαεροπορικών πυραύλων, και μερικές χιλιάδες στρατιώτες στους δρόμους, σαν παράμετρο “δημόσιας τάξης” στη διάρκεια των πρόσφατων ολυμπιακών αγώνων, κανείς δεν μιλάει για “πραξικόμημα”. Όταν η αμερικανική νομοθεσία επιτρέπει την δράση του στρατού σε “εσωτερικά προβλήματα”, κανείς δεν μιλάει για “πραξικόπημα”. Όταν στην ιταλία βγαίνει ο στρατός για να αντιμετωπίσει (δήθεν...) τη μαφία, πάλι κανείς δεν μιλάει για “πραξικόπημα”. Κι όταν ακόμα και το γερμανικό κράτος τροποποίησε πρόσφατα τη νομοθεσία του, επιτρέποντας στο στρατό να δράσει στο εσωτερικό της χώρας (σε “έκτακτες περιπτώσεις” πάντα...) πάλι κανείς δεν μιλάει για “πραξικόπημα”. Τέτοια είναι τα μεγάλα διεθνή οφέλη της “αντι-τρομοκρατίας”, και το έχουμε τονίσει απ’ αυτές εδώ τις σελίδες: βοήθησαν στην κατάργηση των άλλοτε ισχυρών ορίων ανάμεσα στους μηχανισμούς δημόσιας τάξης που έχουν αποκλειστικό πεδίο ευθύνης το εσωτερικό κάθε κράτους (όπως είναι η αστυνομία) και στους μηχανισμούς που δρουν εκτός συνόρων (στρατός). Ακόμα και για το ελλαδιστάν, στο ερώτημα “ποιός θα φυλάξει τις κλειστές τράπεζες στην περίπτωση εγκατάλειψης του ευρώ από τους θυμωμένους καταθέτες”, η απάντηση έχει δοθεί: ο στρατός. Κι αυτό όχι επειδή οι φαντάροι θα αρχίσουν να πολυβολούν τους καταθέτες, αλλά επειδή αν οι καταθέτες δουν μπροστά τους αστυνομία θα της επιτεθούν· ενώ εάν δουν στρατό θα κομπλάρουν και θα αυτοσυγκρατηθούν.
Το γεγονός, πάντως, είναι αυτό: τα διεθνή και τα εντόπια δεδομένα (στα εντόπια πρέπει να περιληφθεί οπωσδήποτε και η μικροαστική ιδεολογία) έχουν ήδη δημιουργήσει τα περιθώρια για κάποιου είδους “συντεταγμένη”, “έλλογη” και “προσωρινή” χρήση του στρατού, υπό πολιτική καθοδήγηση, με αποστολή δημόσιας τάξης. Πρόκειται για μια καλή αναπαράσταση του “στιβαρού κράτους”... Το “αν” και το “πότε” όμως είναι άλλο ζήτημα... Σε οποιαδήποτε τέτοια περίπτωση πάντως τα βοθρολύματα και οι οπαδοί τους θα τρέξουν να “προσφέρουν τις υπηρεσίες” τους..
[ επιστροφή ]

7 - Υπάρχει, για να μην ξεχνιόμαστε, κι ένα σύστοιχο / αντίστοιχο πρόβλημα αντι-εξουσίας: με διανοητικά τούβλα και ψυχοσυναισθηματική λάσπη δεν χτίζεται ούτε φράχτης σε κοτέτσι...
[ επιστροφή ]

8 - Ο εύκολα πονηρούλης κρυφοφασιστάκος -μάτης, αξιοποιεί την φράση ενός επιστολογράφου του ότι “... η ναζιστική βία ... δεν έχει καταγωγή την ... διπλή παράδοση βίας... [καθότι] αντίστοιχη προς την αριστερή βία στην Ελλάδα υπήρξε η καθ’ υπερβολήν βία που αναγκάστηκε να ασκήσει το κράτος την περίοδο 1946 - 1949 για την σωτηρία του”  για να υποστηρίξει χαριτωμένα ότι “η έννομη τάξη δεν έχει καμία σχέση με τη βία ενός κράτους που “υπερβαίνει τους κανόνες της πολιτείας για την προστασία της”. Πάλι σκατά - ο πονηρούλης κάνει ότι δεν έχει διαβάσει Σμιτ. Γιατί οι “κανόνες της πολιτείας για την προστασία της” είναι, εξ αρχής ή εν τέλει, “κανόνες δράσης του κράτους”· οπότε η “έννομη τάξη” δεν χρειάζεται να υπερβαίνει τον εαυτό της - απλά τον μετασχηματίζει και τον προβάλει ή τον επιβάλει σαν αναγκαίο (έστω και “κατ’ εξαίρεσην”), πάντα για την “προστασία” (της)... Επιπλέον η “καθ’ υπερβολήν βία” δεν τέλειωσε το 1949 αλλά το 1981, κράτησε δηλαδή πάνω από 35 ολόκληρα χρόνια. Αν υπολογίσει κανείς και το παρελθόν της “καθ’ υπερβολήν βίας” στις διαμάχες βενιζελικών και βασιλοφρόνων, προκύπτει ότι ο 20ος αιώνας στην ελλάδα ήταν (γενικά ) “υπερ/βολικός” για την κρατική βία, και όχι βέβαια σαν απάντηση στην “αριστερή βία”... Σιγά, όμως, μην σκοτίζονται οι υπάλληλοι της δημαγωγίας με τέτοιες ιστορικές λεπτομέρειες...
[ επιστροφή ]

9 - Δες χωριστή αναφορά: το δύσκολο πέρασμα.
[ επιστροφή ]

10 - Το ότι ο αρχηγός του βόθρου είναι μισθοδοτούμενος υπάλληλος των ντόπιων μυστικών υπηρεσιών δεν το έχουν ξεφουρνίσει αναρχικοί ή αντιφασίστες, αλλά (γραπτά) ένα απ’ τα κορυφαία στελέχη του βόθρου, όταν μετάνοιωσε για την ευπιστία του. Αλλά και τι άλλο θα μπορούσε να είναι; Μια ματιά σ’ αυτά που συμβαίνουν στην σαφώς πιο αστική και πιο δημοκρατική γερμανία ξεστραβώνει και τους θεόστραβους.
[ επιστροφή ]

11 - Υπάρχει κάτι στο οποίο, σε ότι αφορά τις παπαριές περί “δύο άκρων”, οι του συ.ριζ.α. έχουν δίκιο, και πρέπει να το αναγνωρίσουμε: περισσότερο ακόμα κι απ’ το να “απονομιμοποιούν” τον συ.ριζ.α. στα μάτια των φιλήσυχων ψηφοφόρων, αυτές οι ασφαλίτικες δοξασίες νομιμοποιούν τα βοθρολύματα.
Όμως πόση νομιμοποίηση πια, και από πόσες μεριές; Ο συναγελασμός στα έδρανα και στους διαδρόμους και στα καφενεία και στις επιτροπές του κοινοβουλίου δεν είναι αρκετό πλυντήριο από μόνος του; Εδώ έχουμε ανοικτή διαφήμιση των “ταγμάτων εφόδου”, δεν είναι παίξε γέλασε - κι όμως: το πάθος για τον βουλευτικό μισθό, την δημοσιότητα και την αριστερή δημαγωγία, είναι δυνατότερο απ’ την εύλογη αηδία προς τους κουστουμάτους τραμπούκους.
Οπότε: αν η νομιμοποίηση των βοθρολυμάτων είναι έγκλημα καθοσίωσης, είναι πολύ περισσότεροι οι αμαρτωλοί απ’ όσους θα ήθελαν να παραδεχτούν οι αριστεροί...
[ επιστροφή ]

 
       

Sarajevo