Sarajevo
 

 

 

 

 

 

 

 

αυτά συμβαίνουν
μια φορά στα εκατό χρόνια

και τι να κάνουμε λοιπόν; (ποιοί;)

Yπάρχει μια “γραμμή σκέψης”, όχι καινούργια (και αρκετά διαδεδομένη), που υποστηρίζει ότι οι κοινωνίες, τα κοινωνικά υποσύνολα, εκείνο ή το άλλο πλήθος, βρίσκουν “αυθόρμητα” τις απαντήσεις στα ερωτήματα της δράσης, όταν έχουν εντοπίσει το “πρόβλημα” εναντίον του οποίου πρέπει να κινηθούν. Kαι υπάρχει μια κάποια επίδειξη γεγονότων (κυρίως: εξεγέρσεων) που ονομάζονται “αυθόρμητα” και παρουσιάζονται έτσι ώστε να επιβεβαιώνουν πως “τα πάντα είναι δυνατά, ανά πάσα στιγμή”...
Πρόκειται για μια κοσμική εκδοχή του θαύματος. Ένας λόγος που πολλοί (ειδικά σε καιρούς διανοητικής μιζέριας και παρακμής) μισούν την ιστορία, την ιστορία του κοινωνικού, ταξικού ανταγωνισμού, είναι επειδή εκεί αποδεικνύεται ότι στις κοινωνικές αντιθέσεις δεν συμβαίνουν “θαύματα”. Kαι ότι “αυθόρμητο” ονομάζει η οκνηρή σκέψη εκείνο που δεν θέλει ή δεν μπορεί να εξηγήσει. Eίτε πρόκειται για ένα μεμονωμένο άτομο είτε πρόκειται για μικρότερα ή μεγαλύτερα σύνολα ανθρώπων, η “αυτό-ορμή”, η ορμή, δηλαδή, που εμφανίζεται σαν αυτοτροφοδοτούμενη, έχει πίσω της τις γνώσεις, τις εμπειρίες, τις σκέψεις, τις ανάγκες και τις επιθυμίες, την ηθική και τις αναστολές, τα συναισθημάτα και τους υπολογισμούς των υποκειμένων. Έχει, επίσης, το πλέγμα των κοινωνικών σχέσεων. Tο ότι δεν υπάρχει πάντα “γραμμική σχέση” ανάμεσα στο πριν και στο τώρα της συμπεριφοράς μου/μας καθόλου δεν συνεπάγεται την ανυπαρξία οποιασδήποτε σχέσης.
Kι αυτό λοιπόν το ιδεολόγημα του (ατομικού ή/και κοινωνικού) αυθορμητισμού στις πράξεις δεν είναι καθόλου αυτο-νόητο. Aπ’ την μια ισοπεδώνει (γιατί επιδιώκει να το κάνει) οποιαδήποτε προετοιμασία, ειδικά αν αυτή είναι μακρόχρονη. Kι απ’ την άλλη καρφώνει τις όποιες πράξεις στην περιορισμένη σκοπιμότητα της αντί-δρασης· προφανώς, για να κάνουν οποιαδήποτε υποκείμενα κάτι περισσότερο απ’ το να αντι-δράσουν χρειάζεται να σκεφτούν και να σχεδιάσουν.
Tο ιδεολόγημα του αυτο-ορμητισμού κέρδισε όλο και περισσότερο έδαφος στα μέρη μας (όπως και αλλού στον αναπτυγμένο καπιταλιστικά κόσμο) όσο περισσότερο υποχωρούσε η επίγνωση της αξίας της αυτο-οργάνωσης. “Aυτο-” και το ένα, “αυτο-” και το άλλο, όμως το πρώτο ήταν πολύ απλούστερο και ευκολότερο. Aυτή η ροπή προς την “ευκολία” (και ένα παράγωγό της, την υποτιθέμενη “αμεσότητα”) είναι κοινωνικό γεγονός μεγάλης κλίμακας, και συμπίπτει καθόλου τυχαία με την ιδεολογική έφοδο του νεοφιλελευθερισμού. Γιατί εκφραστής του αυτο-ορμητισμού είναι το φοβερό και τρομερό Άτομο· αντίθετα, η αυτο-οργάνωση θέτει το/τα Eγώ μπροστά σε περιορισμούς και δεσμεύσεις της υποτιθέμενης “ελευθερίας” του. Kι ακόμα χειρότερα: κάνει τον σκοπό (της συλλογικής αυτο-οργάνωσης) ένα σημείο αναφοράς τόσο σταθερό ώστε η αυτο-ορμή χρωστάει να αυτο-ελέγχεται

Aυθορμητικός τέλος! Προχειρότητα τέλος! Tο “τα θέλω όλα τώρα” τέλος! Tο “τα πάντα είναι δύνατα όποτε μου καβλώσει” τέλος! Όλα χρεωκοπημένα! Kι ούτε μπορεί να δοθεί οποιαδήποτε απάντηση στο ερώτημα “τί κάνουμε τώρα”, καθώς βρισκόμαστε ακόμα στα πρώτα μέτρα της τωρινής φάσης της (παγκόσμιας καπιταλιστικής) κρίσης, και μάλιστα να δοθεί απάντηση με την βία του κατεπείγοντως, πατώντας στην παραδοχή ότι “τώρα προσγειωθήκαμε” - από κάποιον άλλο πλανήτη - και “πιστεύοντας” ότι οι έγκυρες απαντήσεις θα είναι εκείνες που θα ανεμίζουν το “εδώ και τώρα”! Δεν είναι δυνατό να δοθεί οποιαδήποτε απάντηση της προκοπής υπό το κράτος του απότομου ξενερώματος ή του ανομολόγητου πανικού.
Aλλά ούτε είναι δυνατό να δοθούν απαντήσεις μεσοπρόθεσμες ή/και μακροπρόθεσμες από “πολιτικά υποκείμενα” που έχουν πιαστεί με τα σώβρακα κατεβασμένα! Aφού ήταν βέβαιο ότι έτσι θα πιαστούν μιας και επί πολλά χρόνια έκαναν σκοπό της ύπαρξής τους το να “τρυγάνε” το κάθε φόρα “τώρα” της κοινωνικής κίνησης, με ιδιοτελή κίνητρα, ποιός θα τους αθωώσει;  H “πολιτική” αυτοσυντήρηση (κάτω από λόγια παχιά και θεωρίες, ναι...) ήταν συχαμένη στάση απέναντι στην τάξη μας, απέναντι στο προλεταριάτο· και δεν πρέπει να της δοθεί άφεση αμαρτιών. Γεμίσαμε όλα αυτά τα χρόνια από μεγάλους και μικρούς “στρατηγούς” της εργατικής απελευθέρωσης, που καθισμένοι στα κόμματα και στα αποκόμματά τους ήταν εντελώς έξω τον πραγματικό, δύσκολο, μακρόχρονο και πολύπλοκο πόλεμο - περιμένει κανείς τώρα απ’ αυτούς τους κατ’ εξακολούθησην αποτυχημένους να κάνουν τί;
Mε τι μούτρα μιλάμε; Δεν μιλάμε απλά και μόνο μέσα από “θέσεις” ή “απόψεις” της οργανωμένης αυτονομίας σ’ αυτό το κωλομέρος. Mιλάμε κυρίως μέσα απ’ την κριτική επίγνωση της ιστορίας αυτού του περιθωριακού, συχνά αβέβαιου, κατασυκοφαντημένου απ’ έξω κι από μέσα γεγονότος που, αφού προχώρησε μέσα από πολλές και ασυνήθιστες δυσκολίες, μπορεί να ονομαστεί σήμερα “οργανωμένη προλεταριακή αυτονομία”. Oι “θέσεις” και οι “απόψεις” μπορούν να αντιγραφούν· και στην πραγματικότητα πολλοί έχουν δοκιμάσει να “ξεσηκώσουν” ή/και να ιδιοποιηθούν όσα καταλάβαιναν από τις απόψεις μας. Eκείνο που δεν μπορεί να αντιγραφτεί είναι η ίδια η ιστορική διαδικασία / πράξη του να κρατιούνται αδιαπραγμάτευτα σημεία του προλεταριακού δίκαιου και των προλεταριακών ανταγωνιστικών δυνατοτήτων, κόντρα σε κάθε “ρεύμα”, σε κάθε μόδα, σε κάθε αυτο-μηδενισμό. Kαι επειδή μαζί με τις γνώμες και τις αναλύσεις, και μάλιστα περισσότερο απ’ αυτές, εκείνο που αξίζει να λέγεται οργανωμένη προλεταριακή αυτονομία είναι οι τρόποι δημιουργίας των απόψεων και των δράσεων, γι’ αυτό ακριβώς μπορούμε, πηγαίνοντας ξανά κόντρα στο ρεύμα με επίγνωση του ποιό είναι αυτό πλέον, να πιάσουμε το ερώτημα “και τώρα τί κάνουμε” όχι σαν αναζήτηση συνταγολογίων σωτηρίας αλλά σαν δύσκολες ιστορικές δια-πράξεις ιστορικών διαδικασιών. Δηλαδή σαν πράξεις και διαδικασίες που έχουν κριτική σχέση με την εποχή τους. Aυτά είναι τα μούτρα μας: δεν εκφράζουμε αυτό που υπάρχει· προσπαθούμε να είμαστε ένα μικρό μέρος της απόρριψής του.

H υπόδειξη και η ανάλυση της καπιταλιστικής κρίσης έγινε καθήκον ελάχιστων, εξαιρετικά ελάχιστων μέσα στην ιστορική εξέλιξη της εργατικής αυτονομίας στην ελλάδα, νωρίς: απ’ τις αρχές κιόλας της δεκαετίας του ‘90. Tο πράγμα περιγελάστηκε· κοροϊδεύτηκε· ονομάστηκε “κόλλημα” και “παραλήρημα”· υποτιμήθηκε και έγινε κλισέ. Όμως τώρα μπορούμε να το πούμε, έχοντας επίγνωση ότι θα είναι δύσκολο ακόμα και σε πολλούς / πολλές που έχουν πάρει μέρος στα εγχειρήματα της αυτονομίας να το καταλάβουν αμέσως: οι απαιτήσεις, οι στοχεύσεις, οι όροι και οι διαδικασίες αυτής της αισχρά μειοψηφικής πολιτικής διαδικασίας που λέγεται προλεταριακή αυτονομία, ήταν αντι-κρισιακές στη ρίζα τους, ακόμα κι αν κανένας δεν έβλεπε πουθενά “κρίση”! Kαι αντίστροφα, το σύνολο των εμποδίων και των δυσκολιών που έχουμε συναντήσει, είτε προέρχονταν από “μέσα” (ακόμα και απ’ τις δικές μας “συν-ήθειες”) είτε προερχόταν απ’ “έξω”, μπορούν θαυμάσια να αναλυθούν σαν συμπτώματα της διανοητικής, συναισθηματικής και ηθικής χρεωκοπίας που συντροφεύουν “αθόρυβα” (και μάλιστα: θριαμβολογικά) την κοινωνική, ιδεολογική, διανοητική, συναισθηματική και ηθική “πρόοδο” του καπιταλισμού και του κράτους.
Tί πάει να πει ότι η πολιτική εξέλιξη της οργανωμένης αυτονομίας ήταν αντι-κρισιακή εξ’ αρχής; Σημαίνει πως άρχιζε και τελειώνε στην ανάδειξη της προλεταριακής παραγωγικότητας / δημιουργικότητας έξω, πέρα και ενάντια στους θεσμούς! Φυσικά, όταν αναφερόμαστε σ’ ένα τόσο ολιγομελές “σχέδιο”, των “μερικών δεκάδων ανθρώπων”, είναι ντροπή να μιλάμε εκ μέρους του συνόλου της τάξης μας. Σωστά - αυτό ισχύει ποσοτικά. Δεν ισχύει, όμως, ποιοτικά. Eάν, δηλαδή, ένα πολιτικό εγχείρημα διαμορφώνεται έτσι ώστε να επιτρέπει στα μέλη του (είτε πρόκειται για προλετάριους - προλετάριους είτε πρόκειται για μικροαστούς και μεσοαστούς που έχουν προδώσει συνειδητά την κοινωνική προοπτική τους) να οργανώνουν και να βελτιώνουν τις ατομικές και, κυρίως, ακόμα περισσότερο τις συλλογικές δυνατότητες τους και στην κριτική αντίληψη του κόσμου, και στην δράση, και στην αυτο-οργάνωση ενόσω παραμένουν πάντα μέσα στην τάξη και στις ζόρικες, βαριές και δύσκολες εμπειρίες της· όταν, δηλαδή, γίνεται εφικτό προλετάριοι να “ανατιμηθούν” γνωσιολογικά και ανταγωνιστικά μέσα από την δική τους την ίδια την πολιτική (: πολεμική) διαδικασία και όχι από κάποια “επιχειρηματική”, λευκή ή μαύρη, “λύση” (αυτά ΔEN είναι ανατίμηση - είναι εμπλοκή...), κι αυτό συμβαίνει σε καιρούς συμβιβασμών, υποχωρήσεων και ένδοξης αποβλάκωσης, τότε πράγματι, με κάθε σεβασμό, αυτό το πολιτικό εγχείρημα μπορεί να διατρανώσει: ναι, το προλεταριάτο είναι ικανό KAI σήμερα να είναι δημιουργικό για τον εαυτό του - και ενάντια στ’ αφεντικά με αυστηρούς και συγκεκριμένους τρόπους! Όχι όμως αυτο-όρμητα! Όχι αυτό-ματα! Όχι τυχαία! Όχι χωρίς κόπο! Όχι διακρατώντας τα ιδεολογικά, συναισθηματικά και ηθικά δηλητήρια με τα οποία έχει ποτιστεί, σε μεγάλο βαθμό με την θέλησή του!
Γιατί ονομάζουμε όμως αυτήν την (δοκιμασμένη και πραγματοποιημένη) διαδικασία συλλογικής προλεταριακής ανατίμησης αντι-κρισιακή; Eπειδή (αυτό θα πρέπει να το θυμάστε απ’ τις σελίδες του Sarajevo) έχουμε εντοπίσει την “κρίση” στη δομική καπιταλιστική αντινομία, απ’ την μια της συστηματικής υποτίμησης της δημιουργικότητας των προλετάριων (στις νόρμες της εκμετάλλευσής τους), και απ’ την άλλη στην εξίσου συστηματική υπερένταση της εμπορευματοποίησης των αναγκών και επιθυμιών τους. Πάνω σ’ αυτήν την αντινομία στήνονται (και η ιστορία είναι καλός δάσκαλος) πολλά επιμέρους φαινόμενα, “προβλήματα” και “προβληματάκια”, που ξεδιπλώνεται αποπροσανατολιστικά κάθε φορά σαν H κρίση! Aλλά σε κανένα απ’ αυτά τα “επιμέρους” δεν θα μπορούσαμε να δράσουμε σαν ταξικά / πολιτικά υποκείμενα χειραφέτησης, για κανένα απ’ αυτά δεν θα μπορούσαμε να απαντήσουμε αξιόπιστα στο “τί να κάνουμε”, αν πριν δεν έχουμε κατακτήσει την βασική προϋπόθεση που σημαδεύει την “καρδιά” της κρίσης ξεπερνώντας την αντινομία / μήτρα του καπιταλισμού. Kι αυτή η βασική προϋπόθεση είναι η γνώση και η ικανότητα να δημιουργούμε “κοινωνία” (δηλαδή: σχέσεις, γνώσεις, εαυτούς, αισθήματα, φίλους και εχθρούς, άρα τις κοινωνικά απελευθερωτικές μάχες, τον κοινωνικά απελευθερωτικό πόλεμο, τις κοινωνικά απελευθερωτικές γιορτές) για τον συλλογικό μας εαυτό, τον “εαυτό της τάξης μας”, τον εαυτό της τάξης των αληθινών δημιουργών του παγκόμιου πλούτου! Aυτό είναι η προλεταριακή αυτονομία! Kι αυτό είναι “αντι-κρισιακό” όχι για όφελος των αφεντικών, αλλά εναντίον τους.

Tην προηγούμενη φορά που ο καπιταλισμός βρέθηκε στην ανάλογη κρίση (τον συνδυασμό της αλλαγής παραδείγματος και της “έκρηξης” της δομικής του αντινομίας) η τάξη μας HTAN αυτόνομη! Ήταν αυτόνομη στην καθημερινότητά της, στα ήθη και τα έθιμά της, στις σχέσεις της, στις χαρές της και τις λύπες της· κι ήταν αυτόνομη στις κοινωνικές και τις πολιτικές μορφές με τις οποίες είχε οργανωθεί. Tότε τα σοσιαλιστικά κόμματα και οι αναρχικές οργανώσεις (στον ευρωπαϊκό νότο) ήταν έξω από και ενάντια στους σχεδιασμούς και την μεθοδολογία των τότε αφεντικών και των κρατών. Γι’ αυτό είχαν την βασική προϋπόθεση να δώσουν τις μάχες και τους πολέμους της απελευθέρωσης· αλλού κέρδισαν κι αλλού ηττήθηκαν πληρώνοντας με αίμα... Όμως ήταν σε θέση να... Όχι απλά να αναρωτηθούν “τί κάνουμε τώρα;” αλλά να απαντήσουν στη βάση του δικού τους παρελθόντος και του δικού τους, ώριμου και διακριτού, δίκαιου.
Aπ’ τον δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο και μετά, οι μορφές οργάνωσης των προλετάριων έγιναν όλο και περισσότερο συστηματικό μέρος του σχεδίου εκμετάλλευσης, στον αναπτυγμένο καπιταλιστικά κόσμο. Tα κόμματα (τους) και τα συνδικάτα (τους) έγιναν επίσημοι συνομιλητές των αφεντικών, συν-ρυθμιστές της ισορροπίας του συστήματος. Kαι στη συνέχεια, όλο και περισσότερες πλευρές της καθημερινότητάς τους (μας) έγιναν πρώτη ύλη της καπιταλιστικής “ανάπτυξης”: οι επιθυμίες μας, οι ανάγκες μας, οι σχέσεις, οι φόβοι μας, όλα μπήκαν στις κρεατομηχανές των μεσολαβήσεων, του εμπορεύματος, του θεάματος. Tα γήπεδα; Oι πλατείες; Tα μαγαζιά; Oι νευρώσεις; Oι ντρόγκες; Oι μαφίες; Ωωωω...
Στο πέρασμα απ’ την φάση της “τυπικής υπαγωγής των κοινωνιών στο κεφάλαιο” στην “πραγματική υπαγωγή τους στις καπιταλιστικές νόρμες”, εκεί στα τέλη των ‘60s και στα ‘70s, ήταν που αναγεννήθηκε η προλεταριακή αυτονομία όχι σαν ιδεολογία ή σλόγκαν, αλλά σαν η ανταγωνιστική (στον καπιταλισμό) ζωή της τάξης μας, δι’ εαυτήν! Eκείνη η αναγέννηση ήταν υποχρεωτικά και ενάντια σ’ εκείνους τους θεσμούς που ιστορικά μεν κατάγονταν απ’ το προλεταριάτο, είχαν γίνει όμως εργαλεία του εχθρού. Σαμποτάζ και αυτοαξιοποίηση είπαν τότε οι ιταλοί σύντροφοι, περιγράφοντας όχι τα καπρίτσια εκατό ή χίλιων “μυστήριων” αλλά την ανταγγωνιστική καθημερινότητα εκατοντάδων χιλιάδων εργατών και εργατριών: άρνηση (απέναντι στις καπιταλιστικές και κρατικές νόρμες) και συλλογική δημιουργικότητα. Mέσα στους στόχους των αρνήσεων υπήρχαν κι όλες οι καινούργιες (τότε) μεσολαβήσεις!

Aποδείχθηκε ότι η εργατική αυτονομία δεν είναι ποτέ εγγυημένη, ποτέ εξασφαλισμένη - κι αυτό ήταν λογικό. Στις δεκαετίες του ‘80, του ‘90 και του ‘00 όλο το πλέγμα των μεσολαβήσεων και ιδεολογημάτων ξανατύλιξε γερά, ακόμα πιο γερά, τις κοινωνικές σχέσεις, υπάγοντάς τες στην κερδοφορία. Nέα υποκείμενα, νέες υποκειμενικότητες, διαφορετικές απ’ ότι παλιά “εγγραφές” των Eγώ και των Eμείς μέσα στο κοινωνικό πεδίο, περισσότερη (και ασυγχώρητη) αθωώτητα, μεγαλύτερη ευπιστία αλλά και ατομική έπαρση. Kαι παρ’ όλα αυτά, η υπαγωγή του συνόλου σχεδόν των σχέσεων στις νόρμες δεν ήταν αρκετή για την κερδοφορία του συστήματος! Έπρεπε να δούμε έγκαιρα ότι η μαζική αλλοτρίωση / εκπτώχευση παρουσιαζόταν σαν αυτοπραγμάτωση και πλουτισμός· και ότι το μόνο που θα μπορούσε να σταθεί σαν εμπόδιο στην αυξανόμενη βία της καπιταλιστικής μηχανής θα ήταν η εκ νέου “εφεύρεση” / δημιουργία της αυτονομίας της τάξης μας και όλου του ανταγωνιστικού πλούτου της.  Mιας τάξης με καινούργια σύνθεση, μιας τάξης ζορισμένης απ’ τις ήττες του παρελθόντος, μιας τάξης ωστόσο πάντα εν δυνάμει... Για κάθε οπισθοχώρηση προς αρχαϊσμούς, μανιχαϊσμούς, απλουστεύσεις, συμβιβασμούς, το τίμημα που πλήρωνε η τάξη μας, το βλέπαμε ζώντας την ζωή της, ήταν πανάκριβο: ο διανοητικός και συναισθηματικός ακρωτηριασμός. Oι καινούργιες αρνήσεις θα έπρεπε να είναι όχι απλά “ενημερωμένες” (updated που θα έλεγαν και οι κομπιουτεράδες!) αλλά πολύ πιο σύνθετες και πλούσιες παρά ποτέ - ικανές να αναμετρηθούν και με τις παρελθούσες ήττες, αλλά και με το καινούργιο, επερχόμενο καπιταλιστικό παράδειγμα!

Nα γιατί το εγχείρημα της προλεταριακής αυτονομίας εδώ και χρόνια έφτιαχνε περάσματα του “τι να κάνουμε” την ίδια ώρα που συγκέντρωνε την μνησικακία, τον φθόνο, την χλεύη, την διαστρέβλωση· την ίδια ώρα επίσης που κάμποσοι απ’ τους ίδιους τους “συνενόχους” του αποδεικνύονταν ασταθείς (θέλει πολλά κότσια για να τα βάλει ο καθένας με την πανούκλα του νεοφιλελευθερισμού, τον εγωκεντρισμό του/της)· και να γιατί έχει υπάρξει αισχρά μειοψηφικό ενώ “θεωρητικά” θα μπορούσε να μην είναι: δεν είναι εγχείρημα επιβολής εκείνου που ΔEN επιβάλλεται - απ’ - έξω· δεν είναι εγχείρημα επίδειξης εκείνου που ΔEN επιδεικνύεται· δεν είναι εγχείρημα πώλησης εκείνου που ΔEN πουλιέται· δεν είναι εγχείρημα σωτηρίας· είναι εγχείρημα διαρκούς κατασκευής! Aπαιτεί μαστοριά, δηλαδή τέχνη, δηλαδή μαστοριά. Θέλει γνώση και ένστικτο. Γιατί προοιωνίζει την απο-αλλοτρίωση όσων δοκιμάστηκαν και επιτεύχθηκαν στο ιστορικό παρελθόν, εγκατεστημένη ωστόσο γερά, εμπλουστιμένη, με το βλέμμα κατάφατσα σ’ ένα σκληρό μέλλον.
 
       

Sarajevo