Sarajevo
 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Οι 4 μεγάλοι
Tο συμβούλιο των τεσσάρων μεγάλων στο Παρίσι. Aπό αριστερά προς τα δεξιά: ο βρετανός Λόιντ Tζωρτζ, ο ιταλός Oρλάντο, ο γάλλος Kλεμανσό, και ο αμερικανός Oυίλσον.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Η ελληνική αντιπροσωπεία
H ελληνική αντιπροσωπεία στη διάσκεψη του Παρισιού. Στο κέντρο ο Bενιζέλος.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Προπαγανδιστικός χάρτης
Προπαγανδιστικός χάρτης με την ελλάδα της «μεγάλης ιδέας»

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Η απόβαση στην Izmir
15 Μάη 1919: ο ελληνικός στρατός αποβιβάζεται στην Izmir...

 

 

 

 

 

Τα 14 σημεία

Στις 18/1/1918, ενώπιον του κογκρέσου ο αμερικάνος πρόεδρος Ουίλσον διατύπωσε τα 14 σημεία του, τα οποία προέβλεπαν:
1. Την κατάργηση της μυστικής διπλωματίας και την ακύρωση των μυστικών συμφωνιών.
2. Την ελευθερία των θαλασσών.
3. Την ελευθερία του εμπορίου.
4. Τον αφοπλισμό.
5. Την απο-αποικιοποίση και την εθνική αυτοδιάθεση.
6. Την διεθνή αποχώρηση από τα κατεχόμενα εδάφη της ρώσικης επικράτειας.
7. Την αποκατάσταση του βελγίου στο προπολεμικό εθνικό στάτους.
8. Την επιστροφή της Αλσατίας και της Λορένης από την γερμανία στη γαλλία.
9. Τα ιταλικά σύνορα να επαναχαραχτούν με βάση την εθνικότητα.
10. Αυτόνομη ανάπτυξη για την αυστρο-ουγγαρία ως ένα έθνος, εάν η αυστρο-ουγγρική αυτοκρατορία διαλυθεί.
11. Εγγύηση ακεραιότητας για την ρουμανία, τη σερβία, το μαυροβούνιο και τα υπόλοιπα βαλκανικά κράτη, να λήξει η κατοχή εδαφών τους και να δοθεί στη σερβία πρόσβαση στην Αδριατική.
12. Ανεξαρτησία για τον τούρκικο λαό της οθωμανικής αυτοκρατορίας, εάν η αυτοκρατορία διαλυθεί, και αυτόνομη ανάπτυξη για τις υπόλοιπες εθνικότητες της πρώην αυτοκρατορίας.
13. Ίδρυση  ανεξάρτητης πολωνίας με πρόσβαση στη θάλασσα
14. Γενική συνεργασία των εθνών μέσω ενός πολυμερούς διεθνούς οργανισμού που θα διατηρεί την ειρήνη (η Κοινωνία των Εθνών).

[ Επιστροφή ]

 

Τα μυστικά του βούρκου (ε μέρος)
Καλά κρυμμένες ιστορίες του ελληνικού ιμπεριαλισμού

...Για να διαλύσουμε πλάνες και να στερεώσουμε στα πόδια της την αληθινή ιστορία της μικρασιατικής καταστροφής είναι ανάγκη να ξαναγυρίσουμε στους ξένους ενόχους, σ' αυτούς που ασύστολα και εγκληματικά εκμεταλλεύτηκαν, όχι μόνο τις μεγαλοϊδεάτικες βλέψεις της ελληνικής ολιγαρχίας, μα και τους δίκαιους πόθους και τα ιερά και όσια ενός μικρού λαού.
…Η μεταχείριση της μικρής ελλάδας απ' τους Μεγάλους Συμμάχους της, μας φέρνει συχνά στο νου την κλασσική περίπτωση της φτωχής κοπέλας, που ο πλούσιος εραστής της, μόλις βρει άλλην την εγκαταλείπει, ανυπεράσπιστη. Ή κάτι χειρότερο, για ν' απαλλαγεί από τις οχλήσεις της και να την ξεφορτωθεί μια για πάντα την σπρώχνει ίσαμε την αυτοκτονία!

Διδώ Σωτηρίου, Η Μικρασιατική καταστροφή και η στρατηγική του ιμπεριαλισμού στην ανατολική Μεσόγειο

H ελλάδα των δύο ηπείρων και των πέντε θαλασσών. H συνθήκη των Bερσαλιών και το νέο ελληνικό όνειρο: όλο ανατολικά!

Αν το προοίμιο του πρώτου παγκοσμίου πολέμου είναι οι βαλκανικοί πόλεμοι του '12 - '13, τότε η ελληνική εισβολή στην Μικρά Ασία και ο ελληνοτουρκικός πόλεμος του '19 - '22 είναι αναμφισβήτητα ο επίλογός του: οι κατακλυσμιαίες δυνάμεις που απελευθέρωσαν οι ιμπεριαλιστικοί ανταγωνισμοί έκλεισαν εδώ απ' όπου ξεκίνησαν, στα Βαλκάνια και την ανατολική Μεσόγειο, το θηριώδες έργο του μετασχηματισμού της ευρωπαϊκής ηπείρου και συνάμα του πλανήτη ολόκληρου.
Για το ελληνικό κράτος η μικρασιατική εκστρατεία σήμαινε την οριστική συντριβή του ιμπεριαλισμού της μεγάλης ιδέας και την ανάσχεση του εδαφικού επεκτατισμού του - σχεδόν αδιάκοπου από την ίδρυσή του το 1831. Αντίθετα, για το τουρκικό κράτος ο πόλεμος της ανεξαρτησίας, όπως ονομάζεται επίσημα στην άλλη πλευρά του Αιγαίου, αποτέλεσε την διαδικασία σχηματισμού του και ταυτόχρονα την γενέθλια πράξη του. Όταν τον Μάη του 1919 ο ελληνικός στρατός αποβιβαζόταν στην Izmir (Σμύρνη), εισέβαλλε στα εδάφη της ηττημένης και υπό διαμελισμό οθωμανικής αυτοκρατορίας. Καμία δύναμη, πέρα από τις έριδες στο εσωτερικό της νικήτριας “τριπλής συνεννόησης” για το μοίρασμα της λείας, δεν φαινόταν ικανή να αντιπαρατεθεί στις λόγχες του. Όταν τρία χρόνια αργότερα, τον Αύγουστο του 1922, διαλυμένος οπισθοχωρούσε άτακτα, είχε πλέον υποστεί πανωλεθρία από το εθνικιστικό / εθνικοαπελευθερωτικό ένοπλο τουρκικό κίνημα, που πάλευε ενάντια στην ξένη κατοχή (από έλληνες, βρετανούς, γάλλους κι ιταλούς), τον εδαφικό διαμελισμό και το υπεραιωνόβιο χαλιφάτο, με στόχο την κατασκευή έθνους-κράτους στην Ανατολία.
Τα γεγονότα της περιόδου από την λήξη του πρώτου παγκοσμίου, Νοέμβρης 1918, μέχρι την υπογραφή της συνθήκης της Λωζάννης, 24 Ιούλη 1923, τουλάχιστον σε ό,τι αφορά τις συνέπειες του ελληνοτουρκικού πολέμου, συνιστούν ανατροπή πρώτου μεγέθους και προκάλεσαν ριζικό επανασχεδιασμό της στρατηγικής όλων των κρατών που αναμείχτηκαν. Αν είχαν πραγματοποιηθεί τα αρχικά σχέδια και οι φιλοδοξίες των νικητών του μεγάλου πολέμου για την οθωμανική επικράτεια, τότε η Ινσταμπούλ και τα Στενά θα ήταν υπό διεθνή έλεγχο (κυρίως βρετανικό), η μικρασιατική ακτή του Αιγαίου θα ήταν υπό ελληνική κατοχή, η νοτιοδυτική Ανατολία υπό ιταλική, η νοτιοανατολική υπό γαλλική, στα βορειοανατολικά εδάφη θα υπήρχε αρμενικό κράτος (πιθανόν υπό αμερικάνικη εντολή), στους κούρδους θα είχε αποδοθεί αυτονομία και κληρονόμος της οθωμανικής αυτοκρατορίας θα ήταν ένα μικρό και περίκλειστο τουρκικό κράτος στην ενδοχώρα της Ανατολίας γύρω από την Άγκυρα. Όσο κι αν αυτή η ιστορική εκδοχή μοιάζει σήμερα απίθανη, τον πρώτο καιρό μετά τον παγκόσμιο πόλεμο - για όσο οι νικητές ήταν άρρωστοι από την έπαρση ότι μπορούν να επιβάλλουν τη θέλησή τους στην ιστορία και τουλάχιστον μέχρι να φανερωθούν πλήρως και να κυριαρχήσουν οι θανάσιμες αντιπαλότητες των “συμμάχων” - αντιπροσώπευε αυτό που θεωρούνταν ρεαλιστικό κι εφαρμόσιμο· ποτάμια αίματος ξοδεύτηκαν προκειμένου να αποκτήσει υλική υπόσταση εκείνη η εκδοχή.
Το “παράδοξο” κι εξίσου σημαντικό ιστορικά είναι ότι το τουρκικό εθνικιστικό κίνημα, σε ιδεολογικό και πολιτικό επίπεδο, νίκησε τους δυτικούς συμμάχους στο ίδιο τους το γήπεδο, έχοντας οικειοποιηθεί τα δικά τους εργαλεία. Στον μεταπολεμικό κόσμο που χτιζόταν στις Βερσαλλίες κατά τη διάρκεια της συνόδου της “ειρήνης” η ιδεολογική κυριαρχία του εθνικισμού ήταν αδιαμφισβήτητη. Για τα αφεντικά του πλανήτη, από τα μικρότερα ως τα μεγαλύτερα, που συνωθούνταν επί μήνες στους διαδρόμους και τις αίθουσες του γαλλικού ανακτόρου χαράζοντας την μοίρα του κόσμου, η “αρχή των εθνοτήτων” (το “δικαίωμα της εθνικής αυτοδιάθεσης”) ήταν πλέον κομμάτι του σκληρού πυρήνα της στρατηγικής τους - για την ακρίβεια της στρατηγικής ελέγχου κι επιβολής της θέλησης των νικητών πάνω στους ηττημένους. Στην περίπτωση της οθωμανικής αυτοκρατορίας η διαβόητη “αρχή των εθνοτήτων” (που θα εξηγήσουμε παρακάτω πώς και γιατί έγινε τόσο κεντρική κάνοντας το έθνος-κράτος να φαίνεται ως η πλέον κατάλληλη, σχεδόν “φυσική”, μορφή του καπιταλιστικού κράτους) υπονοούσε τον διαμελισμό της και το μοίρασμά της ανάμεσα στους ισχυρότερους ιμπεριαλισμούς της περιοχής και του κόσμου και σε καμία περίπτωση την κατασκευή ενός βιώσιμου εθνικού τουρκικού κράτους. Το ιδεαλιστικό περιτύλιγμα της “αυτοδιάθεσης” και η προπαγάνδα περί “παγκόσμιας κοινωνίας των εθνών” - που συγκάλυπτε τα ιμπεριαλιστικά συμφέροντα - μπορεί να αφορούσε την ελληνική μειοψηφία της περιοχής της Izmir, ή ακόμη τους ασσύριους ή τους χαλδαίους (υπήρχαν και δικές τους αντιπροσωπείες στις Βερσαλλίες που αξίωναν “αυτοδιάθεση”...) αλλά όχι τον ηττημένο τούρκικο πληθυσμό της Ανατολίας (που εξάλλου σύμφωνα με τα διαδεδομένα ρατσιστικά στερεότυπα της εποχής ήταν “αδύνατον να εκπολιτιστεί”). Γιαυτό, σε τελική ανάλυση, η νίκη του αντάρτικου κινήματος υπό τον Γαζί Μουσταφά Κεμάλ, κάτω από τις δυσμενέστερες συνθήκες, ήταν κατά μία έννοια νίκη, ένα είδος δικαίωσης, του ίδιου του δόγματος του εθνικισμού. Από τη στιγμή που ο Κεμάλ εγκατέλειψε οριστικά τις μεγαλεπήβολες ιδέες περί διάσωσης της αυτοκρατορίας και υιοθέτησε το δυτικό σύνθημα του εθνικισμού, έστρεψε το ισχυρότερο πολιτικό όπλο της δύσης εναντίον της.

Ο νέος κόσμος και η Ευρώπη των Βερσαλλιών

Μια από τις μεγαλύτερες σκέψεις μου ήταν η συνάθροιση, η συγκέντρωση των λαών των οποίων τη γεωγραφική ενότητα κατακερμάτισαν οι επαναστάσεις και η πολιτική... Θέλησα να φτιάξω από καθέναν απ' αυτούς τους λαούς ένα και μοναδικό εθνικό σώμα... Ο πρώτος ηγεμόνας που, μέσα στην πρώτη μεγάλη σύγκρουση, θα ασπαστεί καλόπιστα την υπόθεση των λαών, θα βρεθεί επικεφαλής ολόκληρης της Ευρώπης.
Ναπολέων Βοναπάρτης, Αναμνήσεις της Αγίας Ελένης

Με την λήξη του παγκοσμίου πολέμου η Ευρώπη του συνεδρίου της Βιέννης του 1815, η μετά τον Ναπολέοντα Ευρώπη της ιερής συμμαχίας, των αιώνιων βασιλικών οίκων και των αυτοκρατοριών παραχώρησε τη θέση της στην Ευρώπη των Βερσαλλιών, την Ευρώπη των εθνών-κρατών. Δεν υπάρχει άλλη εποχή στην σύγχρονη ιστορία που η “αρχή των εθνοτήτων” κι ο εθνικισμός να βρέθηκαν σε τόσο ισχυρή θέση. Όλη η ήπειρος μετατράπηκε σ' ένα απέραντο παζλ όπου οι κυρίαρχες κάστες δοκίμαζαν όλους τους πιθανούς συνδυασμούς μέχρι να καταλήξουν στην συναρμολόγηση των νέων “εθνικών” συνόρων. Τελικά οι Βερσαλλίες και οι μαραθώνιες μεταπολεμικές διαπραγματεύσεις έδωσαν σε 60.000.000 ευρωπαίους το δικό τους (εθνικό) κράτος_ ταυτόχρονα άλλα 25.000.000 μετατράπηκαν σε “μειονότητες” μέσα στις ίδιες τις χώρες τους. Παρ' όλα αυτά, από την πρώτη στιγμή έγινε πλήρως φανερό το παντελώς ανεδαφικό της κατασκευής καθαρόαιμων κοινωνικών ομάδων που να ταυτίζονται με την έννοια του έθνους και στη συνέχεια της χάραξης κρατικών συνόρων ώστε να συμπίπτουν με τα όρια της εθνότητας. Τα τότε νέα κράτη (από την πολωνία και την ρουμανία, μέχρι εκείνα που αποτελούν ήδη ιστορία - όπως το εθνικό κράτος των βόρειων σλάβων, η τσεχοσλοβακία, ή των νότιων σλάβων, η γιουγκοσλαβία) δεν ήταν λιγότερο “πολυεθνικά” απ' ότι οι αυτοκρατορίες. Η βασική αλλαγή ήταν ότι τα νέα μορφώματα ήταν μικρότερες κρατικές μονάδες και κατά συνέπεια οι “καταπιεζόμενοι λαοί” ονομάζονταν πλέον “καταπιεζόμενες μειονότητες”. Αλλά ο εθνικισμός, όσο κι αν ήταν ιδεολογικό κατασκεύασμα, απ' τη στιγμή που έγινε κυρίαρχος άρχισε να παράγει απολύτως πραγματικά αποτελέσματα. Η επιστημονικά οργανωμένη άσκηση βίας μεγάλης κλίμακας - οι γενοκτονίες, οι μαζικές μετακινήσεις πληθυσμών, οι εθνοκαθάρσεις - έγινε το αναπόφευκτο προϊόν του εθνικισμού, ξεκινώντας από την εξόντωση των αρμενίων, την ανταλλαγή πληθυσμών ανάμεσα στο ελληνικό και το τουρκικό κράτος και φτάνοντας ως την εξόντωση των εβραίων από τον συνεπή ακόλουθο της “αρχής των εθνοτήτων” χίτλερ (και ως στις μέρες μας στη ρουάντα, τη βοσνία και το κόσοβο).
Τα έθνη-κράτη δεν ήταν φυσικά μια παραγωγή από το μηδέν στις Βερσαλλίες, ούτε ο πρώτος παγκόσμιος πόλεμος ήταν η μήτρα τους. Οι αστικές τάξεις είχαν ήδη υπόψη τους τα στρατηγικά πλεονεκτήματα μιας πολιτικής βασισμένης στον εθνικισμό, τόσο στο εσωτερικό ταξικό μέτωπο όσο και στους διακρατικούς ανταγωνισμούς. Ήδη από τον 19ο αιώνα, οι ανακατατάξεις στα Βαλκάνια και η κατασκευή του ελληνικού κράτους παρείχαν ένα ισχυρό παράδειγμα φτιαξίματος “εθνικού” καπιταλιστικού κράτους σε πραγματικές συνθήκες (καθιστώντας την ελληνική περίπτωση πρωτότυπο και εξίσου πρότυπο της διαδικασίας). Αργότερα, στο δεύτερο μισό εκείνου του αιώνα, το γαλλικό κράτος υπό τον Λουδοβίκο Βοναπάρτη ενσωματώνει κεντρικά στην ευρωπαϊκή πολιτική του την “αρχή των εθνοτήτων”. Ο στόχος της γαλλικής αυτοκρατορίας ήταν βέβαια φανερός. Η υιοθέτηση της εθνικής αρχής ήταν μέρος της στρατηγικής και φιλοδοξίας της να κλονίσει την τάξη πραγμάτων που επέβαλλαν στην γαλλία οι νικητές του Ναπολέοντα, να επανασχεδιάσει την Ευρώπη και να βάλει την ίδια στη θέση του ρυθμιστή των ευρωπαϊκών πραγμάτων. Την ίδια εποχή ξεκινά η ενοποίηση των ιταλικών και γερμανικών χωρών που καταλήγουν στην κατασκευή των δύο αντίστοιχων κρατών, αλλά και σε αυτές τις περιπτώσεις ούτε κατά διάνοια δεν μπορούμε να μιλήσουμε για “εθνική” παρά μόνο για καπιταλιστική ολοκλήρωση. Στην ιταλία η ενοποίηση επιτυγχάνεται με τη βία υπό την ηγεμονία της αστικής τάξης του πεδεμοντίου (του “βορρά”), ενώ στην γερμανία με τρεις πολέμους (εναντίον της δανίας, της αυστρίας και της γαλλίας) προς όφελος και υπό την ηγεμονία της πρωσίας.
Όταν λοιπόν τα συμμαχικά κράτη στο Παρίσι ξεκίνησαν τις απόπειρες ν' αποτυπώσουν στον ευρωπαϊκό χάρτη την νίκη τους, το μοντέλο των εθνικών κρατών δεν ήταν μια περιθωριακή προοπτική. Αλλά παρόλα αυτά, η Ευρώπη των εθνών ούτε να προβλεφτεί μπορούσε πριν τον πόλεμο, ούτε ήταν απαραίτητα μέσα στις προθέσεις και τα σχέδια όλων όσων επικράτησαν. Έχει μεγάλη σημασία να κατανοήσουμε ότι τίποτε το αναπόφευκτο δεν είχε η εξέλιξη εκείνη, ούτε προέκυψε μέσα από κάποιου είδους “αντικειμενική” δυναμική του καπιταλισμού προς την “εθνική ολοκλήρωση” κι ότι ήταν ένα μόνο από τα ενδεχόμενα που χωρούσαν να εκπληρωθούν στις συγκεκριμένες συνθήκες. Οι αστικές τάξεις - όπως έχουν αποδείξει στο παρελθόν - θα μπορούσαν εξίσου να οικειοποιηθούν κάποια άλλη άθλια και βάρβαρη ιδεολογία (την πίστη σ' ένα θρησκευτικό σύστημα, στην ηγεσία, στον μεγάλο “πατερούλη”...) η οποία να είναι συμβατή και προσαρμόσιμη στα συμφέροντά τους όσο και ο εθνικισμός. Εξάλλου στις σχετικές αναζητήσεις των πολιτικών ελίτ ήδη πριν τον πόλεμο πάνω στο μέλλον των αυτοκρατοριών κάποιες από τις κυρίαρχες αντιλήψεις ήταν υπέρ των μεγάλων υπερεθνικών κρατικών σχηματισμών. Χαρακτηριστικότερο παράδειγμα ήταν αφενός το “αυστριακό πείραμα” (δηλαδή η απόπειρα αναδιάρθρωσης της αυστρο-ουγγρικής αυτοκρατορίας προς την κατεύθυνση μιας κεντρικής διοίκησης που θα συνένωνε τις επιμέρους κοινότητες οι οποίες θα απολάμβαναν υψηλό βαθμό, πραγματικής ή εικονικής, αυτοτέλειας, μοντέλο που υιοθέτησε αργότερα η εσσδ) και αφετέρου η “κοινοπολιτεία” που αποπειράθηκε να εισαγάγει η βρετανία στην αυτοκρατορία της (και τελικά εξελίχτηκε στον οργανισμό των πρώην αποικιών της με την ίδια στην ηγεμονική θέση). Τέλος έχει σημασία ότι σχεδόν κανένα από τα ισχυρά κράτη του στρατοπέδου των νικητών δεν μπορούσε με οποιοδήποτε τρόπο και κριτήριο να θεωρηθεί “εθνικό” - παράδειγμα η βρετανία ή οι ηπα που ο πρόεδρός της Ουίλσον είχε αναδειχτεί σε ιεραπόστολο της εθνικής αυτοδιάθεσης. Η “αρχή των εθνοτήτων” δεν ήταν τίποτε άλλο από το όχημα που οι συγκεκριμένες περιστάσεις ανέδειξαν ως το καλύτερο για την εξαγωγή της ισχύος των νικητών πάνω σε τρίτα κράτη κι οπωσδήποτε όχι στις ίδιες τους τις χώρες. Σε τελική ανάλυση, το μοντέλο του έθνους-κράτους είναι ένα κατ' εξοχήν ευρωπαϊκό φαινόμενο (που δεν καλύπτει καν όλη την ήπειρο) κι όπου αλλού έγινε η εξαγωγή του είχε να κάνει είτε με τον έλεγχο των αποικιών από τις μητροπόλεις τους, είτε με τις φιλοδοξίες και τους ανταγωνισμούς αντίπαλων τοπικών αστικών τάξεων και τα αποτελέσματα ήταν και είναι τόσο τραγικά όσο και ασταθή, με την Αφρική ν' αποτελεί την χαρακτηριστικότερη περίπτωση.
Ο δρόμος που ακολούθησαν τελικά οι εξελίξεις προς την κατεύθυνση της Ευρώπης των εθνικών κρατών καθορίστηκε από δύο παράγοντες που καμία δύναμη δεν θα μπορούσε να προσχεδιάσει ή να προβλέψει όταν ξεκινούσε ο πόλεμος. Ο ένας ήταν η κατάρρευση των κεντρικών και ανατολικών αυτοκρατοριών που άφησε μια αχανή έκταση κι εκατομμύρια ανθρώπων σε μια επικίνδυνη εκκρεμότητα, έξω από οργανωμένα κρατικά σχήματα. Ο άλλος ήταν η επανάσταση των σοβιέτ στην τσαρική ρωσία που υποχρέωσε με την διαδικασία του κατεπείγοντος τους δυτικούς συμμάχους να βρουν απαντήσεις στον μπολσεβικισμό, αφού δεν κατόρθωσαν να καταπνίξουν άμεσα την επανάσταση με την αποτυχημένη εκστρατεία στην ουκρανία. Ήδη από το 1917 και ύστερα - κι αυτή ήταν η πραγματική απειλή που επικρέμονταν πάνω από τα κεφάλια των αστών - ο πόθος που κινητοποιούσε τους πληβείους της Ευρώπης, στην υπηρεσία του οποίου εργάζονταν συνειδητά κι οργανωμένα, ήταν η κοινωνική επανάσταση, όχι η “εθνική” αυτοδιάθεση. Αν η επανάσταση ξεσπούσε στην Ευρώπη, που ήταν ένα εξίσου ικανό ενδεχόμενο στις συνθήκες της εποχής, δεν ξέρουμε που θα είχε καταλήξει η “αρχή των εθνοτήτων”, αλλά οι μεγάλοι αφέντες στις συσκέψεις τους στο Παρίσι είχαν αναμφίβολα αντιληφθεί τον κίνδυνο που διατρέχανε τα καθεστώτα τους. Έτσι το χαρτί της εθνικής αυτοδιάθεσης και της χάραξης νέων συνόρων επί συνόρων παίχτηκε απ' τη μεριά των αστικών τάξεων ως το αντίδοτο που ήξεραν ότι μπορούσε να λειτουργήσει ανασταλτικά στον ταξικό πόλεμο, το εργαλείο που είχε την δυνατότητα να κατακερματίσει το προλεταριάτο και να το κρατήσει διασπασμένο.

Το πόκερ των τσακαλιών

Σαν πολλά μου φαίνονται τα 14 σημεία του Ουίλσον. Ο ίδιος ο θεός έχει περιορίσει σε 10 τις εντολές του.
Τζωρτζ Κλεμανσό, γάλλος πρωθυπουργός

Τι θέλετε να κάνω όταν κάθομαι στο τραπέζι της διάσκεψης μεταξύ του Ιησού Χριστού και του Ναπολέοντα; ...Εδώ επικρατεί μια ατμόσφαιρα σαν να μην αερίστηκαν τα δωμάτια από την εποχή του Λουδοβίκου Φιλίππου!
Λόιντ Τζωρτζ, βρετανός πρωθυπουργός

Στο γεωπολιτικό επίπεδο του διακρατικού ανταγωνισμού, η αρχή των εθνοτήτων - και ο συνακόλουθος κατακερματισμός της Ευρώπης - πίσω από την κούφια ρητορεία της εθνικής “χειραφέτησης”, αποδείχτηκε μεταπολεμικά ότι μπορούσε να είναι απόλυτα συμβατή με τις ιμπεριαλιστικές φιλοδοξίες και τους σχεδιασμούς των νικητών.
Για τις δύο αυτοκρατορίες που πρωταγωνίστησαν στα μεταπολεμικά παζάρια, την βρετανική και την γαλλική, η κατασκευή μιας σειράς εθνικών κρατών στην κεντρική κι ανατολική Ευρώπη ήταν η μέθοδος που αφενός τις διασφάλιζε από τους παλιούς τους ανταγωνιστές κι αφετέρου τις επέτρεπε να επεκτείνουν τον έλεγχό τους. Το συμφέρον και των δύο ήταν να δημιουργηθούν μια σειρά από παρεμβαλλόμενα κράτη που θα λειτουργούσαν ως ανασχετικός κλοιός γύρω το γερμανικό κράτος, που αν και ηττημένο και διαλυμένο εξακολουθούσε να είναι ο εφιάλτης των γάλλων και το ρωσικό που μετά την οκτωβριανή επανάσταση είχε μετατραπεί στον νέο μεγάλο αντίπαλο. Μια τέτοια κατάσταση θα επέτρεπε στο γαλλικό και βρετανικό κράτος να κυριαρχούν στην ήπειρο και ταυτόχρονα να διοικούν απερίσπαστες τις αυτοκρατορίες τους. Ταυτόχρονα, ψαλιδίζονταν οι ιμπεριαλιστικές φιλοδοξίες της γερμανίας και της ρωσίας, αφού αφορούσαν ακριβώς τα εδάφη που κατέλαβαν τα νέα έθνη-κράτη.
Ο νέος παράγοντας που αναδείχτηκε μέσα από τον πόλεμο κι πίεζε προκειμένου να αναλάβει κεντρικό ρόλο ήταν ασφαλώς το αμερικάνικο κράτος, το οποίο μάλιστα αναδείχτηκε σε έναν από τους ισχυρότερους υποστηρικτές της αρχής των εθνοτήτων στα μεταπολεμικά παζάρια. Αν και οι ηνωμένες πολιτείες μπήκαν σχετικά αργά στον πόλεμο, η συμβολή τους στην νίκη της εγκάρδιας συνεννόησης ήταν καθοριστική. Στο στρατιωτικό επίπεδο οι αστείρευτες παραγωγικές δυνάμεις της αμερικής άλλαξαν ριζικά τον συσχετισμό των δυνάμεων στο μέτωπο προς όφελος των αγγλογάλλων. Αλλά η κρισιμότερη συμμετοχή των ηπα ήταν ασφαλώς στο οικονομικό επίπεδο. Κατά τη διάρκεια των πολεμικών επιχειρήσεων το αγγλικό και γαλλικό κράτος μπόρεσαν να καλύψουν το δυσβάστακτο κόστος του πολέμου μόνο χάρη στις διαρκείς ροές δανείων από τις ηπα. Μετά τον πόλεμο, ήταν η σειρά του γερμανικού κράτους να υπερχρεωθεί στους αμερικάνους προκειμένου να αποπληρώσει τις τεράστιες πολεμικές αποζημιώσεις που προέβλεπε η συνθήκη της “ειρήνης”. Ταυτόχρονα οι αγγλογάλλοι, για να καλύψουν τις δικές τους υποχρεώσεις, λεηλατούσαν όλο και πιο άγρια τις παραγωγικές δυνατότητες της γερμανίας, εξαναγκάζοντας την τελευταία να καταφεύγει όλο και περισσότερο στις αμερικάνικες τράπεζες. Το τελικό αποτέλεσμα αυτού του φαύλου κύκλου (πέρα από το ροκάνισμα των θεμελίων της πραγματικής οικονομίας, έναν από τους λόγους που οδήγησαν στο κραχ του '29, αλλά και στον δεύτερο παγκόσμιο) ήταν να βρεθεί το αμερικάνικο κράτος σε μια κυρίαρχη οικονομική θέση που όμως δεν είχε ακόμη αντανάκλαση στους παγκόσμιους συσχετισμούς δύναμης. Οι ιστορικές ιμπεριαλιστικές δυνάμεις του στρατοπέδου των νικητών, η αγγλία και η γαλλία, μπορεί να είχαν φτάσει στα όρια της χρεοκοπίας, αλλά εξακολουθούσαν να κρατούν τα ηνία και να παραγνωρίζουν τα συμφέροντα του αμερικάνικου κράτους και τις ιμπεριαλιστικές του επιδιώξεις.
Ήδη πριν την λήξη του πολέμου, τον Γενάρη του 1918, ο αμερικάνος πρόεδρος Ουίλσον είχε διατυπώσει με σαφήνεια το σχέδιο του αμερικάνικου κράτους για την οργάνωση του μεταπολεμικού κόσμου, με τα περίφημα 14 σημεία του [*] (που έγιναν ένα είδος ευαγγελίου για τους θιασώτες των εθνοτήτων). Δεν είναι δύσκολο να καταλάβουμε τις σκοπιμότητες πίσω απ' τις αξιώσεις του αμερικάνικου κράτους, που είχαν στο κέντρο τους ως στόχο και οδηγό έναν κόσμο εθνών-κρατών. Είναι μια νέα ιμπεριαλιστική δύναμη που διεκδικεί το χώρο της στον κόσμο· προκειμένου να το πετύχει πρέπει αναγκαστικά να αλλάξει από τα θεμέλια ο παλιός κόσμος και η αρχιτεκτονική του που ευνοεί τις ιστορικές δυνάμεις· η εκτεταμένη εφαρμογή της αρχής των εθνοτήτων είναι προς την κατεύθυνση αυτή· επιτρέπει στο αμερικάνικο κράτος να διεισδύσει στην ευρωπαϊκή ήπειρο, το κέντρο των ανταγωνιστών του, εφόσον καταφέρει να συνάψει συμμαχίες με τα νέα εθνικά κράτη· εκμεταλλεύεται στο έπακρο και προς όφελός του τις αποσχιστικές τάσεις των επιμέρους αστικών τάξεων· και τέλος η ελευθερία του εμπορίου και το άνοιγμα των αγορών εξυπηρετεί τον δυναμισμό, τα συμφέροντα και την στρατηγική του αμερικάνικου κεφαλαίου.
Τελικά στο Παρίσι, από την πρώτη στιγμή των διαπραγματεύσεων, το μόνο που ήταν ολοφάνερο ότι θα έπαιζε καθοριστικό ρόλο στις εξελίξεις ήταν οι συγκρούσεις των “συμμάχων” που αποδείχτηκαν εξίσου αντίπαλοι μεταξύ τους όσο και με τους χτεσινούς εχθρούς τους. Στην διάσκεψη της “ειρήνης”, όπου τον τελευταίο λόγο για όλα είχε το συμβούλιο των τεσσάρων μεγάλων (οι πρωθυπουργοί γαλλίας, βρετανίας, ιταλίας κι ο πρόεδρος των ηπα), το κάθε κράτος είχε αυστηρή (και σε πολλές περιπτώσεις εξαιρετικά κοντόφθαλμη και εξωφρενική) επιδίωξη να επεκταθεί και να εγγυηθεί την ζώνη επιρροής του εναντίον των υπολοίπων. Το αγγλικό και γαλλικό κράτος ήδη από τις μέρες του πολέμου είχαν συνάψει μυστικές συμφωνίες για να μοιράσουν μεταξύ τους την Μέση Ανατολή, εν αγνοία των συμμάχων τους, ενώ με άλλες μυστικές συμφωνίες παραχωρούσαν εδάφη της Δαλματίας και της Ανατολίας στο ιταλικό κράτος ως αντάλλαγμα για ν' αλλάξει στρατόπεδο και να περάσει με το μέρος τους. Φυσικά, ούτε κατά διάνοια δεν δέχονταν την πρόταση των αμερικάνων για ακύρωση των μυστικών συμφωνιών. Οι τελευταίοι από την μεριά τους δεν είχαν σκοπό ν' αναγνωρίσουν καμία συμφωνία, εκτός κι αν συμμετείχαν και οι ίδιοι ως ισότιμοι. Ταυτόχρονα αγγλία και γαλλία επιχειρούσαν να περιορίσουν τις βλέψεις για εδαφική επέκταση της ιταλίας, η οποία απ' την μεριά της έβλεπε τον πόλεμο ως την χρυσή ευκαιρία να γίνει αποικιακή δύναμη.  Και οι τρεις μαζί επιδίωκαν ν' ανακόψουν την άνοδο του αμερικάνικου κράτους που διεκδικούσε σοβαρό μερίδιο από τη λεία του πολέμου. Το ιταλικό και το αμερικάνικο κράτος συγκρούστηκαν έντονα αφού η στρατηγική του ενός (που διεκδικούσε αποικιακή εξάπλωση) ερχόταν σε αντίθεση με τη στρατηγική του άλλου (που στήριζε κατά περίπτωση κι αναλόγως των συμφερόντων του την αρχή των εθνοτήτων). Το γαλλικό και το βρετανικό κράτος ήταν σε διαρκή αντιπαράθεση για το ποιο από τα δύο θα βγει περισσότερο ενισχυμένο από την μοιρασιά. Το γαλλικό κράτος επιδίωκε τον κατακερματισμό σε πολλά κρατίδια της γερμανίας και την προσάρτηση ενός μεγάλου μέρους, ενώ τα υπόλοιπα έβλεπαν στη γερμανία ένα φράγμα στον μπολσεβικισμό, με αποτέλεσμα στο τέλος οι γάλλοι να θεωρούν ότι “προδόθηκαν” από τους συμμάχους τους, παρ' όλες τις πολεμικές “θυσίες” τους. Ακριβώς το ίδιο “ριγμένο” θεώρησε και τον εαυτό του το ιταλικό κράτος που έβλεπε τις πολεμικές συμφωνίες να αλλάζουν η μία μετά την άλλη σε βάρος του...
Εν κατακλείδι, οι έξι μήνες των εντατικών διαπραγματεύσεων για την “ειρήνη” ήταν στην πραγματικότητα η συνέχιση του πολέμου, αυτή τη φορά στο εσωτερικό του στρατοπέδου των νικητών. Όταν στις 28 Ιούνη 1919 υπογράφτηκε τελικά η συνθήκη των Βερσαλλιών που έβαλε τυπικά τέλος στον πρώτο παγκόσμιο, οι αντιπρόσωποι των κρατών το μόνο που έκαναν ήταν να επικυρώνουν τις αβυσσαλέες αντιθέσεις τους και τις άλυτες εκκρεμότητες των ιμπεριαλιστικών ανταγωνισμών που οδήγησαν στον γενικευμένο πόλεμο του 1914. Ουσιαστικά υπέγραφαν την κήρυξη νέων πολεμικών αντιπαραθέσεων για το κλείσιμο των λογαριασμών, ξεκινώντας από τον ελληνοτουρκικό πόλεμο και φτάνοντας ως τον δεύτερο παγκόσμιο.

Πριν τον συνωστισμό στην προκυμαία

Η μικρασιατική εκστρατεία και η μικρασιατική καταστροφή υπήρξαν αποκλειστικά έργο των ξένων.
Τάσος Βουρνάς, Ιστορία της νεώτερης και σύγχρονης Ελλάδας

Κατέχομεν 100.000 τετραγωνικά χιλιόμετρα, έναντι των 16.000 τα οποία περιελάμβανε η Συνθήκη των Σεβρών!
Δ. Γούναρης, πρωθυπουργός, 2/10/1921

Ο ξεγελασμένος χωροφύλακας των δυτικών! Όταν η απολογητική και πατριωτική αριστερά μιλάει για την εκστρατεία του 1919, αυτόν τον χαρακτηρισμό επιφυλάσσει για το ελληνικό κράτος και στο σημείο αυτό ταυτίζεται πλήρως με τους κρατικούς διανοούμενους. Σύμφωνα με την κυρίαρχη μυθολογία του αλυτρωτισμού, θρεμμένη απ' τ' αριστερά και τα δεξιά, οι ξένοι - άγγλοι ή αγγλογάλλοι, ανάλογα - ήταν αυτοί που εξαπάτησαν κι εκμεταλλεύτηκαν τον ελληνικό λαό κι έστειλαν τον στρατό αβοήθητο στην Ανατολία για να φυλάει τα συμφέροντά τους, εγκαταλείποντάς τον όταν πλέον συμμάχησαν την τουρκία. Δεν είναι δύσκολο να καταλάβουμε τι επιχειρεί να συγκαλύψει μια τέτοια ιστορική απάτη: την ιμπεριαλιστική πολιτική του ελληνικού κράτους και την εξυπηρέτηση της δικής του αυτοτελούς - κι όχι υπαγορευμένης από κάποιο σκοτεινό “κέντρο ξένων δυνάμεων” - επεκτατικής ατζέντας. Η εκστρατεία στην Ανατολία δεν είχε στόχο την “απελευθέρωση ομοεθνών” αλλά την ιμπεριαλιστική κατάκτηση εδαφών τα οποία είχαν εξαιρετική οικονομική και στρατηγική σημασία και στα οποία οι έλληνες ήταν μειοψηφία, αλλά είχαν την οικονομική δύναμη. Το ελληνικό κράτος, νικητής ανάμεσα στους νικητές, με τα μεταπολεμικά του παζαρέματα και τις στρατιωτικές του επιχειρήσεις επιδίωξε ό,τι ακριβώς και τα υπόλοιπα. Να σφετεριστεί όσα περισσότερα μπορούσε από τους ηττημένους και προκειμένου να το πετύχει έκανε συμμαχίες, έδρασε πίσω από τις πλάτες των συμμάχων του όποτε το επέβαλλαν τα συμφέροντά του, συγκρούστηκε με πρώην συνεταίρους του... και στο τέλος έχασε. Αυτό ακριβώς προσπαθεί να συγκαλύψει ο γλυκανάλατος μύθος της “πτωχής πλην τίμιας ελλάδας” και του “εξαρτημένου κράτους” που τότε ακριβώς άρχισε να κατασκευάζεται.
Την περίοδο πριν τον πρώτο παγκόσμιο, από το 1909 και την επανάσταση στο Γουδί, το ελληνικό κράτος είχε μπει σε τροχιά ισχυροποίησης σε δύο κατευθύνσεις: ιμπεριαλιστική επέκταση στο εξωτερικό και σταθεροποίηση του καπιταλιστικού συστήματος στο εσωτερικό. Με τους δύο διαδοχικούς βαλκανικούς πολέμους, η ελληνική επικράτεια διπλασιάζεται, ενώ το προλεταριάτο και οι παραγωγικές δυνάμεις των νέων χωρών πολλαπλασιάζουν τις δυνατότητες της ελληνικής οικονομίας. Στο εσωτερικό, πέρα από την πολιτική αναδιάρθρωση με τον καταποντισμό των παλιών κομμάτων και την ανάδειξη του νεοσύστατου κόμματος των φιλελευθέρων και του Βενιζέλου, ξεκινά μια περίοδος κοινωνικής μεταρρύθμισης. Ανοίγει ο δρόμος για την αγροτική μεταρρύθμιση με σταδιακές απαλλοτριώσεις των τσιφλικιών κι αναδιανομή τους και ψηφίζονται νόμοι για την ίδρυση αγροτικών συνεταιρισμών. Στο πεδίο των εργασιακών σχέσεων θεσμοθετείται η υποχρεωτική αργία της Κυριακής κι εξαιρούνται των κατασχέσεων λόγω χρεών οι χαμηλόμισθοι. Νομιμοποιούνται τα εργατικά κέντρα Αθήνας και Πειραιά. Γενικεύεται η υποχρεωτική ασφάλιση έναντι ατυχήματος και λόγω γήρατος. Θεσμοθετούνται οι συλλογικές συμβάσεις εργασίας. Περιορίζεται η εργασία των ανηλίκων και παρέχονται άδειες στις γυναίκες σε κατάσταση εγκυμοσύνης πριν και μετά τον τοκετό. Ιδρύεται η επιθεώρηση εργασίας που αναλαμβάνει την τήρηση των κανόνων υγιεινής στα εργοστάσια και γενικότερα την εφαρμογή της εργατικής νομοθεσίας, ενώ ορίζονται πρόστιμα και ποινές φυλάκισης για τους παραβάτες εργοδότες. Θεσμοθετείται ο εργατικός συνδικαλισμός και ιδρύεται η γσεε με δύναμη 214 εργατικές ενώσεις και 65.000 μέλη, ενώ συνολικά υπάρχουν 366 ενώσεις με 79.000 μέλη. Τέλος αρχίζει η σταδιακή εφαρμογή του οχτάωρου, που θα γενικευτεί με αργούς ρυθμούς στο πέρασμα των χρόνων. Τα μέτρα αυτά (που βελτιώνουν σχετικά την θέση των εργατών αλλά δεν εξαλείφουν τις άθλιες συνθήκες επιβίωσης της εργατικής τάξης) σηματοδοτούν μέσα από την αναδιάρθρωση των σχέσεων εργασίας, το πέρασμα του ελληνικού καπιταλισμού σε μια νέα φάση και η σκοπιμότητά τους είναι μία και βασική: η σταθεροποίηση του καπιταλιστικού συστήματος και η επιβεβαίωση του ελέγχου του αστικού καθεστώτος πάνω στο προλεταριάτο. Η μεταρρύθμιση ήταν σε τελική ανάλυση το αποτέλεσμα της αλλαγής στους κοινωνικούς-ταξικούς συσχετισμούς δύναμης και η αποτύπωση των αλλαγών αυτών στους επίσημους θεσμούς και το νομικό πλαίσιο προκειμένου να ενσωματωθούν οι νέοι συσχετισμοί στους κρατικούς μηχανισμούς.
Η νέα κωδικοποίηση των ταξικών συσχετισμών όπως προέκυψε μέσα από την μεταρρύθμιση της δεκαετίας του 1910 είχε ταυτόχρονα ως αποτέλεσμα την μεταφορά των ταξικών συγκρούσεων (και) στο πεδίο της κεντρικής πολιτικής σκηνής και του πολιτικού αγώνα. Από τις συγκρούσεις για το πολιτειακό (μοναρχία ή δημοκρατία), μέχρι την “επανάσταση στο Γουδί”, μέχρι τον “εθνικό διχασμό” του 1915, μέχρι τις αντιπαραθέσεις μοναρχικών-βενιζελικών για την μικρασιατική εκστρατεία, οι εργατικές μάζες παίζουν πρωταγωνιστικό ρόλο. Η κοινωνική κατάσταση που προέκυψε είχε στο κέντρο της μια αμφίδρομη σχέση: τόσο η εργατική τάξη επιβάλλει αλλαγές στη στρατηγική της αστικής τάξης και των εκπροσώπων της, όσο και η δεύτερη επιβάλλει την δική της ατζέντα στην πρώτη, με την ενσωμάτωση του ταξικού ανταγωνισμού στην αντιπαράθεση των πολιτικών / κομματικών παρατάξεων. Έτσι ένα μεγάλο μέρος της εργατικής τάξης φτάνει να υποστηρίζει το παλάτι και το τότε κκ να κατεβάζει κοινούς συνδυασμούς με τους μοναρχικούς στις εκλογές του 1920, ακριβώς επειδή ήταν ενάντια στον πόλεμο και τις ιμπεριαλιστικές εκστρατείες.
Αν και η επιτυχημένη για τα συμφέροντα της αστικής τάξης μεταρρύθμιση του 1909 επέτρεψε στο ελληνικό κράτος να επιχειρήσει αποτελεσματικά την επεκτατική προέλαση (κυρίως προς την Μακεδονία) που σχεδίαζε από την ίδρυσή του, η πραγματικότητα είναι ότι με την έναρξη του πρώτου παγκοσμίου το ελληνικό ιμπεριαλιστικό σχέδιο μπήκε σε κρίση. Η επεκτατική στρατηγική της ελλάδας, μετά τον “εθνικό διχασμό” και παρ' ότι η μεγάλη μάζα των πληβείων, κυρίως στην παλιά ελλάδα, αντιστάθηκε σθεναρά στην πολεμική εμπλοκή (περισσότερα για την είσοδο του ελληνικού κράτους στο πρώτο παγκόσμιο, στα μυστικά του βούρκου του τεύχους 12) μπόρεσε τελικά να επιβληθεί όχι τόσο εξαιτίας των ευνοϊκών συνθηκών στο εσωτερικό, όσο της βολικής διεθνοπολιτικής συγκυρίας που έφερε ο πόλεμος, αλλά και της κοινωνικής υποστήριξης από τους βορειοελλαδίτικους πληθυσμούς.
Τον Μάη του 1917 το ελληνικό κράτος κήρυξε επίσημα στον πόλεμο εναντίον των κεντρικών δυνάμεων. Ήδη από το 1915 ο βρετανός υπεξ Edward Grey είχε προσφέρει στον Βενιζέλο εδαφικές κτήσεις στα παράλια της Μικράς Ασίας γύρω από την Σμύρνη, ως αντάλλαγμα για την είσοδο της ελλάδας στον πόλεμο στο πλευρό της τριπλής συνεννόησης. Όμως στην ίδια ακριβώς περιοχή είχε βλέψεις και το ιταλικό κράτος και μάλιστα δύο μυστικές συμφωνίες (του 1915 στο Λονδίνο και του 1917 στο St Jean de Mauriene που αφορούσαν στον μελλοντικό διαμελισμό της οθωμανικής αυτοκρατορίας, αλλά όμως δεν είχαν επικυρωθεί λόγω της αποχώρησης της ρωσίας από τον πόλεμο) προέβλεπαν την παραχώρηση στην ιταλία του νοτιοδυτικού τμήματος της Ανατολίας και της αναγνώριζαν “ειδικά δικαιώματα”, χωρίς διευκρινήσεις, στην Σμύρνη.
Στις 30 Οκτώβρη 1918 στο λιμάνι του Μούδρου υπογράφτηκε η ανακωχή ανάμεσα στους νικητές και την οθωμανική αυτοκρατορία. Χωρίς να έχουν παρθεί ακόμη οι οριστικές αποφάσεις, οι στρατοί των συμμάχων έσπευσαν να καταλάβουν θέσεις προκειμένου να εξασφαλίσουν την εφαρμογή των μυστικών συμφωνιών που είχαν υπογραφεί κατά τη διάρκεια του πολέμου. Οι βρετανοί εγκατέστησαν μικρές φρουρές, κυρίως στους σιδηροδρόμους για να επιβλέπουν τον αφοπλισμό του τούρκικου στρατού. Στην Ινσταμπούλ, αν και δεν ήταν επίσημα υπό κατοχή, κατέπλευσε ο βρετανικός στόλος. Στο κουρδιστάν εγκαταστάθηκαν βρετανοί στρατιωτικοί “σύμβουλοι”, καθώς οι εθνικιστικές τάσεις στην περιοχή οξύνονταν. Εντωμεταξύ οι γάλλοι προέλασαν από την συρία προς τα Άδανα και το εσωτερικό της Κιλικίας, ενώ οι ιταλοί αποβιβάστηκαν στην Αττάλεια  (έχοντας συναινέσει τελικά ν' αφήσουν για την ώρα το ζήτημα της Σμύρνης στην άκρη, περιμένοντας ανταλλάγματα στη βαλκανική Δαλματία).
Για το ελληνικό κράτος η ήττα και η κατάρρευση της οθωμανικής αυτοκρατορίας σήμαινε ότι έφτασε πλέον η κατάλληλη στιγμή για να γίνει πραγματικότητα η μεγάλη ιδέα. Έτσι ξεκίνησε στρατιωτικές προετοιμασίες για εισβολή στην Μικρά Ασία κι ετοιμάστηκε για τις διπλωματικές μάχες στις διαπραγματεύσεις του Παρισιού. Ο μεγαλύτερος σύμμαχος των ελληνικών σχεδίων ήταν φυσικά η βρετανία. Πέρα από τα κοινά συμφέροντα των δύο κρατών που είχαν οδηγήσει σε στρατηγική συμμαχία ήδη από τον προηγούμενο αιώνα, η βρετανία ήθελε έναν ισχυρό σύμμαχο που να κατέχει και τις δύο ακτές του Αιγαίου, ώστε να εξασφαλίζεται ο έλεγχος των Στενών και οι αυτοκρατορικές επικοινωνίες με την ινδία.
Στις διαπραγματεύσεις του Παρισιού για την “ειρήνη” η βρετανική αντιπροσωπεία αναδείχτηκε στον πλέον ευσυνείδητο πράκτορα των ελληνικών συμφερόντων και φιλοδοξιών. Στο βρετανικό υπεξ ήταν ξεκάθαρη η επιλογή να στηριχτούν τα ελληνικά σχέδια και να αναδειχτεί το ελληνικό κράτος σε περιφερειακή δύναμη στην περιοχή της ανατολικής Μεσογείου. Από την λήξη του πολέμου το 1918 και για τα επόμενα χρόνια πίεζε για την δημιουργία ενός αγγλο-ελληνικού μπλοκ με την μεγάλη ελλάδα να έχει την θέση του ισχυρότερου βρετανικού συμμάχου σ' αυτή τη στρατηγική περιοχή. Με την έναρξη της διάσκεψης για την “ειρήνη” οι πραγματικές διαπραγματεύσεις σχετικά με τις ελληνικές εδαφικές απαιτήσεις, απ' την μεριά της βρετανίας έπεσαν στα χέρια των πιο απροκάλυπτα φιλελλήνων κι αντιτούρκων στελεχών που είχαν συγκεντρωθεί στο νεοσύστατο Political Intelligence Department. Το P.I.D είχε συσταθεί τον Μάρτη του 1918 κι ήταν αρμόδιο για την εκπόνηση σχεδίων και προτάσεων για την μεταπολεμική Ευρώπη και για την υποστήριξη των διαπραγματεύσεων. Στο Παρίσι, ο τομέας νοτιανατολικής Ευρώπης και ο τομέας Μέσης Ανατολής του P.I.D. λειτούργησαν σαν κανονικό ελληνικό λόμπι καταθέτοντας προτάσεις που ξεκινούσαν απ' την απευθείας απόδοση της Σμύρνης στην ελλάδα κι έφταναν ως την παραχώρηση της κύπρου και μελλοντικά της Ινσταμπούλ. Σύμφωνα με τον Harold Nicolson, στέλεχος του P.I.D., “θα είμαστε ηθικά επιλήψιμοι εάν επιτρέψουμε αυτός ο ευαίσθητος και προοδευτικός πολιτισμός [ο ελληνικός] να υποσκελιστεί ξανά από του τούρκους... Για τους τούρκους δεν έχω και δεν είχα ποτέ καμία συμπάθεια. Έχοντας ζήσει καιρό στην Κωνσταντινούπολη είμαι πεισμένος ότι πίσω από την μάσκα της νωθρότητας ο τούρκος κρύβει τάσεις για τις πιο βάρβαρες αγριότητες”. Ενώ σύμφωνα με τον στρατηγό Thwaites, άλλο στέλεχος αυτό, η ελληνική κατοχή της Σμύρνης είναι δικαιολογημένη “τόσο πολιτικά, όσο και ηθικά, ενώ από οικονομικής άποψης είναι λογική αφού οι τούρκοι δεν έχουν καμία έφεση στο να ελέγχουν το ίδιο τους το εμπόριο... Είναι εντελώς ανίκανοι να εμπορευτούν κι ανίκανοι να αναπτύξουν οικονομικά την πλούσια ακτή της Μικράς Ασίας. Αν η περιοχή είναι να αναπτυχθεί, πρέπει ν' αναπτυχθεί αποκλειστικά από ευρωπαίους”, τους έλληνες προφανώς.

Χάρη στην συμμετοχή του στον πόλεμο, τις επεκτατικές επιτυχίες του το προηγούμενο διάστημα, αλλά και την συμμετοχή στην αντισοβιετική εκστρατεία στην ουκρανία, το ελληνικό κράτος στο Παρίσι ήταν περιβεβλημένο με μεγάλη αίγλη, ενώ ο Βενιζέλος είχε εξελιχτεί σ' ένα από τα “λαμπρά αστέρια” της διάσκεψης. Τον Δεκέμβρη του 1918 ο Βενιζέλος κατέθεσε γραπτό υπόμνημα στην διάσκεψη όπου παρουσιάζονταν με λεπτομέρειες οι εδαφικές απαιτήσεις. Το ελληνικό κράτος απαιτούσε την προσάρτηση της βόρειας Ηπείρου, της Θράκης ως την Ανδριανούπολη, της περιοχής της Σμύρνης και των νησιών Ίμβρος, Τένεδος και Καστελόριζο και ζητούσε από την ιταλία να πάρει την πρωτοβουλία να παραχωρήσει τα Δωδεκάνησα. Χωρίς να αναφέρεται ρητά η κύπρος, ανάλογο αίτημα υπονοούνταν και προς την μεριά της βρετανίας. Για την Ινσταμπούλ το ελληνικό κράτος είχε την προνοητικότητα να μην την διεκδικήσει, αφού αποτελούσε εστία έντασης ανάμεσα στους συμμάχους και πρότεινε να μετατραπεί σε διεθνές κράτος υπό την διοίκηση της Κοινωνίας των Εθνών, μια πρόταση που άφηνε ανοιχτό το ενδεχόμενο να την προσαρτήσει αργότερα.
Ένα μήνα αργότερα έγινε η επίσημη παρουσίαση του ελληνικού υπομνήματος ενώπιον του συμβουλίου των τεσσάρων μεγάλων, το οποίο αποφάσισε την συγκρότηση μιας επιτροπής ελληνικών υποθέσεων. Η επιτροπή συνεδρίασε 12 φορές ανάμεσα στις 12/2 και 21/3 και από τις διαπραγματεύσεις προέκυψε η γενική συμφωνία αγγλίας και γαλλίας με όλες τις ελληνικές απαιτήσεις, με την συναίνεση και των ηπα. Το μεγάλο εμπόδιο στις ελληνικές βλέψεις ήταν φυσικά η ιταλική αντιπροσωπεία. Το ιταλικό κράτος συγκρούστηκε άγρια με τον ελληνικό μεγαλοϊδεατισμό και δεν σκόπευε για κανέναν λόγο να παραχωρήσει τα Δωδεκάνησα, ούτε να επιτρέψει την προσάρτηση της Σμύρνης, ούτε της βόρειας Ηπείρου, την οποία εξάλλου διεκδικούσε, όπως κι όλη την αλβανία μαζί με τις δαλματικές ακτές.
Στις διαπραγματεύσεις που ακολούθησαν για την κάθε περιοχή ξεχωριστά, οι συγκρούσεις έφτασαν στο ζενίθ, με τις ελλάδα-αγγλία-γαλλία από την μία πλευρά, την ιταλία στην αντίθετη και τις ηπα να επαμφοτερίζουν, διαφωνώντας βασικά με την προσάρτηση της Σμύρνης είτε από τους έλληνες, είτε από τους ιταλούς. Για την αλβανία συζητήθηκαν όλα τα ενδεχόμενα - από τον διαμελισμό της, μέχρι την μετατροπή της σε διεθνές προτεκτοράτο, μέχρι να τεθεί υπό την εντολή της ιταλίας αλλά με αυτονόμηση της νότιας αλβανίας - χωρίς να παρθεί καμιά οριστική απόφαση. Για την ανατολική Θράκη υπήρξε μια αρχική συμφωνία να δοθεί στην ελλάδα, αλλά χωρίς να οριστικοποιηθούν τα ανατολικά σύνορα όσο έμενε αδιευκρίνιστο το καθεστώς της Ινσταμπούλ. Την τελευταία στιγμή όμως έφεραν αντιρρήσεις οι αμερικάνοι, οπότε έμεινε ανοιχτό και αυτό το ζήτημα. Το μοίρασμα της Μικράς Ασίας τέλος ήταν η πιο περίπλοκη και δύσκολη εξίσωση που έπρεπε να λύσουν οι νικητές. Η αρχική ελληνική απαίτηση αφορούσε μια πολύ μεγάλη έκταση στην ενδοχώρα της Σμύρνης. Όπως και με τις υπόλοιπες ελληνικές απαιτήσεις, οι άγγλοι και οι γάλλοι αντιπρόσωποι συμφώνησαν επί της ουσίας, περιορίζοντας όμως την διεκδικούμενη έκταση. Κυρίως οι βρετανοί είχαν επιφυλάξεις για το αν το ελληνικό κράτος θα είχε την ισχύ να επιβάλλει μακροπρόθεσμα τον έλεγχό του, όχι στην Σμύρνη (για την οποία δεν έμπαινε ζήτημα) αλλά σε μια τόσο μεγάλη έκταση στην ενδοχώρα. Όντας πιο πραγματιστές, στην περίπτωση αυτή, οι βρετανοί από τους έλληνες συμμάχους τους, είχαν την ελάχιστη οξυδέρκεια να καταλάβουν ότι η απόσπαση τόσο μεγάλου μέρους της Ανατολίας, αναπόφευκτα θα αφύπνιζε την ηττημένη τουρκία και θα προκαλούσε έντονη αντίσταση. Εν προκειμένω, ήταν το βρετανικό κράτος, ο “ξένος ένοχος” σύμφωνα με τις κατηγορίες της ελληνικής αριστεράς, που εξυπηρετούσε τα ελληνικά συμφέροντα καλύτερα από το ίδιο το ελληνικό κράτος και προφανώς είναι το τελευταίο που ευθύνεται για την προέλαση του ελληνικού στρατού ως τον Σαγγάριο. Τέλος, η αμερικάνικη αντιπροσωπεία από την αρχή εξέφρασε ριζικές διαφωνίες σε οποιοδήποτε ενδεχόμενο απόσπασης εδάφους από την τουρκική Ανατολία, ενώ οι ιταλοί σε ένδειξη διαμαρτυρίας αρνούνταν να μιλήσουν κάθε φορά που η συζήτηση έφτανε στην Μικρά Ασία.
Ήταν φανερό ότι τα ατέρμονα, περιπλεγμένα και αδιέξοδα διπλωματικά αλισβερίσια δεν υπήρχε περίπτωση να καταλήξουν σε συμβιβασμό. Την λύση έδωσε τελικά η ρήξη στις σχέσεις των συμμάχων. Στις αρχές Μάη, στις διαπραγματεύσεις για τις ιταλικές διεκδικήσεις στην Δαλματία υπάρχει καθολική διαφωνία στην προσάρτηση του Φιούμε (σημερινή Ριέκα, στην κροατία) με αποτέλεσμα το ιταλικό κράτος να αποχωρήσει από την διάσκεψη του Παρισιού, ξεκινώντας προετοιμασίες για μονομερή στρατιωτική δράση, τόσο στη Δαλματία όσο και στην Μικρά Ασία. Με την αποχώρηση της ιταλίας, η εχθρότητα των υπολοίπων τριών δυνάμεων εναντίον της μεγιστοποιήθηκε και ταυτόχρονα επέτρεψε να κλείσουν συμφωνίες σε μια σειρά ζητημάτων με εντατικό ρυθμό. Ένα από αυτά ήταν η αναγκαιότητα της συμμαχικής στρατιωτικής παρουσίας στη Σμύρνη ώστε να εμποδιστεί η αναμενόμενη αποβίβαση των ιταλών, που ήδη είχαν στείλει μια ναυτική μοίρα. Αυτή ήταν η χρυσή ευκαιρία που περίμενε το ελληνικό κράτος και ο Βενιζέλος προσφέρθηκε ν’ αναλάβει ο ελληνικός στρατός τον έλεγχο της Σμύρνης και την αντιμετώπιση των ιταλών. Έτσι ακόμη και χωρίς να υπάρχει οριστική συμφωνία σχετικά με την Μικρά Ασία, το ελληνικό κράτος εκμεταλλεύτηκε στο έπακρο την συγκυρία, σκοπεύοντας με την κατοχή της Σμύρνης να δημιουργήσει τετελεσμένα.
Μετά από μια εβδομάδα προετοιμασιών, στις 13 Μάη ο ελληνικός στόλος απέπλευσε με την συνοδεία έξι βρετανικών πολεμικών πλοίων για την Μικρά Ασία. Στις 15 Μάη 1919 ο ελληνικός στρατός θα αποβιβαστεί στην Σμύρνη...

 
       

Sarajevo