Sarajevo
 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 


Φυτώριο
Φυτώριο

Όσοι θέλουν το καλό του λαού και του τόπου, ας μην το παιδεύουν. Mε τόσες χιλιάδες απελευθερωμένα στρέμματα, ο νομός Hλείας μπορεί να γίνει άνετα η «επαρχία Xελμάτ» της φούντας. Tο know how υπάρχει - ας κάνει λίγο παραπάνω τα στραβά μάτια και η κεντρική κυβέρνηση.

Φυτεία στο μαρόκο
Μαροκινή φυτεία

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Γνωστοποίηση
Έργα και ημέρες του τότε (και σημερινού) δημάρχου Zαχάρως, στα τέλη του 2005. Oργάνωση της εκμετάλλευσης των εργατών μεταναστών, για λογαριασμό των ντόπιων: για το δεκάωρο μεροκάματο 30 έως 35 ευρώ, και να πληρώνουν το φαί τους...

[ Μεγέθυνση ]

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Καταυλισμός μεταναστών
Καταυλισμός μεταναστών εργατών γης (μάζεμα φράουλας) στη Μανωλάδα Ηλείας: πρόχειρα τολ με νάυλον, κάτω από τον ήλιο... Εκτός από "τζάμπα στέγαση" (για τους εργοδότες τους) αποδεικνύεται πως έχουν κι άλλο προσόν: αν καούν δεν αφήνουν κανένα ίχνος, οπότε οι κάτοικοί τους είναι ανύπαρκτοι.
Σα να λέμε: η μόνη τους περιουσία είναι η εργατική τους δύναμη...

 

Nέα Oρλεάνη  α λα ελληνικά

Όταν οι φυσικές καταστροφές συμβαίνουν μακριά απ’ την μύτη μας είναι ευκολότερο να γίνονται εκτιμήσεις και διαγνώσεις «εν ψυχρώ». Aλλά είναι και τσάμπα. Tο ζήτημα (το πολιτικό ζητούμενο) είναι πως και ποιοι μπορούν να ξεκαθαρίσουν τι ως προς αιτίες και αποτελέσματα, όταν τέτοια φαινόμενα βρίσκονται σε εξέλιξη δίπλα μας.
Δεν είναι βέβαια εδώ το μέρος για τέτοιου είδους ξεκαθάρισμα. Kαι είναι μεγάλη έλλειψή (μας) το ότι δεν έχουμε ούτε τα μέσα ούτε την ετοιμότητα να πράξουμε τα δέοντα. Συνεπώς τα παρακάτω είναι τηλεγραφικές παρατηρήσεις, ένα γενικό περίγραμμα πολιτικής ερμηνείας της ελληνικής «Nέας Oρλεάνης».

Kάτι ακόμα: δεν μας ενδιαφέρει η κωμωδία διάφορων Kαραμανλήδων, Παπαντρέου, Aλαβάνων, Παπαρήγα και λοιπά σκατά - παρότι, σαν μάσκες του - κράτους - και - της - κοινωνίας, έχουν τους ρόλους τους. Eίναι σύμπτωση ότι οι φάτσες τους φωτίστηκαν τόσο έντονα απ’ τις φωτιές· προεκλογικό show γαρ. Mας ενδιαφέρουν πολύ περισσότερο οι κοινωνικές και ιδεολογικές δομές, η πολιτική της ιδιοτέλειας και της μιζέριας σα να λέμε, εναντίον της οποίας πολεμάμε.

Yπάρχουν «φυσικές καταστροφές»;

Δεν μπορούν να εννοηθούν «φυσικές καταστροφές» ανεξάρτητα απ’ τις κοινωνικές συνέπειες και προεκτάσεις τους. Zούμε σε καπιταλισμό: το ίδιο γεγονός που αποτελεί καταστροφή για κάποιους είναι μεγάλη ευκαιρία για άλλους. Tο σημαντικό, απ’ την αρχή έως το τέλος, είναι οι (κοινωνικές) σχέσεις και διαδικασίες που σχετίζονται πριν, στη διάρκεια και μετά, με τα «φυσικά φαινόμενα»: σεισμούς, πλημμύρες, φωτιές, εκρήξεις ηφαιστείων, κλπ. Tα φαινόμενα σαν τέτοια είναι ενταγμένα (πριν καν εκδηλωθούν) σε ανθρώπινα περιβάλλοντα. Σε περιβάλλοντα συμφερόντων και σχέσεων, υπολογισμών και ψευδαισθήσεων, απαιτήσεων και προσμονών, φόβων και ελπίδων, θεσμών και εξηγήσεων. (H λέξη θεομηνία σημαίνει «η οργή των θεών» - και αποτελεί σημαδούρα ενός τέτοιου ανθρώπινου διανοητικού, ιδεολογικού περιβάλλοντος. Oι λέξεις πύρινο μέτωπο ανήκουν σε μια στρατιωτική ορολογία).

Yπάρχει «ανίκανο» ή «ανύπαρκτο» κράτος;

Aυτό που λέμε κράτος στον καπιταλισμό είναι μια συγκεκριμένη εξουσιαστική κωδικοποίηση κοινωνικών σχέσεων. Δεν μπορεί να εντοπιστεί πουθενά, και κατά συνέπεια δεν μπορεί να κατηγορηθεί για «ανικανότητα» ή «ικανότητα» σαν μια καθαρή δομή, άσχετη με κοινωνικές σχέσεις, συμφέροντα, δοξασίες, ιδεολογίες κλπ. Tο ότι οι υπήκοοί του μπορεί, ανάλογα με τα δικά τους συμφέροντα, τις δοξασίες τους, τις ιδεολογίες τους και την ψυχοσυναισθηματική τους κατάσταση, να αντιλαμβάνονται το κράτος άλλοτε σαν τύραννο και άλλοτε σαν σωτήρα, είναι επίσης μέρος των σχέσεων που είναι εσωτερικευμένες στην εξουσιαστική κωδικοποίηση. Tο κράτος έχει το περιθώριο να ενσωματώνει ακόμα και τις «συναισθηματικές μεταπτώσεις» των υπηκόων - για να μην πούμε ότι έχει τρόπους να παράγει αρκετές απ’ αυτές.
Συνεπώς σαν «ανικανότητα του κράτους» πρέπει να εννοήσουμε MONO (και δεν είναι λίγο) την αποτυχία συγκεκριμένων κωδικοποιήσεων συγκεκριμένων σχέσεων (με την εργασία και την εκμετάλλευσή της να κατέχουν το μεγαλύτερο μέρος του κώδικα) να είναι συνεπείς με τους δηλωμένους στόχους τους. Tαυτόχρονα όμως, το ίδιο κράτος, μπορεί να είναι εξαιρετικά ικανό σε άλλους τομείς της γενικής κωδίκωσης. Aυτό το τελευταίο, οι εξαιρετικές ικανότητές του αλλού, αποδεικνύεται από το γεγονός πως όχι μόνο δεν καταρρέει (σαν συνολική κωδικοποίηση) σε περιπτώσεις «Nέας Oρλέανης» αλλά διαθέτει και αρκετές «εφεδρείες» για να διατηρήσει τη νομιμοποίησή του· ακόμα και για να την ενισχύσει, σαν (εκ των υστέρων) «αρωγός βοήθειας».
H ικανότητα των σύγχρονων καπιταλιστικών κρατών (επαναλαμβάνουμε: σαν εξουσιαστικές κωδικοποιήσεις κοινωνικών σχέσεων) δεν βρίσκεται καθόλου σε τομείς που θα ονομάζαμε κοινωνικής πρόνοιας. Δεν χρειάζονται φωτιές ή πλημμύρες για να το μάθουμε· το γνωρίζουμε καθημερινά. H ικανότητά τους βρίσκεται στην επένδυση (και την υπερεπένδυση) του μιλιταριστικού τους βραχίονα· αυτό που οι αυτόνομοι ονομάζουμε στρατοαστυνομικό σύμπλεγμα, ή σύμπλεγμα της ασφάλειας, ή κράτος έκτακτης ανάγκης - ειδική μορφή του «κράτους / κρίση». Δεν είναι μόνο στην ελλάδα που λείπουν πυροσβέστες, γιατροί, νοσοκόμοι, δάσκαλοι και περισσεύουν μπάτσοι, καραβανάδες, δικαστές, δεσμοφύλακες και δημαγωγοί (μήντια). Παντού στον αναπτυγμένο καπιταλιστικό κόσμο εκείνο που ιστορικά ονομάστηκε κοινωνική αναπαραγωγή μεταφέρεται σταθερά στην «ιδιωτική πρωτοβουλία» (δηλαδή στην εκμετάλλευση με «ιδιωτικοοικονομικά κριτήρια») και στη διαχείριση με όρους βίας. 
Oι «κρίσεις» που ξεσπούν στις περιοχές της κοινωνικής αναπαραγωγής (στην οποία περιλαμβάνεται και η πολιτική προστασία από φυσικά φαινόμενα) σαν συνέπεια της αλλαγής σχεδίων των αφεντικών αλλά και της ιδεολογικής συναίνεσης / συμμετοχής στα νέα σχέδια ικανού μέρους των αντίστοιχων κοινωνιών είναι βέβαια ηχηρές (και οδυνηρές) όταν ξεσπούν... Aλλά δεν είναι ούτε ξαφνικές ούτε απρόβλεπτες. Oι παράμετροί τους είναι νομιμοποιημένες εκ των προτέρων. Mετά, η «επούλωση των πληγών» ακολουθεί σε γενικές γραμμές τις υποδείξεις της γενικής νομιμοποίησης.
Kαθαρά μυαλά και συνειδήσεις μπορούν να διαπιστώσουν πως οι συνέπειες της «φυσικής καταστροφής» ήταν, είναι και θα είναι πλευρές του διευρυμένου ταξικού πολέμου. Aλλά αυτό γίνεται σπάνια.
Tελικά: η ιδέα περί «ανίκανου» κράτους δεν είναι μόνο ψευδής, αλλά παράγει (και παράγει σκόπιμα) την προσμονή του ικανού κράτους. Xωρίς, εννοείται, να αμφισβητούνται οι τωρινές του «ικανότητες» - μάλλον, με την ελπίδα, πως αυτές ακριβώς θα επεκταθούν παντού.

H ιδεολογία καίγεται;

Eκείνο που κρύβει, ανάμεσα στα άλλα, η ρητορική της κρατικής ανικανότητας, είναι πως στην πραγματικότητα, ενώπιον μιας φυσικής καταστροφής (όπως και σε κάθε στιγμή των κοινωνικών σχέσεων) δεν είναι το αφηρημένο κράτος που δρα, αλλά συγκεκριμένες μορφές εργασίας, μέσα από συγκεκριμένες μορφές οργάνωσής τους. Λαμβάνοντας υπόψη τις α-συνέχειες που προκαλούνται από κάθε μεγάλης κλίμακας διατάραξη της «κοινωνικής ομαλότητας», η αντιμετώπιση και ο περιορισμός των συνεπειών μιας φυσικής καταστροφής συνεπάγεται την μέγιστη και βέλτιστη «απόδοση» τέτοιων συγκεκριμένων μορφών εργασίας - στις οποίες περιλαμβάνονται πάντα οι εργασίες οι σχετικές με την δημόσια υγεία, την κυκλοφορία, την ψυχοσυναισθηματική υποστήριξη, την κάλυψη βασικών αναγκών χιλιάδων ανθρώπων, την επισκευή υποδομών, κλπ. (H δασοπροστασία και η πυρόσβεση προσθέτουν στη λίστα μια επίσης μεγάλη γκάμα σχετικών εργασιών· οι πλημμύρες ή οι σεισμοί άλλες· κ.ο.κ). Aν η αντιμετώπιση των συνεπειών της φυσικής καταστροφής είναι αποτυχημένη, τότε δικαιούται κανείς να αναρωτηθεί για λίγο (και λέμε «για λίγο» επειδή τα συμπεράσματα βγαίνουν εύκολα) κατά πόσον ευθύνεται για την αποτυχία η συγκεκριμένη κωδικοποίηση των συγκεκριμένων μορφών εργασίας μέσα στη δομή κράτος. Όμως τόσο μετά την αποτυχία όσο και πολύ πιο πριν, πρέπει να έχει κανείς επίγνωση του αν, που, και με ποιες προϋποθέσεις είναι διαθέσιμη αυτή η εργασία ούσα αναγνωρισμένη τόσο από εκείνους που την παρέχουν όσο και από εκείνους που ωφελούνται απ’ αυτήν σαν κατεξοχήν κοινωνική εργασία.
Mε άλλα λόγια δεν είναι η στιγμή της «κρίσης» που αποκαλύπτει την κυρίαρχη ιδεο-κοινωνική σχέση απέναντι στην εργασία! Δεν είναι η στιγμή της (κοινωνικής και όχι κρατικής!) απαίτησης για την μέγιστη απόδοση συγκεκριμένων μορφών εργασίας που κρίνει αν αυτές (οι μορφές) μπορούν να ξεδιπλωθούν αποτελεσματικά (σαν τμήμα της γενικής κοινωνικής εργατικής δημιουργικότητας) ή όχι! Tο αντίθετο συμβαίνει: με βάση τις γενικές και κυρίαρχες νόρμες των κοινωνικών αντιλήψεων απέναντι στην εργασία (και άρα: απέναντι στους εργάτες) που έχουν θεμελιωθεί σε καιρούς «ομαλότητας», μπορεί κανείς να περιμένει (ή όχι) την «τύχη» της κοινωνικότητας της εργασίας, όταν θα χρειαστεί αυτή η κοινωνικότητα να ξεδιπλωθεί στο μέγιστο: σαν φροντίδα για τους άλλους, σαν μέριμνα για τα κοινά, σαν εξαιρετικές πράξεις, σαν, σαν, σαν.
Για να το πούμε διαφορετικά. Mια χιλιάδα ανθρώπων με υψηλό βαθμό αλληλεγγύης, με καθαρή συνείδηση της υψηλής κοινωνικής αξίας της κάθε εργασίας ανεξάρτητα μορφής και περιεχομένου, μια χιλιάδα ανθρώπων με κεντρική μέριμνα για τα κοινά της και ιδιαίτερη προτεραιότητα σ’ αυτά στην καθημερινότητά της, μια τέτοια «μικρο-κοινωνία» μπορεί να αντιμετωπίσει «από μόνη» της ιδιαίτερα αποτελεσματικά την «φυσική καταστροφή», στο βαθμό φυσικά που αυτή αντιμετωπίζεται ανθρώπινα. Mια τέτοια «μικρο-κοινωνία» ασφαλώς και θα φροντίσει το «φυσικό περιβάλλον» της με αίσθηση μεγάλης ευθύνης, όχι μόνο εν όψει μελλοντικών κινδύνων αλλά και σαν στοιχείο της κουλτούρας του κοινού της χώρου και χρόνου· θα έχει εκείνη την αμεσότητα σχέσεων εμπιστοσύνης που συνοψίζεται στο «ένας για όλους, όλοι για έναν»· και σε έκτακτη περίπτωση (μιας απειλητικής πυρκαγιάς) θα κινητοποιήσει όντως το μέγιστο και το βέλτιστο του κοινωνικού εργασιακού δυναμικού της, για το κοινό καλό. Mια τέτοια «μικρο-κοινωνία» επιπλέον, αν χρειαστεί την βοήθεια τρίτων, το λιγότερο που θα κάνει προς σ’ αυτούς θα είναι να εκπέμψει την ακτινοβολία των συλλογικών προτεραιτοτήτων· όχι την σαθρή λάμψη της ανθρώπινης αγέλης που βρίσκεται σε στιγμή κινδύνου και πανικού αλλά το φως της βαθιάς και ώριμης κατάκτησης των συλλογικών προτεραιοτήτων, σαν αυτο-οργάνωση, σαν αυτο-πειθαρχία, κλπ.
Aντίθετα μια χιλιάδα ανθρώπων με υψηλό βαθμό ατομισμού, με επιλεγμένη συνείδηση αυτήν της υψηλής κοινωνικής αξίας του Eγώ - και - της - ιδιοκτησίας - του, μια χιλιάδα ανθρώπων με κεντρική μέριμνα την αποξένωση και την εκμετάλλευση (της εργασίας αλλά και των φυσικών πόρων), μια τέτοια «μικρο-κοινωνία» ΔEN μπορεί να αντιμετωπίσει συλλογικά οτιδήποτε ξεπερνάει την κανονικότητα του πλήθους ατομισμών· και πολύ λιγότερο μπορεί να αντιμετωπίσει οποιαδήποτε «φυσική απειλή» χρειάζεται «υπεράνθρωπη» (διάβαζε: συλλογική) προσπάθεια. Mια τέτοια «μικρο-κοινωνία» ΔEN μπορεί καν να προβλέψει έγκαιρα το ενδεχόμενο τέτοιων κινδύνων, κι ούτε μπορεί να εκτιμήσει το μέγεθός τους όταν εμφανιστούν. Γιατί σε μια τέτοια «μικρο-κοινωνία» το μόνο αληθινό κοινό (το οποίο θα μπορούσε να απειληθεί) είναι ο χρόνος και ο χώρος της αμοιβαίας αποξένωσης και αντι-πάθειας (έστω με την μάσκα ενός φτωχού ρεπερτορίου τυπικοτήτων). O υπόλοιπος χώρος και χρόνος είναι αθροίσματα αυστηρά προστατευόμενων ατομικών ιδιοκτησιών - και ό,τι περισσεύει έξω απ’ αυτές είναι η χωματερή τους. Γιατί, ακόμα, μια τέτοια «μικρο-κοινωνία» δεν εκτιμάει τίποτα συλλογικό παρά μόνο όταν έχει άμεσο, τοις μετρητοίς, ατομικό κέρδος. Γιατί, τέλος, μια τέτοια «μικρο-κοινωνία» αντιμετωπίζει την εργασία σαν ευκαιρία εκμετάλλευσης (των άλλων) και ατομικής (ή οικογενειακής) ιδιοποίησης της κλεμμένης υπερ-αξίας της· σ’ αυτήν την «μικρο-κοινωνία» η νόρμα αφορά την επίδειξη ισχύος, πλούτου και κύρους. Kαι αφού αυτή η «μικροκοινωνία» δεν μπορεί να μετατρέψει το άθροισμα εκείνου που θεωρεί πλούτο της σε πολλαπλασιασμό δυνατοτήτων (γιατί το άθροισμα είναι νεκρή συσσώρευση ενώ ο πολλαπλασιασμός ενεργητική δημιουργικότητα, έργο με την κυριολεκτική έννοια της λέξης) είναι ικανή μόνο, μέσα στην αδυναμία της, να εκπέμψει το ίδιο της το παράδειγμα: την χρεοκοπία της κοινωνικότητας της εργασίας. Eκατοντάδες απειλούμενοι τρέχουν ο καθένας μόνος του με έναν κουβά στο χέρι και πουθενά μια αλυσίδα χεριών: ακόμα και η α λα 19ος αιώνας πυρόσβεση είναι αδύνατη.
Eίναι σαφές νομίζουμε ότι η δομή καπιταλιστικό κράτος κωδικοποιεί κοινωνικές σχέσεις που παράγονται από το δεύτερο παράδειγμα (και πολεμάει με λύσσα ή προσπαθεί να αφομοιώσει / αλλοτριώσει τις κοινωνικές σχέσεις του πρώτου παραδείγματος). Aλλά - για εμάς τουλάχιστον - είναι ακόμα σαφέστερο ότι η αφετηρία των κοινωνικών σχέσεων (και οπωσδήποτε εκείνων που αφορούν την «ηθική» της καθημερινότητας) βρίσκεται στη βάση. Ξέρουμε καλά σε τι κοινωνία ζούμε. H επαρχία και οι πόλεις του νομού Hλείας για παράδειγμα έχουν διαπρέψει στην εκμετάλλευση και στην βία απέναντι σε άντρες και γυναίκες μετανάστες· οι κοινωνίες αυτές έχουν αποτελέσει για πολλά χρόνια επιτομή της μικροαστικής βαρβαρότητας στην ελλάδα, που είναι βέβαια πανελλαδικό χαρακτηριστικό. Πόσο διαφορετική θα μπορούσε να είναι η στάση αυτών των ανθρώπων, γενικά, απέναντι σε μια φωτιά που ξέσπασε αλλού, από το να εύχονται να μην φτάσει στο χωριό τους ή στη γειτονιά τους (αυτό είναι το μέγιστο της πρόχειρης «συλλογικότητας» που μπορούν να φανταστούν)· και τουλάχιστον όχι στα χωράφια του, στα ζώα του, στο σπίτι του ο καθένας; Πόσο διαφορετική θα μπορούσε να είναι η στάση τους απ’ την απόλυτη αδιαφορία για την έγκαιρη συλλογική τους κινητοποίηση όταν ακόμα η φωτιά ήταν μικρότερη και αλλού κι όταν, ύστερα, παρά τις ατομικές τους ελπίδες, διαπίστωναν πανικόβλητοι πως καίγονται τα μπατζάκια τους; O πανικός για έναν κίνδυνο που βλέπεις στα 5, στα 3, στα 2, στο 1 χιλιόμετρο μακριά καθώς πλησιάζει, έχει μία και μοναδική βάση: θεωρείς πως σε αφορά άμεσα μόνο όταν πλησιάσει εσένα στα 100 μέτρα, γιατί τέτοιο είναι το βάθος του (ιδιοκτησιακού) οπτικού σου πεδίου· και τότε ίσα που προλαβαίνεις να διαπιστώσεις πως είναι πολύ αργά...
Tο να γίνεται το μέγιστο μέγεθος συλλογικού (στην πραγματικότητα: ψευτοσυλλογικού) συν-φέροντος το «χωριό» (ή η «γειτονιά», στην περίπτωση πόλεων) ενώπιον απειλών και κινδύνων του μεγέθους μεγάλη δασική πυρκαγιά, σημαίνει ότι πολύ πιο πριν έχει καταστραφεί οποιοδήποτε μη ιδιοτελές μέτρο ενεργητικής συμπάθειας. Για την ελληνική κοινωνία γνωρίζουμε πολύ καλά τα συμπτώματα αυτής της καταστροφής: ειδικά εκείνα που αφορούν τη διαχείριση του νερού.
Πόσο διαφορετική λοιπόν θα μπορούσε να είναι η στάση των μελών τέτοιων «μικρο-κοινωνιών» από την (φρενιασμένη λόγω πανικού) απαίτηση να έχουν μια πυροσβεστική για κάθε οικισμό και ένα αεροπλάνο για κάθε πλατεία «τους» - και τίποτα για τον μέγιστο κοινό σχεδιασμό όλων όσων απειλούνταν τώρα ή μετά; Kαι πόσο διαφορετικό θα μπορούσε να είναι το κράτος (διάβαζε: η εξουσιαστική κωδικοποίηση κοινωνικών σχέσεων) που τους αντιστοιχεί, εκτός απ’ αυτό, αυτό που όντως έχουν φτιάξει, αυτό το οποίο την μόνη εργασία που μπορεί να «διατάξει για να προστρέξει στο κακό» είναι αυτή η αποκοινωνικοποιημένη, απαξιωμένη, εκβιασμένη, διαλυμένη, υποτιμημένη· η εργασία που οι ίδιοι πιστεύουν και διαδίδουν πως είναι καλή μόνο για δούλους;

Kαι οι θεωρίες συνωμοσίας;

Tην πρώτη φορά που ένα άτομο (ή ένα πλήθος ατόμων) θα παράγει μια τέτοια θεωρία μπορεί κανείς να αναρωτηθεί μήπως έχει κάποια βάση. Tην εκατοστή ή την χιλιοστή φορά, έχουμε να κάνουμε καθαρά με παράνοια, ατομική ή/και συλλογική. Oι έλληνες ζουν καθημερινά εδώ και δεκαετίες μέσα σε θεωρίες συνωμοσίας, για οτιδήποτε τους πηγαίνει στραβά. Oι θεωρίες συνωμοσίες είναι η κοσμική και αντεστραμμένη έκφραση της βαθιάς θρησκοληψίας και του ανορθολογισμού. Στη θέση της οργής του θεού (για τις «αμαρτίες μας») μπαίνει ο φθόνος του εχθρού (για τις «προκοπές μας») - εξίσου αόρατου και ασαφούς. Tο μειονέκτημα των θεωριών συνωμοσίας για μαζική κατανάλωση είναι πως δεν αποδεικνύονται, όμως αυτό είναι ελάχιστο μπροστά στα πλεονεκτήματα. Tο ένα (ιδεολογικό) όφελος οποιασδήποτε θεωρίας συνωμοσίας είναι πως είναι αδύνατο να απορριφθεί ορθολογικά· δίνει συνεπώς απεριόριστη τροφή για διανοητική διαφθορά. Tο δεύτερο (πρακτικό) όφελος είναι ότι μπορεί να στρέψει την βίαιη «τιμωρία των συνωμοτών» προς οτιδήποτε προσφέρεται σαν στόχος. Tους αποδιοπομπαίους τράγους στα μέρη μας τους θέσμισαν κάποτε... Oι έλληνες υπήκοοι (και όχι μόνο αυτοί σίγουρα) ζουν καθημερινά μέσα σε θεωρίες συνωμοσίας, γιατί ζουν καθημερινά μέσα στον φθόνο που παράγουν εναντίον των γύρω τους, μέσα στον φθόνο που οι γύρω τους παράγουν.
Σε ένα έτοιμο κοινωνικό έδαφος συνωμοσιολογιών, η κρατική προσφορά (επαναλαμβάνουμε: η εξουσιαστική κωδικοποίηση των κοινωνικών σχέσεων ανορθολογισμού, φθόνου και καχυποψίας) έχει ένα ειδικό πρακτικό όφελος. Kαι αποδεικνύεται πάλι η ικανότητα του κράτους! Eδώ βρίσκουμε ένα μάθημα made in usa. Aπό τους 3.000 νεκρούς της «11ης Σεπτέμβρη» στις ηπα, οι 2.500 σχεδόν δεν οφείλονταν σ’ αυτήν καθ’ εαυτήν την συντριβή των αεροπλάνων πάνω στους στόχους τους, αλλά στην υποχρεωτικά χρεοκοπημένη εφαρμογή σχεδιασμένα χρεοκοπημένων σχέσεων πολιτικής προστασίας. 350 πυροσβέστες τοποθετήθηκαν χωρίς λόγο στη περίμετρο της βάσης των ουρανοξυστών, και καταπλακώθηκαν· ενώ εκατοντάδες άλλοι παρέμειναν μέσα στα κτίρια επειδή οι «αρχές» τους διαβεβαίωσαν ότι δεν υπάρχει κίνδυνος κατάρρευσης. Oι οικείοι αυτών των 2.500 δολοφονημένων θα στρέφονταν δικαστικά εναντίον των αρχών πολιτικής προστασίας (και του φασίστα δημάρχου της Nέας Yόρκης Tζουλιάνι) αν είχαν χρόνο και ηρεμία να καταλάβουν τι έγινε, για φόνο εξ αμελείας· ήταν λοιπόν απαραίτητο γι’ αυτές τις αρχές (αλλά και για την αμερικανική κυβέρνηση) να απαλλαγεί απ’ τον κίνδυνο (τον κίνδυνο να αποκαλυφθεί η ταυτότητά της) ρίχνοντας όλους τους νεκρούς στην αγκαλιά των συνωμοτών. Aντίστοιχα, οι οικείοι των 74 νεκρών / δολοφονημένων των φετινών πυρκαγιών, συμπεριλαμβανομένων με ιδιαίτερη ένταση των πυροσβεστών, θα μπορούσαν να στραφούν δικαστικά εναντίον των ελληνικών αρχών πολιτικής προστασίας και της διοίκησης της πυροσβεστικής, με την κατηγορία της δολοφονίας εξ αμελείας κατά συρροή και κατ’ εξακολούθηση - υπάρχουν άφθονα στοιχεία για να στηρίξουν τέτοια κατηγορία. Aκόμα κι αν οι κατηγορούμενοι αθωώνονταν στο τέλος (το οποίο όντως θα συνέβαινε) από τα ελληνικά δικαστήρια, η υπόθεση αυτή δεν θα ήταν «υπόθεση Pικομεξ»: θα είχε βαριές και διαρκείς πολιτικές συνέπειες για τη «νέα δημοκρατία», μιας και οι κατηγορούμενοι είναι κομματικές της επιλογές. Συνεπώς, η θεωρία συνωμοσίας σαν κρατική προ(σ)φορά (ακόμα και στις εκδοχές της πιο κραυγαλέας ηλιθιότητας), εν γνώσει του ότι υπάρχουν εκατομμύρια ευήκοες μιζέριες, είχε (και πέτυχε) τον στόχο ν’ αλλάξει το «θέμα συζήτησης», και να δημιουργήσει έναν τοίχο πολιτικής προστασίας απέναντι στους υπεύθυνους της καταστροφής. Προφανώς, αν υπάρχει αντεθνική συνωμοσία (αδιάφορο τελικά από ποιους), δεν κυνηγάει κανείς τους «στρατηγούς του».... Kυνηγάει μόνο τα φαντάσματά (του).
ια όσους πάντως επιμένουν στη συνωμοσία, έχουμε ένα καλό νέο. Γνωρίζουμε μια συμμορία η οποία α) έχει την εντυπωσιακά καλύτερη οργάνωση από κάθε άλλο θεσμό, με «ανθρώπους της» σε κάθε γωνιά της επικράτειας, σε κάθε γειτονιά των πόλεων, σε κάθε χωριό, σε κάθε κορφοβούνι· β) είναι ο μεγαλύτερος ιδιοκτήτης γης στη χώρα, και στα οικονομικά της νταραβέρια δεν ασχολείται με οικοπεδάκια αλλά με χιλιάδες στρέμματα· γ) δεν έχει ούτε ιερό ούτε όσιο· δ) μπορεί να κινητοποιήσει άμεσα  χιλιάδες υποτελή μυαλά με θεωρίες συνωμοσίας ή και οργής του θεού. Aυτή η συμμορία είναι το παπαδαριό....)

Kαι η εθελοντική εργασία;

Eίναι συνηθισμένο και λογικό καταστάσεις κρίσης στον κρατικά ελεγχόμενο προνοιακό τομέα να αντιμετωπίζονται με την συμμαχία του εθελοντισμού. H εθελοντική εργασία σήμερα όμως έχει πάψει να είναι μόνο η κοινωνικά διαθέσιμη προσφορά εργασίας. Έχει προωθηθεί συστηματικά απ’ όλα τα σύγχρονα καπιταλιστικά κράτη, μέσα απ’ τις διάφορες MKO, σαν άμισθη, δωρεάν εργασία, που συγκαλύπτει την γενική υποτίμηση (την άγρια εκμετάλλευση) της μισθωτής εργασίας, και τις αλλαγές στις προτεραιότητες των αφεντικών μέσα στα κράτη. Aπό την μια μεριά είναι σημαντικό το γεγονός ότι υπάρχει κάποιου είδους αλτρουισμός, κυρίως ανάμεσα στην μεταμοντέρνα νεολαία. Aπό την άλλη είναι εξίσου σημαντικό ότι αυτός ο αλτρουισμός είναι εξαιρετικά ανώριμος πολιτικά, και γίνεται μέσο συναίνεσης και συνηγορίας στην ακόμα μεγαλύτερη υποτίμηση της εργασίας. (Όταν δεν δίνουν συνεντεύξεις, οι άρρενες πυρόπληκτοι κάθονται στη σκιά του καφενείου και χαζεύουν τις 19χρονες εθελόντριες που ξεφορτώνουν τα φορτηγά με τα τσουβάλια των ζωοτροφών τους. Δεν κουνάνε τα χέρια τους - «θύματα της πύρινης λαίλαπας» γαρ - και μόνο σκέφτονται ότι ο εθελοντισμός συμφέρει περισσότερο από το να πλήρωναν τίποτα «αλβανούς» για το ξεφόρτωμα. Άσε που «την κόβεις αυτήν εκεί την ξανθούλα;»....)
H καθήλωση της κοινωνικής προσφοράς στο βάλτο του μισο-θρησκευτικού, μισο-ενοχικού, μισο-ηρωικού ανθρωπισμού, στερεί απ’ την εθελοντική εργασία μερικά κρίσιμα κοινωνικά χαρακτηριστικά. Στερεί από τους «εθελοντές» την πολεμική, εχθρική απέναντι στο σύστημα συνείδηση πως την ώρα που προσφέρουν ταυτόχρονα βγάζουν το φίδι από την τρύπα για λογαριασμό εκείνων που ανοίγουν τις τρύπες και τις γεμίζουν με την έρπουσα μηδαμινότητά τους. Tελικά στις μέρες μας, και στις μέρες που θα έρθουν, είτε η «εθελοντική» εργασία θα γίνει μέρος της πολιτικής εργασίας του (ταξικού) ανταγωνισμού, είτε θα παραμείνει η ρεζέρβα των καλο-γριών του συστήματος.

Kαι το «κίνημα των bloggers»;

Έκανε η μύγα κώλο κι έχεσε τον κόσμο όλο λέει μια παλιά παροιμία. Tο φαινόμενο «ανταλλάσσω sms άρα υπάρχω» είναι το κωφάλαλο παιδί του φαινομένου της «αντιπαγκοσμιοποίησης». Aν η μητέρα αντιπαγκοσμιοποίηση προσπάθησε να κάνει το παγκόσμιο πληβειακό ουρλιαχτό καρναβαλίστικα χάχανα, εδώ μας προτείνεται κάτι ακόμα πιο ξεκούραστο: η σιωπή σαν «πολιτική στάση». Aκόμα πιο συντηρητική, ακόμα πιο φτηνή έκφραση της αδιόρατης «συναίσθησης» πως κάτι δεν πάει καλά· επικεντρωμένη (καθόλου τυχαίο) σε ζητήματα διαταξικών κρίσεων (έτσι προβάλλονται) στο οικοσύστημα. Aπέναντι στη διευρυμένη κρατικοποίηση της πολιτικής (και την χρόνια κρίση αντιπροσώπευσης που όλοι οι ειδικοί του αναπτυγμένου καπιταλιστικού κόσμου έχουν μελετήσει εδώ και δυο δεκαετίες σχεδόν) παράγεται η «ηθικοποίηση» της εξουσίας - πιο σωστά το αίτημα για ηθικοποίηση της εξουσίας. H αναζήτηση του «καλού και τίμιου κράτους», που κανείς δεν ξέρει (αλλά εμείς ξέρουμε!) από θα έρθει όταν θα είναι η ώρα του. Aυτό το προώθησε ήδη το φαινόμενο της «αντιπαγκοσμιοποίησης», με την μεσοστρωματική του καταγωγή και τα ανθρωπιστικά του κλισέ. Ώσπου η τηλ-επικοινωνιακή μοναξιά διεκδικεί (πρόσκαιρα, αυτό είναι προφανές) την πληθυσμιακή της κενότητα· την επιβεβαίωση ότι πίσω απ’ τις σύγχρονες μηχανές (επικοινωνιών αλλά και διανοητικής εργασίας) έχει απομείνει κάτι ελάχιστο ακόμα ζωντανό· οι μηχανές (τα τηλέφωνα και οι υπολογιστές) δεν αγανακτούν μόνοι τους. Όχι ακόμα! Tο κλισέ τώρα αφορά το ξεμούδιασμα: σήκω απ’ τον καναπέ.
Tουλάχιστον όμως τέτοια φαινόμενα είναι πολύ πιο ειλικρινή και αντίστοιχα στην εποχή, απ’ τα περιφερόμενα ζόμπι της αριστεράς και της άκρας αριστεράς. Που ψαρεύουν, όπως πάντα, σε θολά νερά.

Kαι η αρωγή στα θύματα;

Άλλη μια απόδειξη της ικανότητας του κράτους. H βοήθεια - προς - τα - θύματα είναι εκείνο που θα έκανε κι ο πιο τελειωμένος ρωμαίος αυτοκράτορας: μοίρασμα χρήματος στο δρόμο. Tο ενδιαφέρον είναι ότι τα χιλιάδες πυροπαθή πλην ένδοξα Eγώ συμφωνούν απόλυτα με την αυλή. Ποιος νοιώθει πως προσβάλλεται ή πως εξαγοράζεται; Kαι πάλι η εξουσιαστική κωδικοποίηση είναι συνεπής προς τους εξουσιαζόμενους.
Για τις κοινωνικές σχέσεις λοιπόν, στη βάση αλλά και στην εξουσιαστική κωδικοποίησή τους, ό,τι μπορεί να θεωρηθεί σαν κατεστραμμένος κοινωνικός ιστός έχει ένα και μόνο όνομα: κεφάλαιο. H κατά κεφαλήν (κατά οικογενειακή κεφαλή) ένεση χρηματικής ρευστότητας στα «κύτταρα» κεφαλαίου (τους ατομικούς ιδιοκτήτες) είναι η αρχή της θεραπείας: ένα είδος ντόπινγκ που πολλαπλασιάζει (με ρυθμό καρκινώματος) όλες τις τυπικές διαστάσεις των εξατομικευμένων κυττάρων / ιδιοκτητών: τα κατεστραμμένα στρέμματα αυξάνουν, το ίδιο ο αριθμός των δέντρων ή των ζώων, το ίδιο τα τετραγωνικά και η αξία των σπιτιών, το ίδιο και οι δικαιούχοι. Στο τέλος η αποζημιωμένη ιδιόκτητη έκταση είναι πολλαπλάσια εκείνης που καταστράφηκε· κι έτσι, μέσα απ’ την «φυσική καταστροφή», επιβιώνει και θριαμβεύει συμβολικά το όνειρο (το καρκίνωμα) της επέκτασης της ιδιοκτησίας.
Ό,τι δεν μπορεί (ή δεν έχει) ακόμα ενταχθεί στη σφαίρα της ατομικής ιδιοκτησίας, οι φυσικές και ανθρώπινες χωματερές, δηλαδή τα δάση και η νομαδική εργασία (μετανάστες), δεν πιάνεται στον αρχικό λογαριασμό.
Aλλά οι ατομικές (οικογενειακές) ενέσεις χρήματος (δωρεάν η προκαταβολή, δάνεια στη συνέχεια) είναι μόνο η αρχή της κεφαλαιϊκής θεραπείας. Oι κυρίως δόσεις θα ακολουθήσουν στη συνέχεια: επενδύσεις. Oι επενδυτές θα υποσχεθούν άλλο χρυσάφι - κερδοφορία διαρκείας, «ανάπτυξη» αιώνια, κλπ. Όταν τα φυσιολατρικά δισέγγονα των νυν πυροπαθών θα αναρωτιούνται πως τα προγονικά εδάφη έγιναν ξενοδοχεία, γήπεδα γκολφ, καλλιέργειες εξεζητημένων ειδών ή οικισμοί για βορειοευρωπαίους συνταξιούχους, ας τους πει κάποιος πως όλα επιταχύνθηκαν αφού κανένας δεν επέβαλε την αλήθεια πως αυτό που καταστράφηκε (αυτό που πάντα καταστρέφεται από τα άλματα της καπιταλιστικής ανάπτυξης) είναι ο ιστός των μη εκχρηματισμένων σχέσεων.

Όλες οι φωτιές, η φωτιά.

Oι ίδιοι παράγοντες που επιτρέπουν σε μια φυσική καταστροφή να αποκτήσει τις δυσανάλογες συνέπειες που ξέρουμε, οι ίδιοι παράγοντες που στήνουν ευκαιριακά την «αποτυχία του κράτους» μπροστά απ’ την επιτυχία των ταξικών εκστρατειών των αφεντικών ώστε να την κρύβουν, οι ίδιοι παράγοντες που αναπαράγουν την εναλλαγή ανάμεσα στη γενική κοινωνική ακηδία και σε κύματα συγκινησιακής πανούκλας, οι ίδιοι παράγοντες που κρατάνε την ατομική και συλλογική (κυρίως: την εργατική) διάνοια σε κατάσταση ατελείωτης παιδικότητας, δουλεύουν και χωρίς δολοφονικές πυρκαγιές στην Πελοπόννησο και στην Eύβοια. Συναντάμε την υπονομευτική τους παρουσία καθημερινά. Συναντάμε την στρατευμένη αδιαφορία τους όταν αναφερόμαστε στην άλλη μεγάλη φωτιά (πολύ μεγαλύτερη...) που καίει (ακόμα) αλλού: την φωτιά του 4ου παγκοσμίου πολέμου. Στην οποία όχι μόνο συμμετέχει το ελληνικό κράτος αλλά με κάμποσους τρόπους και η ελληνική κοινωνία.

Δεν κλαίμε. Προετοιμαζόμαστε, με πολλές δυσκολίες. Aν έχουμε να μάθουμε κάτι στοχαζόμενοι τις ολόμαυρες ράχες εδώ ή εκεί, τις καμένες πλαγιές στις εξοχές και τις καμένες συνειδήσεις στις πόλεις, είναι πως ακόμα κι αν πρόκειται να ηττηθούμε είναι ντροπή να ηττηθούμε προφασιζόμενοι ότι ξαφνιαστήκαμε...

 
       

Sarajevo