sarajevo

μια εποχή στην κόλαση

...
Οι Πιντούπι ήταν η τελευταία “άγρια φυλή” που είχαν μεταφέρει οι λευκοί από τη Δυτική Έρημο για να της γνωρίσουν τον πολιτισμό τους. Μέχρι τα τέλη της δεκαετίας του 1950, οι Πιντούπι εξακολουθούσαν να κυνηγούν γυμνοί και να ψάχνουν για την τροφή τους στους αμμόλοφους, όπως κυνηγούσαν το λιγότερο εδώ και δέκα χιλιάδες χρόνια.
Ήταν ένας ανέμελος και ανοιχτόμυαλος λαός, που δεν είχε κλίση στις άγριες ιεροτελεστίες μύησης των περισσότερων καθιστικών φυλών. Οι άντρες κυνηγούσαν καγκουρώ και εμού. Οι γυναίκες μάζευαν σπόρους και ρίζες και φαγώσιμες κάμπιες. Τον χειμώνα βρίσκανε καταφύγιο πίσω απ’ τους φράκτες που σχηματίζανε τα σπίνιφεξ και δεν έμεναν ποτέ δίχως νερό, ακόμα κι όταν έσκαγε ο τζίτζικας. Τίποτα δεν είχε μεγαλύτερη αξία γι’ αυτούς από ένα ζευγάρι γερά πόδια, και ολοένα γελούσαν. Οι ελάχιστοι λευκοί που είχαν ταξιδέψει μαζί τους έμεναν έκπληκτοι όταν ανακάλυπταν πως τα μωρά τους ήταν γερά και στρουμπουλά.

Η κυβέρνηση, όμως, είχε τη γνώμη ότι οι Άνθρωποι της Λίθινης Εποχής έπρεπε να σωθούν - για χάρη του Χριστού, αν μη τι άλλο. Εκτός απ’ αυτό, η Δυτική Έρημος τους χρειαζόταν για κάποιες μεταλλευτικές επιχειρήσεις, ενδεχομένως και για πυρηνικές δοκιμές. Βγάλανε, λοιπόν, τη διαταγή να συγκεντρωθούν οι Πιντούπι με φορτηγά του στρατού και να εγκατασταθούν σε κυβερνητικούς σταθμούς. Πολλοί στάλθηκαν στο Ποπάντζι, έναν κατακυλισμό στα δυτικά του Άλις Σπρινγκς, όπου πέθαιναν από επιδημίες, καυγάδιζαν με τους άντρες των άλλων φυλών, το ‘ριχναν στο ποτό και μαχαιρωνόντουσαν.

Ακόμα και στην αιχμαλωσία οι μητέρες Πιντούπι, όπως όλες οι καλές μητέρες σ’ όλα τα μέρη της Γης, λένε στα παιδιά τους ιστορίες για την προέλευση των ζώων: Πώς απέκτησε τ’ αγκάθια της η Έχιδνα... Γιατί δεν μπορεί να πετάξει το Εμού... Γιατί το Κοράκι έχει μαύρο γυαλιστερό χρώμα... Η ιθαγενής μητέρα κάνει πάνω στην άμμο σχέδια για να εικονογραφήσει τις περιπλανήσεις των ηρώων κατά την Εποχή των Ονείρων.
Λέει το μύθο της με γοργό και κοφτό ρυθμό και, ταυτόχρονα, χαράζει τα “ίχνη” του Προγόνου σέρνοντας τα δυο της δάκτυλα, το ένα μετά το άλλο, σε μια διπλή γραμμή πάνω στο χώμα. Σβήνει την κάθε σκηνή με την παλάμη της και, στο τέλος, φτιάχνει έναν κύκλο και μια γραμμή να περνάει από μέσα του - κάτι σαν το κεφαλαίο Q.
Αυτός σημειώνει το σημείο όπου ο Πρόγονος, εξαντημένος από τους μόχθους της Δημιουργίας, “μπήκε πάλι μέσα”.
Οι ζωγραφιές που φτιάχνουν πάνω στην άμμο για τα παιδιά, δεν είναι παρά σκίτσα ή “ελεύθερες εκδοχές” των πραγματικών ζωγραφιών που απεικονίζουν τους πραγματικούς Προγόνους. Αυτές φτιάχνονται μόνο σε μυστικές τελετές και μπορούν να τις δουν μόνο οι μυημένοι. Παρόλα αυτά, μέσα από τα “σκίτσα” είναι που μαθαίνουν τα μικρά παιδιά να προσανατολίζονται στη γη τους, τη μυθολογία και τις πηγές της.
...

Μπρους Τσάτουιν Τα μονοπάτια των τραγουδιών

κορυφή