Cyborg
Cyborg #06 - 06/2016

#06 - 06/2016

“free” as in “free software”:
για το κέρδος και την υπεραξία

Ένα ερώτημα που μπορεί να προκύψει εδώ είναι το πώς στο καλό τελικά κερδοφορούν και αναπτύσσονται αυτές οι εταιρίες; Το επιχειρηματικό παράδειγμα της Microsoft είναι πιο ξεκάθαρο. Τα βασικά της προϊόντα προστατεύονται από άδειες copyright οπότε, καθώς κρατάει μυστική τη συνταγή, μπορεί να δημιουργεί στην αγορά συνθήκες μονοπωλίου, ενώ μπορεί να παρέχει συνοδευτικά και υπηρεσίες υποστήριξης. Επιπλέον, εφόσον ο κώδικας του λογισμικού της είναι ιδιόκτητος, μπορεί να εμφανίζει κέρδη νοικιάζοντας δικαιώματα σε τρίτους.
Στην περίπτωση του λογισμικού ανοιχτού κώδικα μια εταιρία μπορεί βέβαια να πουλήσει το λογισμικό σαν προϊόν. Ακόμα, ανάλογα με την άδεια που συνοδεύει τον κώδικά, το  μελλοντικό “κλείσιμό” του από την ίδια ή μια άλλη εταιρία μπορεί να επιτρέπεται να συμβεί ή να απαγορεύεται. Σε κάθε περίπτωση, ο κώδικας μπορεί να χρησιμοποιηθεί από την τελευταία ανοιχτή του εκδοχή θεωρητικά από οποιαδήποτε κοινότητα προγραμματιστών. [15O σχηματισμός τέτοιων “κοινοτήτων” πολλές φορές προκύπτει από τους ίδιους τους προγραμματιστές μια εταιρίας σαν αντίδραση, όταν αυτή προσπαθεί να “κλείσει” με copyright τον κώδικα του λογισμικού. Τις περισσότερες φορές συνοδεύεται από σύσταση “μη κερδοσκοπικών οργανισμών” οι οποίοι συχνά σπονσοράρονται από ανταγωνιστές της πρώτης εταιρίας. Για περισσότερες πληροφορίες και παραδείγματα σχετικά με τέτοιες περιπτώσεις: Birkinbine, Benjamin J.. Conflict in the Commons: Towards a Political Economy of Corporate Involvement in Free and Open Source Software. The Political Economy of Communication, [S.l.], v. 2, n. 2, feb. 2015. Διαθέσιμο στο: http://www.polecom.org/index.php/polecom/article/view/35.]

linux

Τα στοιχεία αφορούν την ανάπτυξη του πυρήνα του λειτουργικού συστήματος Linux για το έτος 2015. Ο ρυθμός ανάπτυξης αναφέρεται ως ο ταχύτερος μέχρι εκείνη τη στιγμή.
H παραγωγικότητα της εργασίας εξακολουθεί να αυξάνεται με φρενήρεις ρυθμούς, οι developers που συνεισφέρουν αυξάνονται, ενώ οι μεγάλες εταιρίες (το Top 15 φαίνεται στο τέλος του info-γραφήματος) έχουν μπει εδώ και χρόνια για τα καλά στο παιχνίδι της ανάπτυξης της κορωνίδας του open-source.
Η συμμετοχή υπαλλήλων εταιριών, σύμφωνα με τα πιο αναλυτικά στοιχεία που δίνει το Linux Foundation στην ιστοσελίδα του, για το 2008 ξεπερνάει το 70% (το μεγαλύτερο μέρος του οποίου αποδίδεται στις “Top” εταιρίες), το 13,9% φέρονται ως άσχετοι με κάποια εταιρία (πιθανώς εθελοντές), ενώ το 12,9% των contributors είναι άγνωστης συσχέτισης με κάποια εταιρία ή οργανισμό.
Τα αντίστοιχα νούμερα για το 2015 είναι περισσότερο από 80% για υπαλλήλους εταιριών, 12,4% για αυτούς που δεν πληρώνονται επί τούτου από κάποια εταιρία, ενώ οι άγνωστης προέλευσης είναι στο 4%.

Αυτό σημαίνει ότι αν κάποια εταιρία, που ανταγωνίζεται την πρώτη, μπορεί να πάρει με το μέρος της ένα ικανό κομμάτι της κοινότητας και αποφασίσει να διαθέσει τόσο τον κώδικα όσο και το λογισμικό δωρεάν η αξία του προϊόντος λογισμικού της αρχικής εταιρίας υποβαθμίζεται. Λόγω αυτής της ιδιαιτερότητας του ανταγωνισμού μεταξύ τέτοιων εταιριών, οι περισσότερες από αυτές οφείλουν την κερδοφορία τους στην παροχή υπηρεσιών που συνοδεύουν την πώληση του προϊόντος. Επιδιορθωτές (bug-fixers), συντηρητές (maintainers), προγραμματιστές (developers), διαχειριστές συστημάτων (system administrators) αλλά και τηλεφωνικά κέντρα πωλήσεων και παροχής τεχνικής υποστήριξης που στήνονται είτε από την ίδια την εταιρία είτε σαν υπεργολαβία της συμβάλλουν ώστε να παρέχεται η just-in-time αναβάθμιση, υποστήριξη και προώθηση των προϊόντων λογισμικού. Η δωρεάν εθελοντική εργασία των κοινοτήτων συνδυάζεται με τη μισθωτή εργασία και τις πιο “παραδοσιακές” μεθόδους εκμετάλλευσης της μισθωτής εργασίας, όπου το ύψος των μισθών καθορίζεται ανάλογα με τη χώρα που είναι στημένα κάθε φορά τα γραφεία της εταιρίας.
Χαρακτηριστικό είναι το παράδειγμα της Red Hat, μια από τις μεγαλύτερες εταιρίες του είδους, που εμπορεύεται κυρίως πακέτα open source λογισμικού, με κεντρικό προϊoν το λειτουργικό σύστημα Red Hat Enterprise Linux (RHEL) και τις υπηρεσίες υποστήριξης γύρω από αυτό. [16Η Red Hat, πιθανώς άγνωστη στους οικιακούς χρήστες PC, κατέχει σημαντικό μερίδιο στην αγορά των λειτουργικών συστημάτων για servers.] Η Red Hat αφενός υποστηρίζει και στηρίζεται στην κοινότητα της Linux διανομής Fedora, που διανέμεται δωρεάν. Οι συμμετέχοντες στην κοινότητα υπογράφουν μια συμφωνία (Fedora Project Contributor Agreement) με την οποία καθορίζονται οι τύποι των αδειών πνευματικής ιδιοκτησίας που μπορούν να εφαρμοστούν στις συνεισφορές τους. Με αυτόν τον τρόπο μπορούν να δοκιμάζονται και να αξιολογούνται νέα χαρακτηριστικά, να αναφέρονται και να επιλύονται τα όποια προβλήματα, από το σύνολο αυτής της κοινότητας αλλά και των χρηστών της Fedora, πριν αυτά ελεγχθούν από το έμμισθο προσωπικό και ενσωματωθούν σε μια μελλοντική έκδοση του τελικού εμπορικού προϊόντος της Red Hat.
Παράλληλα, επειδή ο κώδικας κάθε νέας έκδοσης του εμπορικού λειτουργικού συστήματος RHEL υποχρεωτικά ανακοινώνεται δημόσια, λόγω των copy-left αδειών που συνοδεύουν τα επιμέρους στοιχεία του, μπορούν να προκύψουν δωρεάν εκδοχές του ίδιου του εμπορικού λογισμικού. Ένα τέτοιο παράδειγμα είναι η Linux διανομή CentOS. Η εταιρία Red Hat όχι μόνο δεν ενοχλείται από την ύπαρξη μιας δωρεάν διανομής που είναι πανομοιότυπη με το εμπορικό προϊόν της αλλά αντίθετα, το 2014, ενσωμάτωσε στους κόλπους της τους βασικότερους συντελεστές αυτής της διανομής και υποστηρίζει πλέον η ίδια την ταχύτατη - και πάντα δωρεάν - κυκλοφορία της, που συνοδεύει κάθε νέα έκδοση του εμπορικού λειτουργικού της συστήματος. Με αυτόν τον τρόπο ελέγχει δύο εκδοχές του ίδιου λειτουργικού συστήματος· μία που συνοδεύεται από παροχή υπηρεσιών υποστήριξης με χρηματική συνδρομή (RHEL) και μια δεύτερη, σχεδόν πανομοιότυπη με την πρώτη, αλλά χωρίς την παροχή υπηρεσιών υποστήριξης (CentOS).

Η δεύτερη, καθώς διανέμεται δωρεάν, διαθέτει ευρεία κοινότητα χρηστών και “εθελοντών” οι  οποίοι συνεισφέρουν με τη σειρά τους στη βελτίωση του προϊόντος. Εν μέσω της “κοινότητας χρηστών” πολλοί είναι υπάλληλοι εταιριών, οι οποίες προτιμούν να αποφύγουν τη συνδρομή για την απόκτηση του εμπορικού προϊόντος και αναθέτουν την επίλυση τυχόν προβλημάτων, αν και όποτε προκύψουν, ή την εφαρμογή βελτιώσεων, όταν χρειάζεται, στους υπαλλήλους τους οι οποίοι παροτρύνονται να συμμετέχουν στην αντίστοιχη κοινότητα (όπου συμμετέχουν κι άλλοι σαν αυτούς, από άλλες εταιρίες-”πελάτες”). Με αυτόν τον τρόπο, η Red Hat κερδίζει σε βελτίωση του προϊόντος, καθώς η κοινότητα που εκμεταλλεύεται μπορεί πλέον να περιλαμβάνει και υπαλλήλους (με αρκετά εξειδικευμένες γνώσεις) άλλων εταιριών-”πελατών”, παρότι φαινομενικά χάνει από τις πωλήσεις. Από την άλλη μεριά, η εταιρία-”πελάτης” υιοθετεί ένα μοντέλο έντασης εργασίας, όπου η “επίλυση ενός προβλήματος” συνήθως αποτελεί μια κλασική, πιθανώς απλήρωτη, υπερωρία, ενώ ταυτόχρονα εκμεταλλεύεται και αυτή ένα μερίδιό της “δωρεάν” εργασίας, αξιοποιώντας τις τρομερά παραγωγικές δυνατότητες της συλλογικής εργασίας των κοινοτήτων μέσα στις οποίες επιλύονται τα όποια προβλήματα.

Τι συμβαίνει όμως όταν εταιρίες όπως η Red Hat ανταγωνίζονται στην ίδια αγορά εταιρίες όπως η Microsoft; Στην περίπτωση του λογισμικού όπου το μεγαλύτερο μέρος του κόστους παραγωγής είναι οι μισθοί, η μέση τιμή του τελικού προϊόντος καθορίζεται σε μεγάλο βαθμό από τον μέσο όρο των μισθών στο σύνολο του τομέα παραγωγής. Επομένως, μια εταιρία που θα επιστρατεύσει μια καινοτομία που θα μειώσει θεαματικά το κόστος παραγωγής, στην περίπτωση μας τους μισθούς, θα αυξήσει θεαματικά τα κέρδη της, τις τιμές των μετοχών της κλπ. Με αυτόν τον τρόπο η υπεραξία που θα λάβει η εταιρία που θα εφαρμόσει μια τέτοια καινοτομία οφείλεται και στην ύπαρξη ενός ικανού αριθμού άλλων ανταγωνιστικών εταιριών που δεν έχουν ακόμα υιοθετήσει μια ανάλογη καινοτομία που θα μειώσει και για αυτές το κόστος παραγωγής. Στo παράδειγμα μας, η καινοτομία της Red Hat απέναντι στη Microsoft είναι η επιστράτευση μεγάλων ποσοτήτων φτηνής ή και δωρεάν εργασίας η οποία επιπλέον, λόγω της κοινωνικότητας της αποδεικνύεται και υπερ-παραγωγική σε σχέση με τα κλασικά εταιρικά μοντέλα, παράγοντας πολλές φορές ανώτερης ποιότητας προϊόντα. [17Τα τραπέζια του μπιλιάρδου και του πινγκ-πονγκ, τα γυμναστήρια, οι χώροι ανάπαυσης και συναναστροφής στα campus των μεγάλων 'κλασικών' εταιριών πληροφορικής αφενός έχουν σαν σκοπό την επέκταση του χρόνου της εργάσιμης ημέρας. Αφετέρου προσπαθούν να προσομοιώσουν συνθήκες “κοινότητας” (μήπως και...), αλλά αυτά δεν φαίνεται να αρκούν σαν “καινοτομίες”. Ο μέσος όρος των μισθών στις εταιρίες αυτές παραμένει σχετικά υψηλός, ενώ το μερίδιο τους στην αγορά μειώνεται. Ίσως αυτός να είναι ο λόγος που ακόμα και η Microsoft στρέφεται καθυστερημένα μεν, αλλά ολοένα και πιο δυναμικά προς το open source• παρόλο που o ίδιος ο Bill Gates είχε κατηγορήσει, μόλις το 2005, σε συνέντευξή του, τις open source κοινότητες ως μια “νέα επικίνδυνη μορφή κομμουνισμού”(!)] Με άλλα λόγια η διατήρηση και η αύξηση του κέρδους από την υπεραξία για τις εταιρίες που παράγουν και εμπορεύονται λογισμικό ανοιχτού κώδικα οφείλεται στη συνύπαρξη εντός της ίδιας αγοράς του χαμηλού μέσου όρου των μισθών στο εσωτερικό τους (εξαιτίας της εκμετάλλευσης της εργασίας των κοινοτήτων) με τον υψηλό μέσο όρο των μισθών σε ανταγωνιστικές εταιρίες. Η “καινοτομία” εδώ, που εννοούμενη απλά σαν τέτοια αποκρύπτει την εκμετάλλευση της εργασίας, ονομάζεται  crowdsourcing. Η σύνθεση ενός τέτοιου crowd δεν είναι μονοδιάστατη. Δεν πρόκειται απλά για κάποια geeks.

it pays to be open

Διαφήμιση της Sun Microsystems για τον ετήσιο τζίρο του 1 δις δολαρίων που πέτυχε το 1988 (η αρχή του διαγράμματος είναι το 1983, με έτος ίδρυσης της εταιρίας το 1982). Η εταιρία αποδίδει - όχι άδικα - την επιτυχία της στην υιοθέτηση “ανοιχτών συστημάτων και προτύπων”. Έκτοτε φρόντισε να χτίσει καλές σχέσεις με τις κοινότητες open source και free software, προκειμένου να σχηματιστεί και η ίδια μια κοινότητα που θα δουλεύει για αυτήν. Το 1987, παράλληλα με το ιδιόκτητο λειτουργικό σύστημα Solaris (που περιείχε, με χρήση ειδικής άδειας πνευματικών δικαιωμάτων, τόσο “ανοιχτό” όσο και “κλειστό κώδικα”) η εταιρία εξέδωσε και μια open-source εκδοχή του (που δεν περιείχε καθόλου τα “κλειστά” κομμάτια του), με την ονομασία OpenSolaris. Παρόμοιες στρατηγικές εφάρμοσε και για άλλα προϊόντα λογισμικού της. Παράλληλα, με το που σχηματίστηκε η κοινότητα, εφάρμοσε και ένα δημοκρατικό μοντέλο λήψης αποφάσεων για την πορεία του project, που περιελάμβανε ένα συμβούλιο με μέλη 2 υπαλλήλους της, 2 εκλεγμένα μέλη από την κοινότητα και ένα μέλος της κοινότητας ορισμένο από την εταιρία. Οι σκοποί της εταιρίας για τη χρησιμοποίηση της κοινότητας ήταν ξεκάθαροι, και αυτή η διαφάνεια των σκοπών γινόταν λίγο-πολύ σεβαστή. Μεταφράζουμε από την ετήσια αναφορά της εταιρίας, το 2009, 22 χρόνια μετά: “Οι open source πρωτοβουλίες μας στοχεύουν στην αύξηση της συμμετοχής στη σχεδίαση του software και του hardware... Χτίζουμε σχέσεις με αυτές τις κοινότητες των developers για να τονώσουμε τη ζήτηση για τα εμπορικά προϊόντα και τις υπηρεσίες μας.”
Ένα χρόνο μετά, το 2010, η Sun εξαγοράστηκε από την Oracle, η οποία σε διάφορες περιπτώσεις επιχείρησε να σταματήσει τα παιχνίδια με το open source• άλλωστε το λειτουργικό σύστημα Solaris είχε ήδη υποσκελιστεί από το GNU/Linux. Μπορείτε να το φανταστείτε: Πανικός στις κοινότητες!

Σημειώσεις

15 - O σχηματισμός τέτοιων “κοινοτήτων” πολλές φορές προκύπτει από τους ίδιους τους προγραμματιστές μια εταιρίας σαν αντίδραση, όταν αυτή προσπαθεί να “κλείσει” με copyright τον κώδικα του λογισμικού. Τις περισσότερες φορές συνοδεύεται από σύσταση “μη κερδοσκοπικών οργανισμών” οι οποίοι συχνά σπονσοράρονται από ανταγωνιστές της πρώτης εταιρίας. Για περισσότερες πληροφορίες και παραδείγματα σχετικά με τέτοιες περιπτώσεις: Birkinbine, Benjamin J.. Conflict in the Commons: Towards a Political Economy of Corporate Involvement in Free and Open Source Software. The Political Economy of Communication, [S.l.], v. 2, n. 2, feb. 2015.
Διαθέσιμο στο: http://www.polecom.org/index.php/polecom/article/view/35
[ επιστροφή ]

16 - Η Red Hat, πιθανώς άγνωστη στους οικιακούς χρήστες PC, κατέχει σημαντικό μερίδιο στην αγορά των λειτουργικών συστημάτων για servers.
[ επιστροφή ]

17 - Τα τραπέζια του μπιλιάρδου και του πινγκ-πονγκ, τα γυμναστήρια, οι χώροι ανάπαυσης και συναναστροφής στα campus των μεγάλων 'κλασικών' εταιριών πληροφορικής αφενός έχουν σαν σκοπό την επέκταση του χρόνου της εργάσιμης ημέρας. Αφετέρου προσπαθούν να προσομοιώσουν συνθήκες “κοινότητας” (μήπως και...), αλλά αυτά δεν φαίνεται να αρκούν σαν “καινοτομίες”. Ο μέσος όρος των μισθών στις εταιρίες αυτές παραμένει σχετικά υψηλός, ενώ το μερίδιο τους στην αγορά μειώνεται. Ίσως αυτός να είναι ο λόγος που ακόμα και η Microsoft στρέφεται καθυστερημένα μεν, αλλά ολοένα και πιο δυναμικά προς το open source· παρόλο που o ίδιος ο Bill Gates είχε κατηγορήσει, μόλις το 2005, σε συνέντευξή του, τις open source κοινότητες ως μια “νέα επικίνδυνη μορφή κομμουνισμού”(!)
[ επιστροφή ]

κορυφή