Sarajevo
 

 

 

 

Sarajevo 78 - 11/2013

 

κοινοβουλευτισμός, εξουσία, κράτος

Μπορεί ένα αμιγώς εργατικό αίτημα να οδηγήσει στην πτώση μιας κυβέρνησης; Αυτή ήταν, σε γενικές γραμμές, η ερώτηση που έκανε ένας φίλος του Sarajevo κάπου στα μέσα του 2011. Στο φόντο της ερώτησης βρίσκονταν τότε απ’ τη μια μεριά η δημιουργία της συνέλευσης του πλάνου 30/900 κι απ’ την άλλη ο “κάτω η κυβέρνηση” προσανατολισμός της πολιτικής αγοράς.
Ένα τέτοιο ερώτημα θα μπορούσε να απαντηθεί (ή να διερευνηθεί) σε οποιεσδήποτε συνθήκες· εκτός απ’ την συγκεκριμένη, στην ελλάδα της (διαχείρισης της) κρίσης. Ο κυβερνητισμός (ακόμα και φευτοαντεστραμμένος, σαν “κάτω η τάδε κυβέρνηση”) έγινε εύκολα το μισό της ελληνικής μονομανίας (το άλλο μισό αφορά την Μέρκελ, τον Σόιμπλε, τους “γερμανούς”, την “κατοχή” κλπ) από πολύ νωρίς: από εκείνη την 5η Μάη του 2010, που την θεωρούμε  ημερομηνία μιας οργανωμένης (και πετυχημένης) προβοκάτσιας ολκής, κι όχι μόνο εξαιτίας του εμπρησμού του υποκαταστήματος της Marfin. Το να δεχθούμε (σα Sarajevo) τον εκβιασμό ότι το ζητούμενο είναι μια “σωστή” (“όχι προδοτική”, “εθνικά ακέραιη”...) κυβέρνηση, και τότε και τώρα, θα ήταν σα να αποδεχόμαστε τις πιο παρανοϊκές (και μικροαστικές) φαντασιώσεις περί καπιταλισμού και κράτους· άλλοτε εκφρασμένες ωμά (και ακροδεξιά) και άλλοτε μασκαρεμένες (έως και σαν “λενινισμός”...)· θα ήταν σα να ξεχνάμε ότι το 95% της τωρινής “διαχείρισης της κρίσης” διατυπωνόταν σαν αιτήματα των ντόπιων αφεντικών από πολλά χρόνια νωρίτερα· θα ήταν σα να ξεχνάμε ότι το πρώτο και σημαντικότερο καθήκον μας, σαν αυτόνομων εργατών, μέσα σε μια τέτοια κρίση, είναι η όξυνση του προλεταριακού ανταγωνισμού στη βάση, και όχι η υποτιθέμενη “έκφραση” του στην “κορυφή”.
Ωστόσο το ζήτημα του κυβερνητισμού (και ειδικά των αριστερών εκδοχών του) έμεινε για το Sarajevo από τότε σαν ένα “ερώτημα” που χρειάζεται απάντηση. Κατά καιρούς έχει διατρέξει τη θεματολογία αυτών εδώ των σελίδων, αλλά πάντα με συγκεκριμένες αφορμές.
Η αναφορά που ακολουθεί (και άλλες που ελπίζουμε να ξεδιπλώσουμε σε επόμενα τεύχη) έχει τη φιλοδοξία να αντιμετωπίσει κάπως πιο θεωρητικά την γοητεία της “σωστής κυβέρνησης” (με ή και χωρίς εκλογές - το δεύτερο για κάποιους “πατριώτες” της δεξιάς...) και να αναμετρηθεί με βασικές πλευρές της τρέχουσας μυστικοποίησης του κράτους και των λειτουργιών του. Εν τέλει φιλοδοξούμε να εκθέσουμε μια γκάμα επιχειρημάτων που να δείχνουν (το “να αποδεικνύουν” θα ήταν προτιμότερο...) ότι μόνο η αυτόνομα οργανωμένη και προσανατολισμένη εργατική αντι-εξουσία μπορεί να παράξει άξια λόγου αποτελέσματα ενάντια στη διαχείριση της κρίσης απ’ τα αφεντικά και προς όφελός τους. Και καμία “αριστερή” ή/και “ανατρεπτική” κυβέρνηση...
Αυτό θέλουμε. Χωρίς αυταπάτες: πρακτικά ΔΕΝ υπάρχει (ακόμα;) στο απαραίτητο κρίσιμο μέγεθος εκείνο το υποκείμενο, εκείνος ο αριθμός σύγχρονων εργατών και εργατριών που να είναι σε θέση να αναλάβουν (ή/και να αξιοποιήσουν) ζητήματα θεωρητικής κριτικής, οδηγώντας τα στις πρακτικές τους συνέπειες. Είναι άλλωστε ερώτημα το πόσοι / πόσες μπορούν (και θέλουν) ακόμα να διαβάζουν· να διαβάζουν στ’ αλήθεια, κι όχι να χαζεύουν τυπωμένες σελίδες μέχρι να χέσουν ή να αποκοιμηθούν.
Όμως όσο περιορισμένο (ή ακόμα και μάταιο) να είναι, το Sarajevo είναι περιοδικό, και μέσω αυτού δεν μπορούμε (κι ούτε άλλωστε θέλουμε) να “γίνουμε μόδα”.

Ήταν στα τέλη του 1984 όταν το αθηναϊκό πολιτικό περιοδικό με τίτλο το κοινωνικό κίνημα, στο δεύτερο τεύχος του, παρουσίασε μια σειρά άρθρων του Claus Offe με γενικό τίτλο ακυβερνησία και αλλαγή των δημοκρατιών, γραμμένων μεταξύ 1980 και 1984. [1] Σαραντάρης ο βερολινέζος κοινωνιολόγος Offe, ένας απ’ τους μαθητές του Habermas, εξέθετε μια σειρά προβλημάτων της τότε “μορφής / κράτος” υποστηρίζοντας έμμεσα μια “σοσιαλ-εναλλακτική” έξοδο. Το εναλλακτικό / οικολογικό κίνημα ήταν (στη γερμανία και στη βόρεια / κεντρική ευρώπη) στις πρώτες φάσεις μιας γρήγορης μεγέθυνσης / ριζοσπαστικοποίησης· ωστόσο μπορούσε κι αυτό να αναλυθεί σαν ένας αξιόπιστος δείκτης σοβαρών αλλαγών στην πρακτική εννόηση του “πολιτικού” στις τότε αναπτυγμένες καπιταλιστικές κοινωνίες.
Όμως αυτό που βρήκαμε ενδιαφέρον, χρήσιμο και αναδημοσιεύσιμο σήμερα, είναι η παρουσίαση (απ’ τον Offe) πριν μια 30αριά χρόνια, ορισμένων πλευρών του μετασχηματισμού του “κυβερνάν”. Τόσο πίσω χρονικά, και όχι φυσικά (τουλάχιστον τότε...) στο ελλαδιστάν. Κι ωστόσο, μια έστω σύντομη διεθνής γενεαλογία τέτοιου είδους μετασχηματισμών (σύντομη όσο τα αποσπάσματα που αναδημοσιεύουμε) είναι απαραίτητη - μπας και γίνει κατανοητό τι υποστηρίζουμε, εδώ, σήμερα.

...
Ένας από τους όρους που είναι της μόδας μεταξύ των πολιτικών θεωρητικών και σχολιαστών, ειδικά στη Μ. Βρετανία, είναι ο όρος “ακυβερνησία”. Τα γνωρίσματά του συνίστανται στις “αυξανόμενες προσδοκίες” από τη μια μεριά ομάδων και κομμάτων με ανταγωνιστικά συμφέροντα, που διαδίδονται από τα μέσα επικοινωνίας· μια υπερφόρτωση κατά συνέπεια, για τις κρατικές γραφειοκρατίες, οι οποίες προσκρούοντας στα όρια της δημοσιο-οικονομικής πολιτικής, αποδεικνύονται ανίκανες να ικανοποιήσουν αυτές τις προσδοκίες· μια ρήξη της autorita της κυβέρνησης. Autorita που, αντιθέτως, θα είναι περιζήτηση για μια σταθερή αντίσταση στην αναπαραγωγή των αιτημάτων· ένα αυξανόμενο επίπεδο που χαρακτηρίζεται από έλλειψη εμπιστοσύνης, υποψία, εξαπάτηση μεταξύ των πολιτών στις στάσεις και στις συμπεριφορές τους απέναντι στο κράτος· μια έρπουσα παράλυση του θεμελίου της οικονομικής σταθερότητας και της δυνατότητας για ανάπτυξη.
...
Όλο αυτό σημαίνει πως η δυνατότητα των θεσμών στα δημοκρατικά καθεστώτα να γεννούν συγκρούσεις ξεπερνά κατά πολύ την ικανότητά τους να λύνουν συγκρούσεις. Εξ αυτού έπεται πως το κράτος γίνεται όλο και πιο ανίκανο να συμφιλιώσει τα αιτήματα μεταξύ τους που μεταδίδονται μέσω των δημοκρατικών θεσμών και τις απαιτήσεις μιας εθνικής και παγκόσμιας οικονομίας. Προβλέπεται ότι συμπτώματα αποσύνθεσης, ρήξης, χάους θα αυξηθούν δραματικά στο προσεχές μέλλον.
Αυτές οι ανησυχητικές διαγνώσεις υποδεικνύουν τον ίδιο καιρό μια αιτία και μια θεραπεία. Η αιτία συγκεκριμενοποιείται στο αίτημα για αύξηση των μισθών, και ιδιαίτερα για αύξηση των καταναλωτικών αγαθών, χαρακτηριστικό των εργαζόμενων τάξεων και των οργανώσεών τους. Η θεραπεία, αν και αρθρώνεται πολύ λιγότερο καθαρά, θα συνίσταται σε μια κάποια μορφή ενδυνάμωσης της πειθαρχίας, εκμοντερνοποίηση, αυτοπεριορισμό, είτε με τη μετατροπή των θεσμών και των πολιτικών πρακτικών (π.χ. πολιτική των εισοδημάτων) είτε με την τροποποίηση των πολιτιστικών κανόνων όπως μεταδίδονται από το εκπαιδευτικό σύστημα και τα μαζικά μέσα επικοινωνίας.
...
Από το άλλο μέρος του πολιτικού φάσματος συναντάμε μια εντελώς διαφορετική διάγνωση. Η άποψη της αριστεράς είναι πως η ένταση και η οικονομική αστάθεια, έτσι όπως εκδηλώνονται στα δυτικά καπιταλιστικά έθνη από το δεύτερο μισό των χρόνων του ‘70 και δώθε, εκβάλλει σ’ ένα χώρο πολιτικής σύγκρουσης που έχει συσταλθεί ώστε να είναι ευπρόσδεκτος από μια πολιτική δημοκρατία, κι ενίοτε σ’ ένα αυταρχικό μετασχηματισμό των δημοκρατικών καθεστώτων που χαρακτηρίζεται από μια κατασταλτική πολιτική ευρύτατης κλίμακας. Οι τάσεις αυτές μπορούν, τουλάχιστον εν μέρει, να συνδεθούν με το αυξανόμενο βάρος της δύναμης της αρνησικυρίας του κεφάλαιου, ειδικά του πολυεθνικού, σε συνθήκες οικονομικής αστάθειας και χαμηλού επιπέδου ανάπτυξης.
Οι οικονομικές επιταγές που στις συνθήκες αυτές επιβάλλονται στις κυβερνήσεις, επιτρέπουν την επιβολή μεγαλύτερων περιορισμών σε εκείνες τις πολιτικές δυνάμεις των οποίων η ελεύθερη επέκταση θα προκαλούσε ζημιά στην “εμπιστοσύνη της αγοράς” και στο “κλίμα των επενδύσεων”. Οι δύο διαγνώσεις, η μία συντηρητική και η άλλη της αριστεράς, εμφανίζονται αντιθετικές, μα μπορεί πολύ καλά να είναι και οι δύο αληθινές. Τελικά, παρά τις προσπάθειες να περιοριστεί ο χώρος της σύγκρουσης που είναι δυνατό να μεσολαβείται από τους δημοκρατικούς θεσμούς, ο όγκος της σύγκρουσης που παραμένει είναι τόσο τεράστιος ώστε να προκαλεί πάντοτε συμπτώματα “ακυβερνησίας”.
Μ’ άλλα λόγια και οι δυο θετικές λειτουργίες, η λειτουργία της άρθρωσης και η λειτουργία της λύσης της σύγκρουσης, περιορίζονται· και το πολιτικό καθεστώς γίνεται συγχρόνως κατασταλτικό και πλέον μη κυβερνήσιμο. Δεν είναι δυνατή η εκπλήρωση καμιάς από τις δύο λειτουργίες που, σύμφωνα με τη φιλελεύθερη - δημοκρατική θεωρία, θα έπρεπε να εκπληρώσουν οι θεσμοί που ενώνουν τα άτομα και το κράτος.

Αν όντως έτσι συμβαίνει, και πιστεύω πως έτσι είναι, πρέπει να περιμένουμε ότι θα βρούμε στις πολιτικές δομές των καπιταλιστικών δημοκρατιών τη διασταύρωση δύο γραμμών ανάπτυξης. Πρώτον, αν δημοκρατικοί θεσμοί όπως το σύστημα των κομμάτων, οι εκλογές, η κοινοβουλευτική κυβέρνηση, έχουν περιορισμένο χώρο για την άσκηση των λειτουργιών τους για την άρθρωση της πολιτικής σύγκρουσης είναι πιθανό ότι θ’ αναπτυχθούν εναλλακτικά κανάλια σύγκρουσης και ότι αυτά θ’ απορροφήσουν τις πολιτικές ενέργειες του πληθυσμού. Δεύτερο: αν οι θεσμοί αυτοί χάσουν μεγάλο μέρος της ικανότητάς τους να περιορίζουν τη σύγκρουση σε λειτουργικές διαστάσεις, και επομένως δεν είναι πλέον ικανοί να γεννούν συνθήκες διακυβέρνησης, πρέπει να περιμένουμε κυβερνήσεις που θα βασίζονται όλο και περισσότερο σε κριτήρια και μοντέλα διαχείρισης που θα προέρχονται από πηγές διαφορετικές από κείνες του πολιτικού προτσέσσου.
Άποψή μου είναι πως είτε ο χώρος των συγκρούσεων και των πολιτικών αγώνων, είτε ο θεσμικός χώρος όπου διαμορφώνονται οι κρατικές πολιτικές μετατοπίζονται έξω από τους θεσμούς που η δημοκρατική θεωρία παριστά με τις λειτουργίες αυτές. Κατά συνέπεια η μεσολάβηση ανάμεσα στο κράτος και στο άτομο που υποστηρίζεται από τη δημοκρατική θεωρία, δίχως τυπικά να έχει ακυρωθεί, ελαχιστοποιείται σαν ενεργητικός μηχανισμός. Συγχρόνως εμφανίζονται εναλλακτικές πολιτικές μορφές που αφορούν είτε την άρθρωση των συγκρούσεων είτε τη λύση των πολιτικών ζητημάτων, για τις οποίες, για την ώρα, δεν υπάρχει μια πολιτική θεωρία. Πίσω από την πρόσοψη της κοινοβουλευτικής δημοκρατίας, τόσο η πολιτική σύγκρουση όσο και η λύση των πολιτικών ζητημάτων αποκτούν όλο και περισσότερο χώρο σε οργανωτικά περιβάλλοντα που είναι άγνωστα στη δημοκρατική θεωρία.

Ας ξεκινήσουμε από τη διαμόρφωση της πολιτικής απόφασης μέσα στο κράτος. Ο τρόπος με τον οποίο λαμβάνονται οι αποφάσεις αυτές είναι γνωστός σε κάθε αναγνώστη εφημερίδας· αυτός προκύπτει από τον κοινοβουλευτικό έλεγχο στο εκτελεστικό, από τη βεμπεριανή ιδέα μιας εκτελεστικής κορυφής πολιτικής τάξης την οποία αρμόζει να διευθύνει ένας γραφειοκρατικός μηχανισμός, σύμφωνα με τη δική της θεώρηση, και κάτω από την υπευθυνότητά της. Πολύ συχνά οι αποφάσεις πάνω σε κρίσιμα πολιτικά ζητήματα προκύπτουν μάλλον από μια άτυπη διαδικασία διαπραγμάτευσης μεταξύ αντιπροσώπων στρατηγικών ομάδων που δρουν στους ιδιωτικούς και δημόσιους χώρους διαμόρφωσης της δημόσιας πολιτικής. Συμβουλές, διαπραγματεύσεις, αμοιβαία πληροφόρηση, ασαφείς τεχνικές εκτίμησης της δυναμικότητας της αντίστασης ή υποστήριξης σε μια καθορισμένη πολιτική, παίρνουν έναν ρόλο που δεν μπορεί να θεωρηθεί εντελώς συμπληρωματικός. Δύο όψεις αυτής της διαδικασίας διαμόρφωσης της δημόσιας πολιτικής είναι χαρακτηριστικές. Η μία είναι ο ισχυρός συντελεστής λειτουργικής αντιπροσώπευσης, η άλλη είναι η απουσία δημοκρατικής νομιμοποίησης. Αυτά τα παρα-κοινοβουλευτικά και παρα-γραφειοκρατικά προτσέσσα λήψης των αποφάσεων, περιγράφονται σα νεο-κορπορατιβίστικες μέθοδοι μεσολάβησης των συμφερόντων.
Αν αυτά είναι τα δοσμένα χαρακτηριστικά, είναι λογικό ότι οι ενδιαφερόμενοι έχουν όλους τους λόγους για να κρατηθούν όσο το δυνατό μακρύτερα από τα μάτια του κοινού, κι ακόμη από κείνα τα τμήματα του εκλογικού σώματος του οποίου αυτοί θα πρέπει ν’ αντιπροσωπεύσουν την λεπτεπίλεπτη ανταλλαγή προτάσεων, πληροφοριών, απειλών.  Αυτό το συγύρισμα δε χρησιμοποιείται μόνο στο διεθνή ή υπερεθνικό χώρο, όπου έχει την πιο παλιά παράδοση, αλλά επίσης όλο και περισσότερο στις αποφάσεις που αφορούν την εσωτερική πολιτική, ιδιαίτερα στο χώρο των οικονομικών πολιτικών. Αναπτύσσουν ενεργό μέρος πρόσωπα που προέρχονται από την κυβέρνηση, και από τους μεγάλους συνεταιρισμούς επιχείρησεων· η μοναδική “νομιμοποίησή” τους συνίσταται στον έλεγχο μιας αξιοσημείωτης “δυναμικής κωλυσιεργίας” την οποία προπαρασκευάζουν για να στηρίξουν την συζητούμενη πολιτική. Η συγκατάθεση που βρίσκεται στη βάση των πλέον σημαντικών πολιτικών του κράτους δεν προκύπτει από ένα δημοκρατικό προτσέσσο, όπως θα έπρεπε να συμβεί εξαιτίας της ισχύος των δημοκρατικών θεσμών, αλλά είναι μια συγκατάθεση που προκύπτει από άτυπες και σ’ υψηλό βαθμό μυστικές διαπραγματεύσεις ανάμεσα σ’ αντιπροσώπους λειτουργικών ομάδων με ελλιπή νομιμοποίηση. Αυτή είναι μια συγκατάθεση υποκατάστατο που παίρνει τη θέση ενός δημοκρατικού θεσμού, η ικανότητα του οποίου να δημιουργεί ενότητα είναι εντελώς αμφισβητήσιμη.

Υπάρχει ένα άλλο όμοια γνωστό μέσο για την παροχή ενός ορισμένου βαθμού νομιμοποίησης και αποδοχής αυτού του παρα-κοινοβουλευτικού τρόπου διαμόρφωσης των αποφάσεων: η εμπλοκή των επιστημόνων. Το φαινόμενο μπορεί να αναχθεί στη συνθετότητα των προβλημάτων και στην εξάρτηση των κατόχων εξουσίας που λαμβάνουν τις αποφάσεις από τη γνώμη των τεχνικών. Μα μπορούμε πάντα ν’ αναρωτηθούμε αν αυτά τα επιχειρήματα αρκούν για να εξηγήσουν την παρουσία των επιστημόνων στους νεο-κορπορατιβίστικους τρόπους μεσολάβησης των συμφερόντων· ή αν, αντίθετα, αυτοί εκπληρούν επίσης τη λειτουργία του αποκλεισμού φανερών αξιώσεων των “μη ειδικών” να ακούγονται. Τελικά, μόλις ένα ζήτημα απαιτήσει θεσμικά μια επιστημονική αρμοδιότητα και γνωμοδότηση, ο χώρος των νόμιμα εμπλεκόμενων περιορίζεται δραστικά.
Ο μηχανισμός αυτός, χρησιμοποιούμενος για παράδειγμα με τις ομάδες των οικονομικών συμβούλων, προκάλεσε ισχυρές αντιρρήσεις από τη μεριά των συνδικάτων· τα οποία παρατήρησαν ότι η συνήθεια να περιβάλλονται οι κάτοχοι εξουσίας που λαμβάνουν αποφάσεις από ειδικούς της οικονομικής πολιτικής δεν έχει άλλο σκοπό ή λειτουργία από το να αποκλείσει τις απόψεις τους. Αντικαθιστώντας δημοκρατικές διαδικασίες διαμόρφωσης της συγκατάθεσης μ’ αυτές τις άλλες μεθόδους λύσης της σύγκρουσης, οι κυβερνητικές ελίτ αποφεύγουν τους “επίσημους” πολιτικούς θεσμούς και με σταθερότητα αναζητούν μη πολιτικές μορφές στα προτσέσσα λήψης των αποφάσεων.
... [2]

Αυτά που περιγράφει παραπάνω ο Offe, και αφορούν τις αρχές της δεκαετίας του 1980 σε τμήματα τουλάχιστον της ευρώπης, είναι σοβαρά σημάδια που έβλεπαν (ή ήθελαν να βλέπουν ερμηνεύοντάς τα κατάλληλα) είτε η “δεξιά” είτε η “αριστερά” (σοσιαλδημοκρατία) στο πολιτικό εποικοδόμημα, στους θεσμούς· σημάδια που άφησαν τα μεγάλα κύματα διεκδικήσεων, αγώνων, αρνήσεων της ακριβώς προηγούμενης δεκαετίας. Εκείνης του 1970. Λογικό: εκείνα τα κύματα δεν έφεραν (ανοργάνωτα μεν αρχικά αλλά κατατηγορηματικά) αλλαγές μόνο στην οργάνωση της εργασίας, στην ηθική, στις σχέσεις των φύλων, ή στην αντίληψη περί δικαιωμάτων. Σα να λέμε η “πίεση” των κινημάτων των ‘60s και ‘70s, μ’ όλες τις αντιφάσεις τους, δεν ήταν μόνο στη βάση των ως τότε ισορροπιών και ρυθμίσεων των καπιταλιστικών σχέσεων. Αυτή η “πίεση” έπεσε πάνω στο σύνολο της κατασκευής, σ’ όλο της το ύψος, ως την κορυφή. Οι παρατηρήσεις, οι διαγνώσεις και οι συνταγές θεραπείας σε ότι αφορούσε την “δημοκρατική λειτουργία του κράτους”, την αποτελεσματική διακυβέρνηση και τους απαραίτητους μετασχηματισμούς σ’ αυτήν, το ρόλο (και τα όρια) του κοινοβουλίου, ήταν αναπόφευκτες.
Έχει σημασία η χρονική στιγμή και για ένα πιο συγκεκριμμένο λόγο. Σε δύο μείζονες και ιστορικές καπιταλιστικές δημοκρατίες, των ηπα και της αγγλίας, απ’ τις αρχές της δεκαετίας του ‘80, στην κυβέρνηση βρέθηκαν συντηρητικά κόμματα με νεοφιλελεύθερη ατζέντα. Πρόεδρος των ηπα ο Ρέιγκαν, πρωθυπουργός στο Λονδίνο η Θάτσερ. Συνεπώς η συντηρητική / νεοφιλελεύθερη προσέγγιση περί “ακυβερνησίας”, “προβλημάτων υπερφόρτωσης του κράτους” κλπ δεν ήταν πια λόγια του αέρα. Ήταν σχέδια προς εφαρμογή. “Η εργασία δε δουλεύει” ήταν ένα απ’ τα προεκλογικά συνθήματα της Θάτσερ, που εννοούσε ότι οι κοινωνικές παροχές προς τους μισθωτούς είχαν φτάσει σε τέτοιο επίπεδο ώστε (κατά τους συντηρητικούς / νεοφιλελεύθερους) οι εργάτες δεν ενδιαφέρονται πια ιδιαίτερα να δουλεύουν. “Η κοινωνία δεν υπάρχει - υπάρχουν μόνο άτομα και οικογένειες” διακήρυξε επίσης η Θάτσερ - εννοώντας πολλά.
Η δεξιά κριτική / αναθέωρηση στο “κράτος πρόνοιας” θα ξεκινήσει λοιπόν σαν μια δέσμη διαπιστώσεων· και “λύσεων - στα  - προβλήματα”. Η σιδηροτροχιά αυτής της  κριτικής θα ξεδιπλωθεί πάνω σε δύο ελλείψεις: πρώτα, “έλλειψη κινήτρων για εργασία”· και δεύτερο (σα συνέπεια του πρώτου) “έλλειψη κινήτρων για επενδύσεις”· χαμηλή κερδοφορία των επιχειρήσεων δηλαδή. Για να διορθωθεί το κακό πρέπει να αντιστραφεί η ροή των απαιτήσεων. Δεν δικαιούνται να έχουν τέτοιες, και μάλιστα ακόρεστες, μόνο οι απο κάτω· πρέπει να ανοίξει ο δρόμος (η λεωφόρος) για τις απαιτήσεις των απο πάνω. Και για να γίνει αυτό, πρέπει να σταματήσουν τα κόμματα, η κυβέρνηση, το νομοθετικό του κράτους, να θεωρούνται ο αυτονόητος παραλήπτης και θεραπευτής των αιτημάτων των απο κάτω· έστω κι αν αυτοί αποτελούν ευμεγέθη σύνολα, ακόμα και πλειοψηφίες. Με άλλα λόγια: χωρίς να καταργηθεί το τελετουργικό της κοινοβουλευτικής αντιπροσώπευσης (οι εθνικές εκλογές δηλαδή) πρέπει (θα έπρεπε ήδη απ’ τη δεκαετία του ‘80) το πεδίο δράσης αυτής της αντιπροσώπευσης να συρρικνωθεί τεχνικά, λειτουργικά, αλλά και ιδεολογικά.
Για ανθρώπους που δεν έχουν ασχοληθεί με τη λειτουργία των (καπιταλιστικών) κρατών, ή ασχολούνται σύμφωνα με τους αποχαυνωτικούς όρους και τις απλοποιήσεις του θεάματος, η ιδέα ότι απ’ τα πρώτα βήματα του “υπαρκτού νεοφιλελευθερισμού” η διαμόρφωση των νέων δεδομένων της καπιταλιστικής εξουσίας χρειαζόταν περισσότερα πράγματα από το ξύλο της αστυνομίας (όπως, για παράδειγμα, εναντίον των επί 2 χρόνια απεργών ανθρακωρύχων) θα πρέπει να φαίνεται υπερβολική. Υπερβολική και λεπτολόγα. Για την δική μας εργατική οπτική το θέμα των μετασχηματισμών και στους θεσμούς του καπιταλιστικού κράτους είναι σοβαρό· σοβαρό ανάμεσα σε άλλα εξίσου σοβαρά. Το σίγουρο είναι ότι εάν η συνταγή για τον περιορισμό των (εργατικών) απαιτήσεων, εκεί στα ‘80s, εστίαζε μόνο ή κυρίως στην καταστολή των ανάλογων αγώνων, καμία συντηρητική / νεοφιλελεύθερη κυβέρνηση δεν θα έμενε στις καρέκλες της παραπάνω από μερικούς μήνες. Ο μετασχηματισμός των θεσμών δεν ήταν, λοιπόν, θέατρο. Ήταν ένα εργαλείο, σε ορισμένες περιπτώσεις βασικό.
Ο Offe σημειώνει στις αρχές των ‘80s δύο βασικές και μεσομακροπρόθεσμες κινήσεις επ΄αυτού. Αφ’ ενός την ανάπτυξη παρα-κοινοβουλευτικών διαδικασιών “λήψης αποφάσεων”. Αφ’ ετέρου την ανάπτυξη τεχνο - επιστημονικο - γραφειοκρατικών “παρα-θεσμών” πιστοποίησης της “εγκυρότητας” των (κρατικών / κυβερνητικών) αποφάσεων. Θα προσθέσουμε ακόμα δύο κινήσεις. Την μετατόπιση της “λύσης των συγκρούσεων” απ’ την σφαίρα της “πολιτικής” σ’ εκείνη των δικαστηρίων. Και την όσο πιο λεπτομερή κατόπτευση / κατασκοπεία επί της κοινωνικής κίνησης μέσω δειγματοληψιών, στατιστικών ερευνών, κλπ.

Η δημοκρατία - των - αντιπροσώπων και, συνεπώς, το κοινοβούλιο δεν είναι η μόνη μορφή δημοκρατίας. Αυτό είναι γνωστό. Είναι η μορφή που, με μισή καρδιά, έκανε αποδεκτή - μετά από πολλούς και σκληρούς αγώνες των πληβείων - η ιστορική αστική τάξη. Η επέκταση / γενίκευση του εκλογικού δικαιώματος είναι σχετικά πρόσφατη· ωστόσο τα εκλογικά συστήματα, ειδικά στο δεύτερο μισό του 20ου αιώνα, μιλούν από μόνα τους για την μόνιμη φροντίδα των αφεντικών στο να περιορίζουν στα μέτρα τους την (κοινοβουλευτική) αντιπροσώπευση. Όντως, από ταξική σκοπιά, η δημοκρατία κρύβει έναν μεγάλο κίνδυνο: τον κίνδυνο η πλειοψηφία των πληβείων να επιτεθεί και να βάλει χέρι στον πλούτο της μειοψηφίας των αφεντικών.
Συνεπώς η ενδο- και εξω-κοινουβουλευτική διαχείριση καθαρόαιμων και ασυμβίβαστων βουλευτών / εκπροσώπων της εργατικής τάξης, όποτε υπήρξαν τέτοιοι, είναι μια παλιά ιστορία στις δημοκρατίες. Οι παρα-κοινοβουλευτικές διαδικασίες λήψης αποφάσεων είναι επίσης γνωστές (ας πούμε για την ελληνική περίπτωση: ο ρόλος του εκάστοτε βασιλιά), ωστόσο αντιμετωπίζονταν πάντα σαν εξαίρεση (και σαν προσβολή του κοινοβουλευτικού πνεύματος). Η διαφορά που έχει ο προσανατολισμός προς τέτοιες παρα-κοινοβουλευτικές διαδικασίες απ’ τα τέλη της δεκαετίας του ‘70 και μετά, κατ’ αρχήν σαν άποψη των συντηρητικών / νεοφιλελεύθερων και μετά σαν πρακτική, είναι ότι δεν στρεφόταν κατά κάποιας ανεπιθύμητης (για τους δεξιούς) σύνθεσης του όποιου κοινοβουλίου. Δεν ήταν μια κατ’ εξαίρεση επιλογή λόγω έντονων αντιθέσεων μεταξύ διαφορετικών κομματικών εκπροσώπων. Ήταν ένας στρατηγικός προσανατολισμός που αφορούσε την σχέση των κοινοβουλίων σαν θεσμών (δηλαδή της δημοκρατίας μέσω αντιπροσώπων) με το σύνολο των ψηφοφόρων / υπηκόων και των απαιτήσεών τους.Δεν επρόκειτο, δηλαδή, για προσπάθεια της δεξιάς να πετάξει έξω απ’ το κρατικό αποφασίζειν την αριστερά. Αλλά για μια εκστρατεία στην οποία ηγήθηκε η δεξιά (και η αριστερά κατ’ αρχήν ακολούθησε σιωπηλά) να πεταχτούν έξω (από διάφορες περιοχές του κρατικού αποφασίζειν) οι υπήκοοι γενικά.
Κι ο λόγος είναι ότι απ’ τις δεκαετίες του ‘60 - ‘70 και μετά, οι αλλαγές στην κοινωνική εννόηση του συμ-φέροντος· η μεγάλη διεύρυνση του φάσματος των (κοινωνικών) αιτημάτων και η μη κομματική αυτοπεποίθηση διάφορων μορφών κοινωνικής οργάνωσης (επιτροπές ή ad hoc πρωτοβουλίες πολιτών), ανάγκαζαν και τα κόμματα της δεξιάς, προκειμένου να κερδίζουν τις εκλογές ή/και να σχηματίζουν κοινοβουλευτικές πλειοψηφίες, να υπόσχονται περισσότερα σε περισσότερους· πολύ περισσότερα απ’ όσα σκόπευαν να ικανοποιήσουν. Συνεπώς, η αρχική παρατήρηση των διανοούμενων της δεξιάς περί “υπερφόρτωσης του κοινοβουλευτισμού με αιτήματα” δεν αφορούσε μόνο τους αντιπάλους τους· αφορούσε εξίσου και τα κόμματά τους.
Ο Offe, σε μια συνέντευξή του το 1980, παρατηρεί ενδεικτικά για την ανάπτυξη του παρα-κοινοβουλευτισμού:

...Για παράδειγμα όλη η πυρηνική ενεργειακή πολιτική έχει εξ ολοκλήρου “απο-κοινοβουλευτικοποιηθεί”, εξελίσσεται δηλαδή έξω από τα κόμματα, σε μη επίσημους κύκλους που αποτελούνται από αντιπροσώπους των πιο σημαντικών συνδικαλιστικών δυνάμεων, ενώσεων, βιομηχανικών ομάδων konzerne και υπερεθνικών αιτημάτων, όπως αυτά της mec...

Προφανώς, για τυπικούς λόγους, θα έπρεπε οι τελικές αποφάσεις τέτοιων παρα-κοινοβουλευτικών διαδικασιών να επικυρώνονται κοινοβουλευτικά. Έχουμε σημειώσει ξανά και ξανά, στο παρελθόν, ότι η λειτουργία του (ελληνικού) κοινοβουλίου είναι και ήταν τέτοια, επικυρωτική, πολύ πριν την τρέχουσα κρίση και την διαχείρισή της. Έγινε λοιπόν βασικό εργαλείο της νομιμοποίησης - μέσω - (τυφλής) - επικύρωσης η ανάπτυξη της δεύτερης κίνησης που εντοπίζει ο Offe: η επίκληση της “πολυπλοκότητας” των ζητημάτων, και η προσφυγή σε “επιτροπές ειδικών” (ακόμα και σε “επιτροπές σοφών”) [3]. Εάν, σε ότι αφορά το “νομοθετικό έργο”, την βασική δουλειά δηλαδή της δημοκρατίας των εκπροσώπων, οι νόμοι διατυπώνονται σε μια στριφνή γλώσσα ή/και με τεχνική ορολογία, είναι απίθανο εκπρόσωποι μη ειδικοί να μπορούν να καταλάβουν περί τίνος πρόκειται ακριβώς, και να το αμφισβητήσουν. Κι αν η νομοθετική παραγωγή είναι μαζική, ογκώδης και βιαστική, είναι δύσκολο έως αδύνατο οι εκπρόσωποι - του - λαού να προλάβουν να διαβάσουν καν και καν αυτό που επικυρώνουν. Εν τέλει μπορεί να έχουν “κι άλλες δουλειές”...
Όμως ακόμα περισσότερο, στον ορίζοντα του κοινωνικού φαντασιακού, η χρήση “ειδικών” δίνει  (άρχισε να δίνει απ’ τα ‘80s και μετά) ένα λούστρο ουδετερότητας και τεχνικής εγκυρότητας. Η κοινωνική ουδετερότητα των επιστημών είχε βέβαια αμφισβητηθεί στη διάρκεια των ταραγμένων δεκαετιών του ‘60 και του ‘70. Ωστόσο η αμφισβήτηση ειδικά των οικονομολόγων, που αποτελούσαν το βαρύ πυροβολικό του νεοφιλελευθερισμού, θα απαιτούσε επίσης (σε γενικές γραμμές) κάποιες ειδικές γνώσεις. Τελικά, ακόμα κι έτσι, οι ταξικές αντιθέσεις (θα) μπορούσαν να εμφανίζονται σαν διαφωνίες ειδικών· ένα όφελος καθόλου μικρό για την καπιταλιστική εξουσία.
Είναι προφανές ότι αυτή η διπλή διαδικασία ξεκίνησε και εξελίχθηκε με σκοπό την ανακατανομή της εξουσίας (αυτής της όποιας εξουσίας μεσολαβούνταν απ’ την δημοκρατία - των - αντιπροσώπων) υπέρ των αφεντικών. Όμως δεν θα ήταν αποτελεσματική εάν απλά άνοιγε χάσμα ανάμεσα στο επίπεδο των διεκδικήσεων και των αγώνων απ’ τη μια και το επίπεδο των (κρατικών) αποφάσεων απ’ την άλλη. Οποιαδήποτε παρατεταμένη ασυνέχεια ανάμεσα στο “κοινωνικό” και το “πολιτικό” θα ενίσχυε τις ήδη υπαρκτές (στα ‘80s) τάσεις απονομιμοποίησης των κοινοβουλιών και της δημοκρατίας - των - αντιπροσώπων. Κι αυτό, με τη σειρά του, θα μείωνε την αίγλη των επιτρεπτών μεσολαβήσεων και θα οδηγούσε σε εκρηκτικές αντιθέσεις.
Θα έπρεπε, λοιπόν, και οι διεκδικήσεις, “η πηγή των προβλημάτων”, η “αφετηρία των δύο ελλείψεων” που είχαν εντοπίσει οι συντηρητικοί / νεοφιλελεύθεροι, να ελεγχθούν, να περιοριστούν, χωρίς να απαγορευτούν τυπικά και καθολικά. Αλλαγές (και αλλαγές επί αλλαγών) επι τα χείρω στην εργατική νομοθεσία ήταν υποχρεωτικά η φανερή δουλειά κοινοβουλιών με κατάλληλες πλειοψηφίες. Πριν απ’ αυτό η αξία των μήντια (και μέσω των μήντια των “ειδικών”) ήταν (και είναι) σημαντική. Αν όχι για την εξασφάλιση συναίνεσης, σίγουρα για την καλλιέργεια σύγχισης και αδράνειας. Μετά απ’ αυτό ο περιορισμός (των διεκδικήσεων και των αιτημάτων) θα έπρεπε να γίνεται περίπτωση - περίπτωση. Χωρίς να απαγορευτεί γενικά η απεργία (όνειρο των αφεντικών!) το δικαίωμα κάθε εργοδότη χωριστά να καταφεύγει στα δικαστήρια ζητώντας την κήρυξη “παράνομης και καταχρηστικής” της χ ή της ψ απεργίας έγινε σπουδαίο εργαλείο. Σπουδαιότερο ακόμα εάν και οι διεκδικούντες μάθαιναν να απευθύνονται σε δικαστές για να τους επιβεβαιώσουν το δίκιο τους...
Τα δικαστήρια έγιναν μια ιδιαίτερη εκδοχή της υποτιθέμενης ουδετερότητας και τεχνικής εγκυρότητας ειδικών. Αλλά έγιναν και κάτι περισσότερο, συχνά κοινή συναινέσει (μεταξύ αντίπαλων ταξικά θέσεων): εργαλείο της αποπολιτικοποίησης των αντιθέσεων μεταξύ συμφερόντων, και των συγκρούσεων. Πολύτιμη βοήθεια σ’ αυτήν την εξέλιξη έφερε η ανάδυση (απ’ τα ‘80s και μετά) εκείνων των κοινωνικών συμφερόντων που ονομάστηκαν “μετα-υλιστικά” (π.χ. περιβαλλοντικά ζητήματα ή δικαίωματα καταναλωτών) που δεν μπορούσαν να αναχθούν στην ιστορική ταξική αντιπαλότητα εργασίας / κεφάλαιου, οπότε δεν κουβαλούσαν την ιστορική μνήμη της αναμέτρησης αντίπαλων δικαίων· μιας αναμέτρησης δηλαδή όπου τα δικαστήρια βρίσκονται στρατηγικά σε μία και την ίδια πάντα πλευρά.
Τα δικαστήρια δεν ανήκουν μονοδιάστατα στο εκτελεστικό του κράτους. Οι ερμηνείες των νόμων παράγουν (ή στερούν) νομιμότητα. Υπάρχουν περιπτώσεις αναπτυγμένων καπιταλιστικών κρατών που δεν έχουν καν γραπτό σύνταγμα - η αγγλία είναι τέτοια περίπτωση - και όπου οι αποφάσεις των δικαστηρίων (νομολογίες) συνιστούν το κυρίως σώμα της πρακτικά εφαρμοζόμενης νομοθεσίας. Αλλά και χωρίς μια τέτοια παράδοση, τα συνταγματικά δικαστήρια αποτελούν μια παρα- και υπερ-κοινοβουλευτική δομή / διαδικασία, που εξασφαλίζει υποτίθεται την πλεύση των καπιταλιστικών κρατών χωρίς “πολιτικό χρώμα”, με ουδετερότητα και τεχνική αρτιότητα. Σε κάθε περίπτωση η ανάληψη απ’ τα δικαστήρια μικρότερου ή μεγαλύτερου μέρους απ’ την διαχείριση της αντιπαλότητας συμφερόντων έχει υπάρξει συνεπής με την συντηρητική / νεοφιλεύθερη στόχευση για “αποφόρτιση” του νομοθετικού του κράτους απ’ τις κοινωνικές γενικά και τις εργατικές ειδικά απαιτήσεις· τον στόχο της “αποπολιτικοποίησης” αυτών των απαιτήσεων, τουλάχιστον σύμφωνα με τον καθεστωτικό ορισμό περί “πολιτικής”. Και ό,τι “αποπολιτικοποιείται” μ’ αυτήν την έννοια, βρίσκεται δηλαδή έξω απ’ την αρμοδιότητα της δημοκρατίας - των - εκπροσώπων, αργά ή γρήγορα γίνεται ζήτημα δημόσιας τάξης. Ποινικό ζήτημα. Μια απεργία την οποία δεν εγκρίνει το κρυφά ή φανερά συνεργαζόμενο με τον εργοδότη συνδικάτο είναι μια άγρια απεργία. Μια απεργία, όμως, που έχει κηρυχθεί ακόμα κι από καθεστωτικό συνδικάτο και έχει χαρακτηριστεί δικαστικά παράνομη και καταχρηστική, και παρ’ όλα αυτά συνεχίζεται, είναι κατ’ αρχήν μια εγκληματική πράξη. Με μια τέτοια απόφαση το δικαστήριο μπορεί να βγάλει στην άκρη ακόμα και τον ρόλο των καθεστωτικών συνδικαλιστών, κάνοντάς τους σχεδόν “παράνομους” working class heroes...

Αξίζει να σημειώσουμε (ή να θυμίσουμε...) ότι απ’ τη δεκαετία του ‘70 ήδη, με τον δικό τους τρόπο, ήταν οι κοινωνικές (ή/και εργατικές) αρνήσεις που αμφισβητούσαν, άλλοτε άμεσα και άλλοτε έμμεσα, τον κοινοβουλευτισμό και την δημοκρατία - των - εκπροσώπων. Εν μέρει αυτή η αμφισβήτηση αφορούσε την επάρκεια, τις προθέσεις ή και την ίδια την καταστατική λειτουργία των κομμάτων. Εν μέρει αφορούσε τον δυναμισμό των “απ’ τα κάτω” πρωτοβουλιών (και διεκδικητικών πρακτικών) άσχετα ή και σε αντιπαράθεση με τον ρεαλισμό και τον πολυσυλλεκτισμό των κομμάτων.
Κάτω από εκείνες τις συνθήκες, η “ανάγνωση - των - προβλημάτων” και η διαχείρισή τους απ’ την κεντρική εξουσία όπως έγινε και μεθοδεύτηκε απ’ τους συντηρητικούς / νεοφιλελεύθερους, ήταν ένα είδος υποχρεωτικής απάντησης του κεφάλαιου σε μια διαδικασία που “άνοιγε” υπερβολικά, σαν εννόηση και σαν πρακτική, τα δημοκρατικά δικαιώματα των απο κάτω. Αν η δημοκρατία - των - εκπροσώπων φαινόταν πολύ λίγη και πολύ ύποπτη απ’ την μεριά των κινημάτων, η αντεστραμμένη απάντηση των αφεντικών ήταν πως είναι “πολλή” - σκέτο. Το νεοφιλελεύθερο κυβερνητικό μοντέλο δεν ήταν ανοικτός πόλεμος στη δημοκρατία - των - εκπροσώπων· ήταν ένα σετ τεχνικών (και άρα πολιτικών) λύσεων υπέρ μιας “ολιγαρχικής δημοκρατίας”· αν μπορούν να συμβιβαστούν αυτές οι έννοιες.
Το στρατηγικό άνοιγμα προς παρα-κοινοβουλευτικούς μηχανισμούς λήψης αποφάσεων δεν θα μπορούσε τελικά παρά να διευρύνει εκείνες τις κρατικές δραστηριότητες που “επίσημα” κινούνται σαν μη μεσολαβήσιμος ταξικός πόλεμος. Απ’ την ανάποδη μεριά, απ’ την μεριά των απο κάτω, οι παρα-κοινοβουλευτικοί “εκπρόσωποι” που θα μπορούσαν να πάρουν μέρος σε τέτοιου είδους διαδικασίες, ήταν τα λόμπυ και οι “ομάδες πίεσης” - ακόμα και τα συνδικάτα, τροποποιημένα κατάλληλα σαν λόμπυ. Είτε αυτό ήταν συνειδητό και σχεδιασμένο εξ αρχής είτε όχι, το “λιγότερο κράτος” που πρέσβευε ο νεοφιλελευθερισμός επρόκειτο να αποδειχθεί ένα διαφορετικό κράτος - σε σχέση, τουλάχιστον, με την μορφή κράτος πρόνοιας. Λαμβάνοντας υπ’ όψη ότι η καινούργια θεότητα της ομαλής λειτουργίας έγινε η αγορά, και επιπλέον λαμβάνοντας υπ’ όψη ότι η “αγορά”, σαν τέτοια, είναι ένας τόπος διαρκούς ρευστότητας των συσχετισμών δύναμης (μεταξύ αντίπαλων αφεντικών, μεταξύ αντίπαλων συμφερόντων, μεταξύ αντίπαλων τάξεων), αυτό το διαφορετικό κράτος έγινε σταδιακά, καθαρά και ανοικτά το “κόμμα των νικητών”, με διαρκή την φροντίδα να χάνει πάντα η εργατική τάξη σαν τέτοια.

Θα μπορούσε τώρα κάποιος να φανταστεί πως όλα αυτά είναι αντιστρέψιμα, αρκεί - με την κατάλληλη ψήφο - να διαμορφωθεί μια αντι-νεοφιλελεύθερη πλειοψηφία στο χ ή στο ψ εθνικό κοινοβούλιο. Θα μπορούσε όμως οποιοδήποτε δημοκρατία - των - εκπροσώπων να “ξανακοινοβευτικοποιήσει” όλες εκείνες τις δομές, όλους εκείνους τους μηχανισμούς που έχουν αναπτυχθεί έξω απ’ τα κοινοβουλευτικά όρια και, εν τω μεταξύ, έχουν σχηματίσει την “καρδιά” των σύγχρονων καπιταλιστικών κρατών;
Δεν ξέρουμε κανένα σοβαρό επιχείρημα που να δείχνει ότι κάτι τέτοιο είναι εφικτό. Ούτε θεωρητικά θα μπορούσε κανείς να υπερασπιστεί την δυνατότητα του πιο αδύναμου μέρους των θεσμών και παρα-θεσμών δύναμης και εξουσίας να “απαλλοτριώσει” όλους τους υπόλοιπους. Η μόνη δυνατότητα πραγματικής αρνησικυρίας στο νεοφιλελεύθερο κράτος / κρίση (και, κατά συνέπεια, στην καπιταλιστική αναδιάρθρωση) βρίσκεται στο πεζοδρόμιο και όχι στο κοινοβούλιο· στη μαζική εργατική άμεση δράση κι όχι στην εκπροσώπησή (της).
Γιατί; Αυτό θα το επισκοπήσουμε σε επόμενη αναφορά.

 

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

1 - Ναι, είναι αλήθεια! Κάποιο τμήμα του τότε “χώρου” μπορούσε να διαβάζει, να σκέφτεται και να κουβεντιάζει και θεωρητικά ζητήματα (με πρακτικές εφαρμογές...)
[ επιστροφή ]

2 - Απ’ το κείμενο κράτος, ακυβερνησία, και αναζήτηση του “μη πολιτικού”.
[ επιστροφή ]

3 - Αν δεν κάνουμε λάθος το είδος αυτό πρωτοεμφανίστηκε στο ελλαδιστάν στις αρχές της δεκαετίας του ‘90, επί κυβέρνησης Μητσοτάκη, με την “επιτροπή σοφών για την μεταρρύθμιση του ασφαλιστικού συστήματος”. Πέρασε καιρός, και οι “σοφοί” αντικαταστάθηκαν απ’ την “τρόικα”...
[ επιστροφή ]
 
       

Sarajevo